φρέσκα ανέκδοτα

Ενώ τα spreads των ελληνικών ομολόγων έφτασαν στα ύψη: Τρεις μπογιατζήδες - ένας Αλβανός, ένας Γερμανός και ένας Έλληνας- πέθαναν και πήγαν στον Παράδεισο. Ο Αγιος Πέτρος τους άνοιξε την πόρτα.
- Καλώς τα παιδιά. Επιτέλους ήρθαν και τρεις χρήσιμοι άνθρωποι. Ρε παιδιά θέλω να βάψω την πόρτα του Παράδεισου.
- Για πες μου, λέει του Αλβανού, πόσα θέλεις για να τη βάψεις;
- 600 ευρώ, λέει ο Αλβανός...
- 600; Πώς τα λογάριασες;
- Nα: 400 για μένα και 200 τα υλικά.
- Εσύ, λέει του Γερμανού, πόσα θέλεις ;
- 900 ευρώ: 300 για μένα, 300 στην εφορία και 300 τα υλικά.
- Και εσύ, λέει του Έλληνα, πόσα θέλεις ;
- 3.000 ευρώ Αγιε Πέτρο.
- 3.000; Τρελός είσαι; Πώς τα λογάριασες;
- Αγιε Πέτρο, έλα πιο κοντά να μην μας ακούν.
Ο Αγιος Πέτρος πήγε κοντά του και ο Έλληνας του ψιθυρίζει:
- Ακουσε να δεις: 1.000 για σένα, 1.000 για μένα, 400 στο Γερμανό για να το βουλώσει και 600 θα δώσουμε στον Αλβανό για να βάψει την πόρτα...
- Το 1987, πήγε ο τότε πρωθυπουργός Α. Παπανδρέου να εγκαινιάσει μια νέα πτέρυγα στα διυλιστήρια της ESSO PAPPAS στην Θεσσαλονίκη.
- Με την είσοδο του ήταν παρατεταγμένοι όλοι οι επίσημοι. Υπουργοί, Νομάρχες, Στρατηγοί κτλ. Αφού τους χαιρέτισε όλους ρωτάει.
- O Μπιτζίδης που είναι ρε παιδιά; -Aφωνος ο διευθυντής της ESSO, διότι ο Μπιτζίδης ήταν ο τελευταίος μουντζούρης εργάτης, στέλνει να τον ειδοποιήσουν να έρθει. Πράγματι ανεβαίνει επάνω ο Μπιτζίδης και μόλις βλέπει τον Παπανδρέου τρέχει και αγκαλιάζονται με συγκίνηση. Αντρέα μου ο Μπιτζίδης, Γιώργο μου ο Παπανδρέου, δάκρυσαν. Το 1991 πηγαίνει ο Μητσοτάκης να εγκαινιάσει την ίδια πτέρυγα.! -Πάλι τα ίδια . Όλοι οι επίσημοι στην σειρά.
- Που είναι ο Μπιτζίδης ρε παιδιά, λέει ο Μητσοτάκης, πάλι κόκαλο ο διευθυντής, φωνάζει πάλι τον Μπιτζίδη. Η ίδιες σκηνές μόλις ανεβαίνει επάνω. Αγκαλιές, συγκίνηση, Γιώργο μου, Κώστα μου. Όταν τελείωσε η εκδήλωση, ο διευθυντής φωνάζει τον Μπιτζίδη στο γραφείο του.
- Έλα δω ρε Μπιτζίδη, τι γνωριμίες είναι αυτές;- Αυτές δεν είναι τίποτα κύριε διευθυντά, λέει ο Μπιτζίδης, στην Ευρώπη να δείτε τι γνωριμίες έχω.
- Θαχει πλάκα να ξέρεις και τον πάπα.-Αλλοιμονο, τον παπα δεν ξέρω ;-Ρε μπαγάσα, θα κάνω τα έξοδα να πάμε μαζί στο Βατικανό να δω αν λες αλήθεια, λέει ο διευθυντής. Πράγματι, ξεκινάνε και φτάνουν στο Βατικανό, εκείνη την ώρα ο πάπας ήταν σε ένα μπαλκόνι και διάβαζε κάτι, ενώ κάτω στην πλατεία ήταν χιλιάδες πιστών.
- Κύριε διευθυντά, ανεβαίνω επάνω να χαιρετήσω τον παπα και έρχομαι σε λίγο λέει ο Μπιτζίδης. Πράγματι ανεβαίνει επάνω, πάει από πίσω από τον παπα, τον χτυπάει πίσω στην πλάτη, γυρίζει ο πάπας και μόλις τον βλέπει, παρατάει τα πάντα και πάλι τα ίδια . Αγκαλιές, φιλιά, Γιώργο μου, παπα μου. Αφού τα είπαν λίγο στο μπαλκόνι, ο Μπιτζίδης χαιρέτισε τον παπα και κατέβηκε κάτω, στον διευθυντή του. Αλλά τι να δει. Ο διευθυντής του αναίσθητος κάτω και από πάνω να του κάνουν αέρα και μαλάξεις. Όταν συνήλθε, τον ρωτάει ο Μπιτζίδης, - τι πάθατε κύριε διευθυντά.
- Τι να πάθω ρε Μπιτζίδη του λέει, όταν αγκαλιαζόσουν και φιλιόσουν με τον παπα, ήρθε ένας Φιλανδός και με ρώτησε.
- Αυτός που αγκαλιάζεται με τον Μπιτζίδη, ποιος είναι;!
Είμαστε στην Γερμανική κατοχή. Τρεις πόντιοι ψάχνουν να κρυφτούν από τους γερμανούς. Δεν ξέρουν που να πάνε, οπότε καθώς τρέχουν βλέπουν ξαφνικά ένα πηγάδι. Λέει ο ένας:
- Παιδιά εγώ λέω να πέσουμε και να κρυφτούμε εκεί μέσα, έτσι δεν θα μας βρούνε.
- Μα τα πηγάδια κάνουν αντίλαλο έτσι όπως είναι άδεια, διαφωνεί ο δεύτερος, άμα μπούμε μέσα δεν θα κάνουν και θα μας καταλάβουν...
- Έλα βρε βλάκα, λέει ο τρίτος, άμα έρθουν από πάνω και αρχίσουν να μιλάνε, θα λέμε ακριβός ότι λένε και θα είναι σαν αντίλαλος.
Μπαίνουν λοιπόν οι πόντιοι μέσα στο πηγάδι. Κάποια στιγμή καταφθάνουν τρεις Γερμανοί και στέκονται από πάνω. Λέει ο ένας:
- Που να πήγαν αυτοί οι πόντιοι;
- Που να πήγαν αυτοί οι πόντιοι; (αντιλαλούν από κάτω τα ξεφτέρια...)
- Ρε μπας και πήγαν στο βουνό; λέει ο δεύτερος γερμανός.
- Ρε μπας και πήγαν στο βουνό; (λένε οι πόντιοι)
Οπότε γυρίζει άνετος ο τρίτος γερμανός και λέει:
- Έλα μωρέ ας ρίξουμε μια χειροβομβίδα και είτε είναι εκεί μέσα είτε όχι εμείς χεστήκαμε.
- Ρε μπας και πήγαν στο βουνό; ... λένε δυνατά οι πόντιοι...