φρέσκα ανέκδοτα

Αρρώστησε η μητέρα του Γιωρίκα, και έπρεπε να πάει να την δει. Αποφάσισε να αφήσει λοιπόν στην θέση του στο μπαρ τον Κωστίκα, και άρχισε να του δίνει συμβουλές.
- Λοιπόν, τα πράγματα είναι απλά. Όλοι οι πελάτες εδώ είναι καλοί και φιλικοί. Το πιο δύσκολο που έχεις να αντιμετωπίσεις είναι κάποιοι κωφάλαλοι που έρχονται εδώ κάθε βράδυ.
- Καλά, ρε Γιωρίκα, αφού είναι κωφάλαλοι πώς θα ξέρω τι θέλουν; ρωτάει ο Κωστίκας.
- Α, το έχουμε ταχτοποιήσει αυτό. Εγώ με αυτούς έχουμε βρει συνθήματα. Όταν σου δείχνουν ένα δάχτυλο, θα τους πηγαίνεις Gordons, όταν σου δείχνουν 2, θα τους πηγαίνεις βότκα και όταν σου δείχνουν 3 θα τους πηγαίνεις ουίσκι...
Το επόμενο απόγευμα στο μαγαζί έρχονται και οι κωφάλαλοι.
Δείχνουν 1 με το δάχτυλο, του πάει Gordons. Δείχνουν 2, τους πάει βότκα. Δείχνουν 3, τους πάει ουίσκι.
Μετά από λίγο βλέπει και τους 3 να κοιτάνε το ταβάνι με τα στόματα ανοιχτά. Δεν ξέρει τί σημαίνει αυτό και τηλεφωνεί στον Γιωρίκα.
- Α, έλα ρε, αυτό δεν είναι τίποτε, λέει ο Γιωρίκας!
- Τότε τί έχουν πάθει; ρωτάει ο Κωστίκας;
- Τίποτε ρε... Μεράκλωσαν και τραγουδάνε...
Ήταν κάποτε δύο ερωτευμένα άλογα. Η σχέση τους ή ταν ιδιαίτερα δυνατή.
Κάποια μέρα, το αρσενικό άλογο φεύγει και πηγαίνει στην πόλη για να αναβαθμίσει τον υπολογιστή του. Μόλις φεύγει, ο καλύτερος του φίλος (επίσης άλογο), βρίσκει την ευκαιρία να την "πέσει" στην κοπελιά του. Οπότε την πλησιάζει και της λέει.
- Έλα μανάρα μου να φύγουμε μαζί και να παντρευτούμε.
Εκείνη απαντάει...
- Α πα πα, δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Είμαι ερωτευμένη με το "αγόρι" μου.
- Μα τι πράγματα είναι αυτά που μου λες. Ξέρεις ότι με τρελαίνεις. Aστο τον άλλο και πάμε να φύγουμε μαζί.
- Ξέρεις ότι σε εκτιμάω ιδιαίτερα, αλλά δεν μπορώ να του το κάνω αυτό.
- Σε παρακαλώ, είμαι ερωτευμένος μαζί σου. Δεν μπορώ χωρίς εσένα. Χέστον τον άλλο και παντρέψου με...
- Ότι και να πεις δεν μπορώ να υποκύψω.. τον αγαπάω..
- Μα έλα..
- Μα δεν μπορώ..
- Αν δεν με παντρευτείς, θα πέσω από το γκρεμό να σκοτωθώ.
- Σου είπα ότι δεν γίνεται!
- Αυτή είναι η τελευταία σου λέξη;
- Ναι!
- Εντάξει τότε.. θα με έχεις βάρος για πάντα στη συνείδησή σου..
... Και λέγοντας αυτά, παίρνει φόρα και πηδάει από το γκρεμό. Το θηλυκό άλογο πετιέται τρομαγμένο! Κοιτάει από κάτω και βλέπει τον καλύτερο φίλο του αρσενικού διαμελισμένο. Αρχίζει και τρέμει ενώ συλλογίζεται...
- Τι έκανα η κακούργα; Με την άρνησή μου, οδήγησα ένα αθώο άλογο στο θάνατο. Δεν μπορώ να ζήσω με τέτοιες τύψεις, τέτοιο βάρος στη συνείδησή μου. Θα αυτοκτονήσω.
Έτσι, χωρίς δεύτερη σκέψη, το θηλυκό άλογο παίρνει φόρα και πηδάει και αυτό με τη σειρά του από το γκρεμό.
Μετά από δύο λεπτά, το αρσενικό άλογο επιστρέφει από την πόλη, αφού έχει θυμηθεί στο δρόμο ότι είναι Κυριακή και τα μαγαζιά είναι κλειστά. Φωνάζει την κοπελιά του αλλά δεν λαμβάνει απάντηση. Φωνάζει τον φίλο του.. αλλά ούτε πάλι λαμβάνει απάντηση. Αρχίζει να τους ψάχνει, αλλά μάταια.. δεν είναι πουθενά. Στεναχωρημένο νομίζοντας ότι το εγκατέλειψαν, πάει πάνω από το γκρεμό και αγναντεύει το άπειρο μοιρολογώντας. Σε κάποια στιγμή, κοιτάει κάτω και βλέπει τα δύο άλογα που είχαν γίνει πλέον μία μάζα από κρέατα. Σπαράζει η καρδιά του και μονολογεί δυνατά...
- Ω, τι έπαθα ο άμοιρος. Η γυναίκα της ζωής μου.. νεκρή... ο καλύτερος μου φίλος.. και αυτός νεκρός. Τι θα απογίνω ολομόναχος σε αυτή τη ζωή; Δεν μπορώ να ζήσω έτσι.. θα αυτοκτονήσω...
Πραγματικά, το αρσενικό άλογο παίρνει φόρα και πηδάει και αυτό από το γκρεμό. Εκείνη τη στιγμή ακούγεται μία φωνή απο κάτω από τον γκρεμό...
- Ρεεεεεε... ποιος μαλ**** πετάει άλογα;
Ένας τύπος τον είχε πενήντα πόντους αλλά δεν μπορούσε να τον βολέψει πουθενά!
Τέτοια πίκρα. Πάει λοιπόν σε ένα γιατρό και του λέει... το και το! Ογιατρός του λέει:
- Kοίτα η επιστήμη δε μπορεί να κάνει τίποτα σε αυτή την περίπτωση, δεν πας στην τάδε μάγισσα; Τι να κάνει το παλικάρι μες στην απελπισία του δοκιμάζει και από αυτό. Πάει λοιπόν στη μάγισσα και αυτή του λέει:
- Θα πας στο δάσος και θα βρεις μια λίμνη που ζει ένας βάτραχος. Θα του ζητήσεις να σε παντρευτεί και αυτός θα σου πει ... Όχι! Κάθε φορά πουθα σου λέει το όχι θα σου μικραίνει δέκα πόντους! Tρελάθηκε ο τύπος πάει λοιπόν στην λίμνη και βρίσκει τον βάτραχο.
- Βατραχάκι θα με παντρευτείς;
- Όχι, λέει το βατραχάκι. Tη χουφτώνει και πράγματι είχε μικρύνει δέκα πόντους. Ξαναδοκιμάζει:
- Βατραχάκι θα με παντρευτείς;
- Όχι, λέει το βατραχάκι. Tη χουφτώνει και πράγματι είχε μικρύνει άλλους δέκα πόντους. Ωραία, σκέφτεται, τώρα είναι τριάντα πόντους, αν την κάνω είκοσι θα είναι πολύ καλά, θα είμαι περιζήτητος στις γυναίκες! Ξαναδοκιμάζει τελευταία φορά:
- Βάτραχε θα με παντρευτείς;
- Μα τι μαλάκας είσαι εσύ, πόσες φορές θα στο πω; Όχι, όχι, όχι!