φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν δυο φίλοι αρκετά παχουλοί και συναντιούνται μετά από καιρό. Ο ένας από τους δύο έχει αδυνατίσει και έχει γίνει στυλάκι. Απορημένος ο δεύτερος, τον ρωτάει πως τα κατάφερε και ο άλλος του λέει πως πήγε σε ένα καινούριο κέντρο αδυνατίσματος, που χρησιμοποιεί πολύ πρωτοποριακές μεθόδους και του το συστήνει ανεπιφύλακτα να πάει. Την επόμενη μέρα πάει ο παχουλός στο κέντρο αδυνατίσματος και κλείνει ένα πρόγραμμα. Από την ρεσεψιόν του λένε να ανεβεί στον πρώτο όροφο και να μπει στη δεύτερη πόρτα δεξιά. Μπαίνει μέσα και βλέπει μια απίστευτη γκόμενα, φορώντας πολύ σέξι εσώρουχα, να τον κοιτάζει με λάγνο βλέμμα και να του λέει:
- Τρέχω, τρέχεις, κυνηγάς, αν με πιάσεις, με γα**ς, καμπανάκι σταματάς. Πω πω σκέφτεται ο τύπος εδώ είμαστε! Αρχίζει η γκόμενα να τρέχει, από πίσω αυτός για να την πιάσει. Μετά από 3 ώρες τρέξιμο καταφέρνει να την πιάσει και εκείνη την ώρα χτυπάει το καμπανάκι. Πάει στη ρεσεψιόν, ζυγίζεται είχε χάσει 2 κιλά. Την επόμενη μέρα πάλι τα ίδια. Μετά από μια εβδομάδα, του λένε από τη ρεσεψιόν να πάει στο δεύτερο όροφο, στην τρίτη πόρτα αριστερά. Βρίσκει μια ακόμη καλύτερη γκόμενα, η οποία του λέει τα ίδια:
- Τρέχω, τρέχεις, κυνηγάς, αν με πιάσεις με γα**ς, καμπανάκι σταματάς. Αρχίζει το τρέξιμο ο τύπος, μόλις έπιανε την γκόμενα χτύπαγε το καμπανάκι, αλλά τουλάχιστον έχανε κιλά. Την τελευταία εβδομάδα του προγράμματος, του λένε να πάει στον τελευταίο όροφο του κτιρίου και να μπει στη μοναδική πόρτα που υπάρχει εκεί. Μπαίνει μέσα και βλέπει ένα διμετρο αράπη, γυμνό με ένα τεράστιο εργαλείο να τον περιμένει και να του λέει:
- Τρέχεις, τρέχω, κυνηγώ, αν σε πιάσω σε γα**, καμπανάκια και μ@λ@κίες δεν έχει!
Κάποια ηλιόλουστη μέρα, η Κοκκινοσκουφίτσα αποφάσισε (σύμφωνα με το λαϊκό μύθο) να επισκεφτεί τη γιαγιά της.
Ο δρόμος ο οποίος περνούσε μέσα από το δάσος, ήταν γεμάτος αγριολούλουδα, και ήταν φυσικό να προσελκύσει το ενδιαφέρον της μικρής Κοκκινοσκουφίτσας. Έτσι, ενώ πέρναγε μέσα από το δάσος, έψαχνε πίσω από δέντρα και θάμνους για να βρει αγριολούλουδα να πάει στη γιαγιά της.
Σε κάποια στιγμή, στρίβει πίσω από μία οξιά και αντικρίζει τον κακό λύκο. Με αφελές ύφος, τον ρωτάει...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλα μάτια;
- Για να σε βλέπω καλύτερα, απαντάει βιαστικά ο λύκος και την κοιτάει αγριεμένα.
Η Κοκκινοσκουφίτσα διστάζει λίγο, αλλά γρήγορα φεύγει προς την αντίθετη κατεύθυνση, για να ξαναρχίσει την συλλογή αγριολούλουδων. 20 μέτρα πιο κάτω, και ενώ ακολουθεί μια συστάδα αγριολούλουδων πίσω από ένα πουρνάρι, ξαναπέφτει πάνω στον κακό λύκο. Και πάλι με αφελέστατο ύφος, η Κοκκινοσκουφίτσα ρωτάει...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αυτιά;
- Για να σε ακούω καλύτερα, λέει με ακόμα πιο αγριεμένο ύφος ο κακός λύκος.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται, και η Κοκκινοσκουφίτσα επιστρέφει στο μάζεμα. Λίγο πιο κάτω, πίσω από κάτι βράχους, η Κοκκινοσκουφίτσα συναντάει για ακόμα μία φορά τον κακό λύκο. Έχει αρχίσει να ψυλλιάζεται τη δουλειά, και μπαίνει γρήγορα στο νόημα...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλη μύτη;
- Για να σε μυρίζω καλύτερα, απαντάει ο λύκος που με δυσκολία πλέον κρατούσε την οργή του!
Η Κοκκινοσκουφίτσα, συνηθισμένη πλέον, φεύγει αδιάφορη για να ασχοληθεί και πάλι με τα αγριολούλουδα. Σε κάποια στιγμή, και ενώ το καλάθι της είχε σχεδόν γεμίσει, βλέπει μία σπηλιά και μπαίνει μέσα. Εκεί, (για φαντάσου) συναντά και πάλι τον κακό το λύκο, ο οποίος έδειχνε προκλητικά τα δόντια του. Η Κοκκινοσκουφίτσα αμέσως ρωτάει...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλα δόντια;
Και ο λύκος...
- Θα με αφήσεις, γα** το φελέκι μου, να χέσω με την ησυχία μου επιτέλους;
Τρεις μπογιατζήδες ένας Αλβανός ένας Γερμανός και ένας Έλληνας πέθαναν και πάνε στον Παράδεισο.
Ο Αγ. Πέτρος τους άνοιξε την Πόρτα.
- Καλώς τα παιδιά! Και είχα ανάγκη από την ειδικότητά σας! Θέλω να βάψω την Πόρτα του Παράδεισου, για πέστε μου πόσα θέλετε να την βάψετε;
- 600 ευρω, λέει ο Αλβανός.
- Μπα! 600; Και πως τα λογάριασες;
- Ε, να 200 για μένα, 200 εφορία και ένσημα και 200 τα υλικά.
- Εσύ, λέει ο Αγ. Πέτρος του Γερμανού, πόσα θέλεις;
- 900 ευρω = 300 για μένα + 300 εφορία και ένσημα + 300 τα υλικά.
- Εσύ, λέει του Έλληνα, πόσα θέλεις;
- Είμαι πολύ πιο ακριβός, αλλά μας συμφέρει όλους και θα πάρω τη δουλειά.
- Δηλαδή, πόσο ζητάς; ρωτάει ο Αγ. Πέτρος.
- 3 χιλιαρικάκια.
- 3.000; Εσύ είσαι τρελός παιδί μου!
Αναστέναξε ο Ελληνας με την αμάθεια.
Με εντελώς κουρασμένο ύφος, παίρνει παράμερα τον Αγιο Πέτρο και του εξηγεί:
- Ελα πιο κοντά, να μην μας ακούν.
Δημιουργική λογιστική δεν σας μαθαίνουν εδώ ρε παιδιά; Φαντασία δεν έχετε; Ακουσε να δεις αφού πρέπει να το εξηγώ κιόλας: 3.000 = 1.000 για σένα + 1.000 για μένα + 400 για τον Γερμανό να κάνει πέρα + 600 που ζήτησε ο Αλβανός.
Ο Αλβανός θα βάψει την πόρτα με υπεργολαβία από εμένα. Στην πατρίδα μου, όποιος δίνει τη χαμηλότερη προσφορά, στο τέλος αυτός κάνει τη δουλειά και παίρνει όσα ζήτησε από την αρχή.
Είτε υπογράφει τη σύμβαση ο ίδιος ή κάποιος άλλος.
Επιπλέον, ο Γερμανός θα πάρει 400 για κάτι που δεν έκανε.
Οπότε σε παίρνει να τον απειλήσεις πως θα αποκλειστεί από μελλοντικές δημοπρασίες αν δεν σου αλλάξει το πόμολο σαν δωρεά.
Θα το κάνει, δεν υπάρχει περίπτωση να αρνηθεί αφού έτσι βάζει πόδι στην επιτροπή δημοπρασιών.
Ετσι μένουν ΟΛΟΙ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ ευχαριστημένοι.
Και ο Γερμανός, και ο Αλβανός, και εγώ, και εσύ, και ο Παράδεισος, και το αφεντικό σου που θα δει βαμμένη πόρτα + καινούργιο πόμολο εκτός σύμβασης.
Πες μου τώρα, έχεις κανένα λόγο να μη μου δώσεις τη δουλειά;
Ένα ζευγάρι μόλις παντρεύτηκε και άρχισε να συζεί.
Η Ελένη για να ευχαριστήσει τον άντρα της σκέφτεται να του ετοιμάσει ενα ωραίο φαγητό. Σκίζεται λοιπόν η Ελένη όλη μέρα μέσα στην κουζίνα για να ευχαριστήσει τον άντρα της και του φτιάχνει στιφάδο που ξέρει ότι του αρέσει...
Γυρνάει λοιπόν ο Νίκος από τη δουλειά και βλέπει το τραπέζι στρωμένο άψογα με κεριά...
Κάθεται ο Νίκος να φάει και μόλις τελειώνειτο φαγητό λέει στην Ελένη:
- Πολύ ωραίο Ελενίτσα μου, αλλά η μαμά μου βαζει και κατι ακόμα και γίνεται πιο νόστιμο. Θα της πω να σου δώσει τη συνταγή.
Στεναχωρημένη η Ελένη που κουράστηκε όλη μερα να το ετοιμάζει, ξαναπροσπαθει να ευχαριστήσει το Νίκο ετοιμάζοντας παστίτσιο... πάλι όλη μέρα προσαθούσε η Ελένη να φτιάξει ωραίο το παστίτσιο.
Γυρνάει ο Νίκος απο τη δουλειά και βλέπει πάλι το τραπέζι τέλεια στρωμένο... Τρώνε και της λέει ο Νίκος...
- Ωραίο το παστίτσιο σου, Ελενίτσα μου, αλλά η μαμά μου κάνει πιο ωραία τη μπεσαμέλ. Θα της πω να σου δώσει τη συνταγή.
Αρχίζει η Ελένη να εκνευρίζεται που ψόφισε απο την κούραση όλη μέρα στην κουζίνα και αποφασίζει την άλλη μέρα να καθαρίσει το σπίτι στην εντέλεια... Έτσι και έκανε, και γυρνάει ο Νικολάκης απο τη δουλειά μπαίνει μέσα και ρωτάει την Ελένη...
- Τί ωραία που μυρίζει το σπίτι! Αστράφτουν τα πατώματα! Αλλά η μαμά το έχει κάθε μέρα έτσι!
Αγανακτισμένη η Ελένη και μην ξέροντας τί άλλο να κάνει, παίρνει τηλέφωνο τη φίλη της τη Μαρία να πάνε για καφέ να της πει τον πόνο της... Της τα λέει όλα αυτά η Ελένη, και η Μαρία λέει:
- Οι περισσότεροι έτσι κάνουν... Ακου τί θα κάνεις: Θα αγοράσεις μαύρα εσώρουχα και μαύρα σατέν σεντόνια και θα τον περιμένεις ξαπλωμένη στο κρεβάτι...
Έτσι και έκανε η καημένη η Ελένη.
Γυρνάει ο Νίκος απο τη δουλειά και φωνάζει:
- Ελένη, που είσαι, Ελένη μου; Δεν απαντάει κανείς, μπαίνει λοιπόν μέσα στην κρεβατοκάμαρα και βλέπει την Ελένη με τα μαύρα εσώρουχα ξαπλωμένη πάνω στο κρεβάτι με τα σατέν μαύρα σεντόνια και λέει:
- Τί έγινε, Ελένη μου; Γιατί μαύρα; Μήπως έπαθε τίποτα η μανούλα μου;
Πήρα fax : Tο κατάλαβα.
Μπάρκουλης είσαι; : Είσαι τρελός.
Βισματώθηκα : Έχω πολύ δουλειά.
Ποδανά : Διάλεκτος των νέων. ( ανάποδα )
Η goa : Η rave γκόμενα.
Έφαγα ήττα : Έπαθα σοκ.
Στην πίπα σου : Βούλωστο.
Την είδα Σορίν Ματέι : Έγινα πολύ κακός.
Μάτσας : Προδότης.
Με έδωσες : Με πρόδωσες.
Pamela : Η γυναίκα με το μεγάλο μπαλκόνι.
Κόντρα πλακέ : Η γυναίκα με το μικρό μπαλκόνι.
Σοβάτισμα : Ο αυνανισμός. (πεοπαλινδρόμηση)
Τον σακουλιάσανε : Τον πιάσανε, τον συλλάβανε.
Έφαγα φλας : Μου ήρθε ξαφνικά.
Κουκουρούκου : Δεν μπορούμε να Συνεννοηθούμε.
Τα πήρα στο κρανίο : Νευρίασα.
Μαδομούνι γίνετε : Τσακώνονται γκόμενες.
Στην ψύχρα : Στα ίσια, κατάμουτρα.
Χιόνι : Ασταθής χαρακτήρας.
Ο ακάλυπτος : Ο καραφλός.
Φλάσαρα : Μου ήρθε απότομα.
Κατέβασα παροχή : Αδιαφόρησα.
Τον έκανε εμετό : Τον τρέλανε.
Σπερματοκτόνο : απλησίαστη γκόμενα.
Μαρς : Ορμά.
Έγινα παζλ, χώμα : Κουράστηκα.
Βγάζω φανέλα, εφημερίδα : Διαδίδω.
Σαλούφα, μπακατέλα : άσχημη γκόμενα.
Νταλίκα : Αντρογκόμενα.
Μπερκέτι : Πάρα πολύ καλό
Τσάγια ,Τσίου : άντε γεια.
Κόλλησα : Κόλλησε το μυαλό μου.
Ο καρεκλάς : Ο βλάκας.
Φλόμπα : Ελεεινή γκόμενα.
Ο φιδέμπορας : Ο ψεύτης, ο απατεώνας.
Ο γκλίτσας : Ο βλάχος.
Τη σούταρα : Την έδιωξα.
Έφαγα πίκρα : Απογοητεύτηκα.
Absolut : H γκομενάρα.
Είναι φτέλι : Είναι ξεφτιλισμένη.
Παλεύουμε; : To λες αν δεις χοντρή γκόμενα.
Μπουρούχα : Η άσχημη γκόμενα.
Φρικάρισα : Τρελλάθηκα.
Ξέρει γαλλικά και πιάνο : Αυτός που μιλάει αισχρά.
Μην καρφώνεσαι : Μην προδίδεσαι.
Κάνει τον κινέζο : Κάνει πως δεν ξέρει.
Κάνει τον Σημίτη : Το ίδιο με το παραπάνω.
Φατσοκόφτης : Ο πορτιέρης των club.
Κουραδοκόφτης : Το τάγκα εσώρουχο.
Ο σπινταριστός : Ο βιαστικός.
Τον κόβω : Τον κοιτάω.
Ρετάρισα : Χάζεψα.
Τα είδα όλα : Έμεινα έκπληκτος.
Είναι ρούχλας : Είναι τεμπέλης.
Γιάφκα : Συγκέντρωση φίλων στο σπίτι.
Έκλεισε η φάση : Κανονίστηκε.
Την κάτσαμε : Την πατήσαμε.
Βούλγαρος : Φίλαθλος του ΠΑΟΚ.
Γαύρος : Φίλαθλος του Ολυμπιακού.
Βαζέλας : Φίλαθλος του Παναθηναϊκού.
Χανούμισσα : Φίλαθλος της ΑΕΚ.
Λέμε- και εννοούμε.
Χάλιας , χαλές , μανιαμούνιας : χαζογκόμενος.
Καλώς τον αδελφό Ξεφτίλα : καλώς τον κολλητό που είναι ομοϊδεάτης και ομοιοπαθής.
Ξελαμπικάρω : ξεδίνω.
Κάνε την , κόψε λάσπη , στρίβε : άδειασέ μας τη γωνιά.
Έφαγα αγγούρι / παλούκι : είχα πολύ δουλειά.
Τα βρήκα μπαστούνια : δυσκολεύτηκα.
Τα στύλωσα : πεισμάτωσα.
Την τίλιασα : έφαγα μέχρι σκασμού.
Έπαθα νίλα : την πάτησα.
Έχω δόντι : έχω μέσον.
Με κάρφωσες , με έδωσες , μου έκανες ματσακονιά : με πρόδωσες.
Πήγα για χόρτα , ή για μπίζα : την πάτησα.
Τον χόρεψε , τον έστειλε για τσάϊ : τον τρέλανε.
Ψιλικοκό , μανόγαλο : αυνανισμός.
Μπουζουριάζω , κάνω τσακωτό , φακώνω : συλλαμβάνω , πιάνω κάποιον.
Αμπλα - ούμπλα : ασυνεννοησία.
Πήρα κρανιωδώς , άναψαν κόκκινα : τσαντίστηκα.
Στην ξεφτίλα : πολύ φτηνά , ή πολύ εύκολα.
Η γκόμενα είναι " γεια σου " , ή " όπου " : είναι απλησίαστη.
Παντόφλα , τάβλα : γυναίκα με μικρό στήθος.
Μπεμπέκα : αντρογυναίκα.
Καϊνάρι : στραβοπόδα ή ξεφτιλισμένη γκόμενα.
Ταλιατέλα : πολύ άσχημη γκόμενα που το παίζει ωραία.
Σουρωτήρι , χωνί , αέρα - πατέρα , σταθμός υπεραστικών : γκόμενα χαμηλών ηθών.
Κατά του απέναντι στόχου βά - λααα - τε : ορμά.
Χάλασε το γρανάζι : κόλλησε το μυαλό μου.
Αγρότης : αγροτικό αυτοκίνητο.
Στόκος , bridge : ο κολλημένος.
(Κα)ρέκλας , ρεμπεσκές , ρούχλας : ο τεμπέλης.
Φεύγας , στροφίγγος : ο ασταθής τύπος.
Μάρτυρας του Αυνάν : ο μαλάκας.
Φευγάτος : ο παλαβός.
Εξάτμιση : ο πούστης.
Καμπριολέ , γκάμπριο , πλατείας : καραφλός.
Γιαούρτογλου , καραγκιοζοplayer : βλάκας , πανηλίθιος.
Καλώς το Ντάτσουν , καλώς τα ζαντολάστιχα : καλώς το βλάχο.
Αργύρης Χαλιλόπουλος , Χαλίλης , Γιαχαμπίμπης Γιαλελέλης : ο βλάχος που φορά ένα κάρο χρυσά τιμαλφή.
Ρόδας , γκάζιας , γκαζοφονιάς : μηχανόβιος.
Δίνω πασαπόρτι : διώχνω.
Την κάνω μπραφ : την κοπανάω.
Κάνω πάσα : στέλνω κάποιον σε κάποιον άλλον.
Έλα γεια : παράτα τα.
Έπαθα φρίκη , παρέδωσα πνεύμα , όλα είδον : τα έφτυσα.
Βάζω γκολ : τα καταφέρνω.
Έκατσε , ή (αγ)κάλιασε η φάση : κανονίστηκε.
Τσίσους Κράϊστ ( Chesus Сhrisт ) , χεσμένος : αυτός που έχει πιει πολύ
Τσίσα : τέλος.