φρέσκα ανέκδοτα

Είναι ένας άνθρωπος, ο oποιος ξαφνικά πεθαίνει και εκεί που ανεβαίνει επάνω στα ουράνια συναρτάει τον Aγιο Πέτρο.
Μόλις τον βλέπει ο Aγιος Πέτρος τον ερωτάει:
- «Που θες να πας στην κόλαση ή στον παράδεισο;
Τότε λέει ο πεθαμένος:
- «Έχω αυτή την δυνατότητα να διαλέξω;
Ναι, του απατάει ο Aγιος Πέτρος.
- «Μπορώ όμως να δω πως είναι στην κόλαση και πως στον παράδεισο;» λέει ο πεθαμένος.
- «Ναι,» του απατάει ο Aγιος Πέτρος.
- «Ωραία,» λέει ο πεθαμένος και πάει στον παράδεισο. Τα βλέπει όλα ωραία, γαλήνια, άσπρα, ήρεμα με συννεφάκια. Μετά πάει και στην κόλαση και βλέπει γκομενάκια τους πεθαμένους να γλεντάμε σε κλαμπ να πεινούν και να καπνίζουν. Ανεβαίνει τότε ο πεθαμένος επάνω και συναρτάει τον Aγιο Πέτρο και του λέει:
- «Συγγνώμη αλλά θα διαλέξω την κόλαση.»
- «Ωραία,» του λέει ο Aγιος Πέτρος.
Καθώς φτάνει στην κόλαση βλέπει να γίνονται βασανιστήρια και ότι άλλο θες. Εκεί που είναι ερωτάει κάποιον:
- «Τι γίνεται εδώ; εγώ όχθες τα είδα αλλιώς τα πράγματα»
Και του απαντάει ο άλλος:
- «Χθες ήταν προεκλογική περίοδος!»
Δύο ξανθοί καουμπόηδες κάθονται σε ένα σαλούν και τα πίνουν.
Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ένας τύπος μέσα λέγοντας:τους μισώ τους κωλοινδιάνους(κρατώντας ένα κεφάλι ινδιάνου παραμάσχαλα)Θα δώσω $1000 σε όποιον μου φέρει το κεφάλι ενός ινδιάνου.
Οι δύο ξανθοί αλληλοκοιτάζονται και φεύγουν για να κυνηγήσουν ινδιάνους. Μετά απο λίγο βλέπουν έναν ινδιάνο. Ο ένας αρπάζει μια πέτρα και του την πετάει στο κεφάλι αφήνωντας τον αναίσθητο. Για κακή τους τύχη όμως ο ινδιάνος κατρακυλάει σε μια ρεματιά.
Τον ακολούθούν και τελικά τον βρίσκουν στο κάτω μλερος της ρεματιάς. Ο ένας βγάζει ένα μαχαίρι για να πάρει το τρόπαιο και ο άλλος του λέει:
- Μεγάλε για κοίτα εδώ λίγο.
- Όχι τώρα δεν μπορώ.
- Μα κοίτα σου λέω.
- Παράτα μας ρε φίλε. Έ΄χω $1000 στα χέρια μου.
- Σε παρακαλώ, κοίτα!
Ο άλλος γυρνάει και βλέποντας 5000 ινδιάνους μονολογεί:Ω, θεέ μου, θα γίνουμε εκατομμυριούχοι!
Ήταν μια φορά, κάτι πειρατές, αυτοί (όπως όλοι οι πειρατές) μετά από κάθε πειρατεία το γλένταγαν. Εκεί που ήταν όλοι σκνίπα, αρχίζει ο τραυλός (αυτόν είχαν πάνω στο κατάρτι) να φωνάζει «κα κα κα κα κ α!» άστα να πάνε μέχρι να πει καράβι, έρχεται πάνω τους ένα και τους βυθίζει.
Μετά από κάτι χρόνια, το ίδιο σκηνικό, καινούργιο καράβι πάλι ο τραυλός στο κατάρτι, πάλι στο γλέντι αρχίζει να φωνάζει, «κα κα κα κ α κα!». Μέχρι να πει καράβι, βρεθήκανε στον πάτο πάλι. Κάτι χρόνια μετά, πάλι το ίδιο σκηνικό, άλλο καράβι ! πάλι ο τραυλός στο κατάρτι αρχίζει, «κα κα κ α κα κα». Πετάγεται ο καπετάνιος, πάνω στην σούρα του Μα…κες όλοι στην θάλασσα έρχεται καράβι πάνω μας! Τρέχουν όλοι πανικόβλητοι και βουτάνε στη θάλασσα ( σου λένε ας γλιτώσουμε εμείς, ποιος σκέπτεται το καράβι) και τότε ακούνε τον τραυλό να λέει «κα κα κα κα καρχαρίες ρε μα…. Κεεεες!
Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένα μικρό γκρίζο σπουργιτάκι. Καθόταν λοιπόν σε ένα κλαδί και θαύμαζε τα χελιδόνια. Ήταν όμως η εποχή που τα χελιδόνια άρχιζαν να αποδημούν σε τόπους πιο ζεστούς. Το σπουργιτάκι ζήλεψε, και αποφάσισε και αυτό να αποδημήσει μαζί με τα χελιδόνια.
Μια και δύο ανοίγει τα φτερά του και ξεκινάει πίσω από τα χελιδόνια. Όμως, η μικρή του αντοχή και το τσουχτερό κρύο, εξουθένωσαν το σπουργιτάκι, το οποίο πάγωσε στον αέρα και έπεσε σαν τούβλο στη γη.
Ενώ φαινότανε ότι είχε έρθει το τέλος για το σπουργιτάκι, περνάει μία αγελάδα και χέζει επάνω στο σπουργιτάκι. Παρότι το θέαμα ήταν άκρως αηδιαστικό, η ζέστη από τα σκατά της αγελάδας αναβίωσαν το σπουργιτάκι. Μόλις το σπουργιτάκι ξανάνιωσε τα φτερά του, άρχισε να κελαηδάει δυνατά από τη χαρά του που ήταν ακόμα ζωντανό.
Λίγο πιο πέρα, μία γάτα που άκουσε το κελάηδημα από το σπουργιτάκι, τρέχει γρήγορα προς το μέρος του. Μόλις το βλέπει, αμέσως το πιάνει με το στόμα και το βγάζει από τα σκατά της αγελάδας, το καθαρίζει και μετά το τρώει, δίνοντας άδοξο τέλος στο κακόμοιρο το σπουργιτάκι...
Δυο χωριάτες, ο Γιώργης και ο Θανάσης που δεν είχαν πάει ποτέ τους στην πόλη αποφασίζουν να πάνε να δουν το μεγάλο πολυκατάστημα που άνοιξε.
Πάνε στα "αγροτικά είδη" και λέει ο ένας στον άλλο:
Θανάσης: Για δες ωρέ Γιώργη, "βιταμινούχος τροφή για χοίρους".
Γιώργη: Δεν αγοράζουμε να τη δοκιμάσουμε.
Θανάσης: Και δεν τ αγοράζουμε Πάνε στα "ηλεκτρονικά είδη" Θανάσης: Κοίτα Γιώργη: πλυντήριο για να μην πλένεις τα ρούχα στη σκάφη.
Γιώργης: Δεν αγοράζουμε ρε Θανάση να το δούμε.
Θανάσης: Και δεν αγοράζουμε Στα "είδη υγιεινής:
Θανάσης: Κοίτα Γιώργη, μια μεγάλη βούρτσα για τον καμπινέ.
Γιώργης: Δεν αγοράζουμε Θανάση να τη δοκιμάσουμε.
Θανάσης: Και δεν αγοράζουμε
Μετά από λίγες μέρες συναντιούνται:
Γιώργης: Που λες Θανάση πώς τη βρήκες τη χοιροτροφή; Τα γουρούνια μου΄γίναν τετράπαχα Θανάσης: Και τα δικά μου. Καλά άσε το πλυντήριο. Η γυναίκα μου είναι τρισευτυχισμένη που δεν πλένει πια στο χέρι.
Γιώργης: Και η δική μου.
Θανάσης: Τη βούρτσα πώς τη βρήκες;
Γιώργης: Ακου Θανάση μου, πές με οπισθοδρομικό, αλλά εγώ προτιμω το χαρτί υγείας