Δυο νάνοι κέρδισαν το Λόττο.
Το πρώτο πράμα που κάνανε ήταν να αγκαζάρουν δυο πουτ**** και να πάνε σ ένα ξενοδοχείο. Τα δωμάτιά τους είναι δίπλα-δίπλα. Παίρνουν ο καθένας από μια γυναίκα λοιπόν και αποσύρονται. Ο ένας απ τους δυο, μόλις έπεσε στο κρεβάτι, ακούει από δίπλα:
- «Ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ». Ενθουσιάστηκε που ο φίλος του άρχισε τη... γυμναστική τόσο νωρίς και βγάζει όλα τα ρούχα του. Ακόμα ακούει απ το διπλανό δωμάτιο:
- «Ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ». Μετά από κάνα τέταρτο, που ο ίδιος βρισκότανε στα προκαταρτικά ακόμη, συνεχίζει να ακούει από δίπλα:
- «Ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ» κι αναρωτιέται που τη βρίσκει τόση αντοχή ο φίλος του. Προσπαθεί να συγκεντρωθεί σ αυτό που κάνει ο ίδιος, αλλά οι φωνές του φίλου του απ το διπλανό δωμάτιο, «ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ», δεν τον αφήνουν και, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της πουτ**** , δεν καταφέρνει να σηκώσει ούτε το δάχτυλό του. Ακόμα κι όταν εγκατέλειψε τις προσπάθειες απογοητευμένος και έπεσε για ύπνο συνέχισε ν ακούει απ το διπλανό δωμάτιο τις φωνές του φίλου του, που δεν είχε σταματήσει καθόλου:
- «Ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ». Την επομένη συναντιόνται έξω απ τα δωμάτια τους, μετά που οι πουτ**** έχουν φύγει. Ο ένας είναι κατακόκκινος στο πρόσωπο και φαίνετε τελείως εξαντλημένος - Πώς τα πέρασες τη νύχτα; ρωτάει τον πρώτο νάνο, αυτόν που δεν του έκανε κούκου.
- Απαίσια, απαντάει εκείνος. Δεν είχα στύση. Κοιμήθηκα σαν πουλάκι και δεν έκανα τίποτα με τη γυναίκα.
- Τυχερό κω**παιδο, του λέει ο άλλος. Εγώ δεν τα κατάφερα ούτε στο κρεβάτι ν ανέβω.
Ο Γιωρίκας παντρεύτηκε τη Σιμέλα με σκοπό να κανει πολλά παιδιά, ήταν όμως αθώος και δεν ήξερε ακόμη πως γίνονται τα παιδιά και ρώτησε τη μάνα του να του πει.
Εκείνη, σεμνή από την φύση της και από ντροπή στο γιο της, του λέει:
- Μόλις θα πας στο κρεββάτι να κοιμηθείς θα γυμνωθείς, το ίδιο θα πεις να κάνει και η Σιμέλα. Μετά θα ψάξεις τό κορμί σου και θα βρεις ένα πράγμα να προεξέχει. Θα ψάξεις και το κορμί της Σιμέλας και θα βρεις μια τρύπα. Θα βάλεις το πράγμα σου που προεξέχει στην τρύπα της Σιμέλας και θα κάνεις παιδιά.
Το βράδυ ο Γιωρίκας στο κρεββάτι έκανε ότι του είπε η μάνα του. Έψαξε το κορμί του και βρήκε να προεξέχει η μύτη του. Έψαξε και το κορμί της Σιμέλας και βρήκε την τρύπα του πρωκτού. Ο Γιωρίκας καταχαρούμενος προσπάθησε να βάλει την μύτη του στο πρωκτό της Σιμέλας, εκείνη γαργαλίστηκε και έβγαλε μια θορυβώδη κλανιά.
Ακούγοντάς την ο Γιωρίκας πετάχτηκε πάνω κατενθουσιασμένος και άρχισε να φωνάζει:
- Σιμέλα, κάναμε παιδί! Το άκουσα να έρχεται με το μηχανάκι.
Δύο άφραγκοι, μπατήρια τελείως κάποια στιγμή επαναστατούν.
Όχι ρε λέει ο ένας στον άλλο, αυτό είναι άδικο. Να στερούμαστε τα πάντα το καταλαβαίνω αλλά και το φαγητό πάει πολύ. Κάτι πρέπει να βρούμε να τρώμε τουλάχιστον... Κάπως έτσι τους ήρθε η ιδέα. Μαζεύουν λοιπόν ό, τι φραγκοδίφραγκα είχαν και αγοράζουν ένα λουκάνικο. Το σχέδιο ήταν να πηγαίνουν σε κάποιο μαγαζί και αφού φάνε καλά να πέφτει ο ένας στα γόνατα να βγάζει το λουκάνικο από το παντελόνι του άλλου και προσποιούμενος πως είναι το όργανο του να ξεκινάει π**α. Έτσι τα γκαρσόνια έξαλα θα τους πέταγαν έξω με τις κλωτσιές. Το σχέδιο τίθεται σε εφαρμογή με μεγαλύτερη επιτυχία απ ότι περίμενε ο εμπνευστής του. Έτρωγαν στα πιο κυριλέ εστιατόρια και πάντα λίγο πριν το λογαριασμό τους πέταγαν έξω κλωτσοπατινάδα, αλλά πάντα χορτάτους. Πέρασαν έτσι κάποιες εβδομάδες και είχαν αρχίσει να παίρνουν τα πάνω τους για τα καλά. Μετά από ένα ανάλογο εγχείρημα είχαν αράξει κάτω από ένα δέντρο και τότε έρχεται η ώρα της εξομολόγησης. Ξέρεις να, δεν ξέρω πως να το πω, αλλά έτσι που γλείφω το λουκάνικο, έτσι που είναι ζουμερό-ζουμερό, ζεστό-ζεστό μου ρχεται να το φάω στην πραγματικότητα. Ντρέπομαι που στο λέω αλλά...- Κόψε τα κουφά και σταμάτα τις μαλακίες, του λέει κοφτά ο άλλος και πρόσεχε γιατί το λουκάνικο πεινούσα και το έφαγα από την πρώτη μέρα...
Μια φαρμακερή χειμωνιάτικη μέρα. ένας γέρος, στη μέση μιας παγωμένης λίμνης ανοίγει μια τρύπα στον πάγο, ρίχνει την πετονιά και περιμένει τα ψάρια να δαγκώσουν...
Μια ώρα και ούτε ένα τσίμπημα...
Να σου έρχεται ένας νεαρούλης, ανοίγει κι αυτός μια τρύπα λίγο παραδίπλα και ρίχνει την πετονιά του... Δεν έχει περάσει ούτε ένα λεπτό και ΧΡΑΠ! Ένα τεράστιο φαγκρί δαγκώνει το αγκίστρι. Ο νεαρούλης τραβάει έξω το φαγκρί και ο γέρος δεν πιστεύει στα μάτια του.
"Δεν βαριέσαι, απλή κωλοφαρδία..." σκέφτηκε.
Ο νεαρούλης όμως ξαναρίχνει την πετονιά, δεν περνάει ένα λεπτό και ΧΡΑΠ, δεύτερο φαγκρί!
Στα επόμενα πέντε λεπτά ο νεαρούλης βγάζει άλλα 4 ψάρια. Ο γέρος τραβούσε τα βυζιά του...
Τελικά δεν κρατήθηκε, πάει στον νεαρό:
- Ξέρεις, εγώ έχω πάνω από μία ώρα εδώ, και ούτε ένα ψάρι δεν δάγκωσε... Εσύ σε δέκα λεπτά έχεις βγάλει μισή ντουζίνα. Πώς τα καταφέρνεις;
- Έπι ακατά ακουίκια ετά.
- Τί;
- Έπι ακατά ακουίκια ετά.
- Μίλα καθαρά, ρε φίλε, δεν καταλαβαίνω ούτε λέξη, λέει ο γέρος.
Κι ο νεαρός, φτύνοντας στη χούφτα του:
- Πρέπει να κρατάς τα σκουλήκια ζεστά...
Ηταν ένας κτηνοτρόφος ο οποίος είχε πολλές αγελάδες στο κτήμα του και μόνος του δε μπορούσε να τις αρμέξει ο δόλιος.
Αποφασίζει λοιπόν μια μέρα να αγοράσει ένα αυτόματο αρμεχτήρι. Αφού το παρέλαβε από το ταχυδρομείο και εφόσον η ώρα ήταν περασμένη αποφάσισε να δοκιμάσει την αποτελεσματικότητα του μηχανήματος στο πούτσο του. Το βάζει λοιπόν στο όργανό του και εκείνο του έπαιζε μια μ@@@@@α όνειρο. Ο βοσκός όμως διαπίστωσε πως το αρμεχτήρι δε σταμάταγε κι έτσι παίρνει τηλέφωνο την εταιρεία:
- Γεια σας, είχα παραγγήλει ένα αρμεχτήρι για τα γελάδια μου, αλλά διαπίστωσα πως δεν κλείνει μαντάμ, λέει στην τηλεφωνήτρια.
- Α μην ανησυχείτε κύριε, στα 8 λίτρα σταματάει απο μόνο του.
Μπαίνει ένας καουμπόη μέσα σε ένα σαλούν και αρχίζει και πυροβολεί στον αέρα μέχρι να του αδειάσουν οι σφαίρες..
Τον πλησιάζει η τσατσά και τον ρωτάει:
- Μα τι θέλεις βρε άνθρωπε μου;
- Να γα… της λέει.
- Καλά, λέει εκείνη, διάλεξε ποια κοπέλα θέλεις..
Παίρνει αυτός την κοπέλα που διάλεξε και πάει να περάσει καλά….
Μετά από μια εβδομάδα μπαίνει ξανά μέσα στο σαλούν, βγάζει το πιστόλι του και αρχίζει μπαμ, μπαμ, μπαμ, μπαμ, μέχρι να τελειώσουν οι σφαίρες.
Τον πλησιάζει η τσατσά και τον ρωτάει:
- Τι θέλεις;
- Να γα…. της λέει.
Αυτό έγινε και για τις επόμενες εβδομάδες, ώσπου μια φορά που ξαναμπαίνει ο καουμπόη μέσα στο σαλούν και αδειάζει της σφαίρες στο αέρα, πάει κοντά του η τσατσά και του λέει:
- Καλά ρε παιδί μου, θέλεις να γαμ…. Αλλά γιατί πυροβολείς στον αέρα;
- Για να σφίξουν οι κ*λοι...
Ήταν ένας άνθρωπος σε ένα ξενοδοχείο ο οποίος ήθελε να κάνει μπάνιο, αλλά στο μπάνιο του δεν υπήρχε σαπούνι. Πάει τότε στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου γυμνός για να ζητήσει ένα σαπούνι.
Για κακή του τύχη όμως δεν ήταν κανένας εκεί. Έτσι αποφασίζει να πάει στο διπλανό δωμάτιο για να πάρει ένα σαπούνι.
Μπαίνει μέσα αφού ήταν τυχερός και αυτοί που έμεναν εκεί είχαν ξεχάσει να κλειδώσουν, παίρνει δύο σαπούνια και πάει να φύγει αλλά ακούει βήματα μέσα στο δωμάτιο.
Τότε βάζει τα σαπούνια στο στόμα του και κάθεται σαν άγαλμα. Εκείνη τη στιγμή μπαίνουν μέσα τρεις καλόγριες. Λέει η πρώτη:
- Τι είναι αυτό;
Λέει η δεύτερη:
- Πρέπει να είναι το καινούριο μηχάνημα που θα μας δίνει σαπούνια και τραβάει το πέος του γυμνού άντρα.
Τότε πέφτει ένα σαπούνι από το στόμα του άντρα και πάει και κάνει μπάνιο. Αφού τελείωσε το μπάνιο της η πρώτη πάει η δεύτερη τραβάει το πέος του άτυχου άνδρα και πέφτει και το δεύτερο σαπούνι. Αφού τέλειωσε και η δεύτερη πάει και η τρίτη και τραβάει το πέος του άντρα για να πέσει ένα σαπούνι.
Όμως ο άντρας είχε πάρει μόνο δύο σαπούνια μαζί του και έτσι η καλόγρια συνέχισε να τραβάει το πέος του άντρα μέχρι τη στιγμή που ξαφνικά λέει:
- Ωχ... Εμένα μου έβγαλε υγρό κρεμοσάπουνο...