φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν ένας βλάχος και πήγε στην Αθήνα για κάτι δουλείες.
Ο βλάχος όμως είχε μια κακή συνήθεια! Έβγαζε τα τσαρούχια του, πετώντας τα με δύναμη στον τοίχο με αποτέλεσμα να κάνει πολύ θόρυβο. Το πιο κακό όμως είναι ότι αυτό το έκανε αργά το βράδυ. Το ίδιο έκανε και στο ξενοδοχείο που έμενε κι έτσι το ζευγάρι που έμενε δίπλα έκανε παράπονα στην ρεσεψιόν του ξενοδοχείου. Γυρίζοντας λοιπόν το βράδυ ο βλάχος στο ξενοδοχείο του είπαν οι υπεύθυνοι του ξενοδοχείου:
- Κύριε Μήτρο, σας παρακαλούμε να μην βγάζετε με αυτό τον τρόπο τα τσαρούχια σας γιατί κάνετε θόρυβο και ενοχλείτε τους διπλανούς σας.
Ο βλάχος όμως είχε τέτοια νύστα που το ξέχασε. Πήγε λοιπόν στο δωμάτιο, έβγαλε το ένα τσαρούχι με δύναμη και μετά θυμήθηκε τα λόγια του υπεύθυνου. Βγάζει και το άλλο τσαρούχι σιγά-σιγά και το ακουμπάει στο πάτωμα με προσοχή. Αφού ξάπλωσε στο κρεβάτι, και αφού πέρασε κανένα δεκάλεπτο, ακούγεται μια φωνή από το διπλανό δωμάτιο:
- Αντε ρε βλάχο, βγάλε και το άλλο επιτέλους να κοιμηθούμε!
Πάει μια μέρα ένας κύριος σε έναν κτηνοτρόφο:
{1}- Γεια σας κύριε τι κάνετε;
{2}- Καλά είμαι, εσείς;
{1}- Καλά είμαι, τι θέλετε;
{2}- Να τίποτα, κοιτάζω τις κότες σας...
{1}- Ααα! έχω πολύ καλές κότες. Καλοθρεμμένες... αλλά και οι κόκορες γαμάνε πολύ και είναι πολύ καρπεροί.
{2}- Ναι κύριε, μπράβο σας, αλλά εγώ ένα θέλω να μάθω: τι τις ταΐζετε;
{1}- Α, τις ταΐζω σιτάρι...
{2}- Σιτάρι; 50.000 πρόστιμο (Εφοριακός)...
Πάει την άλλη μέρα...
{2}- Καλημέρα κύριε, πως πάνε οι κότες σας σήμερα;
{1}- Εεεε καλά... Έιναι λίγο αρρωστούλες, δεν τρώνε πολύ σήμερα, αλλά και οι κόκορες δεν είναι και πολύ καρπεροί αυτές τις μέρες...
{2}- Εντάξει κύριε, αλλά εγώ θέλω να μάθω τι τις ταΐζετε;
{1}- Καλαμπόκι...
{2}- Καλαμπόκι; 100.000 πρόστιμο!
Πάει την άλλη μέρα.
{2}- Καλημέρα κύριε, πως πάνε οι κότες σας σήμερα;
{1}- Αχχ! Χάλια, έχουν ανορεξίες, σχεδόν δεν τρώνε καθόλου, αλλά και οι κόκορες έχουν αγαμίες... Χάλια!
{2}- Εντάξει κύριε, αλλά εγώ θέλω να μάθω τι τις ταΐζετε;
{1}- Δεν ξέρω, τους δίνω και τρώνε έξω!
Σε ένα μακρινό βασίλειο, υπήρχε η παράδοση η βασιλοπούλα να παντρεύεται τον υπήκοο με το μεγαλύτερο "όργανο".
Όταν λοιπόν ήρθε η ώρα της παντρειάς, ο βασιλιάς κάλεσε τους υποψήφιους γαμπρούς για αξιολόγηση. Ήρθαν διάφοροι, αλλά κανένας δεν κάλυπτε τις προδιαγραφές.
Ο καιρός πέρναγε και εκεί που ο βασιλιάς είχε απογοητευτεί, έρχεται ένας τελευταίος υποψήφιος.
Για να δούμε τα προσόντα σου, του λέει ο βασιλιάς. Τα κατεβάζει αυτός και βλέπουν ένα μικρό σα γαριδάκι. Καλά, μας δουλεύεις; ρωτά τσαντισμένος ο βασιλιάς.
Α, μεγαλειότατε, λέει αυτός, με παρεξηγήσατε.
Και αρχίζει: Μπόρο-μπόρο-μπόρο-μπόρο... και αρχίζει το γαριδάκι και μεγαλώνει, μεγαλώνει, γεμίζει το δωμάτιο, βγαίνει από το παράθυρο, τυλίγει το παλάτι και συνέχιζε...
Εντυπωσιάστηκε ο βασιλιάς, αλλά τον ρωτάει, καλά και πως το κουμαντάρεις αυτό τώρα;
Αρχίζει τότε αυτός: μπίρι-μπίρι-μπίρι-μπίρι... και τον μαζεύει πάλι στη θέση του.
Κατενθουσιασμένος ο βασιλιάς, αγόρι μου εσένα περιμέναμε, ετοιμάσου για το γάμο. Γίνεται λοιπόν το μυστήριο, και πάνε την πρώτη νύχτα στο κρεβάτι.
Έλα άντρα μου να το κάνουμε, του λέει η βασιλοπούλα και κάθεται αυτή στη μια άκρη, αυτός στην άλλη και αρχίζει:
Μπόρο-μπόρο-μπόρο γκρουπ! χτυπάει το ένα πόδι της. Φτού, αστόχησα.
Μπίρι-μπίρι-μπίρι. Δεν πειράζει, άντρα μου, ξαναπροσπάθησε.
Μπόρο-μπόρο-μπόρο γκρουπ! χτυπάει και το άλλο πόδι.
Μπίρι-μπίρι-μπίρι. Έλα πάλι άντρα μου.
Μπόρο-μπόρο-μπόρο αχχχ!
Μπράβο άντρα μου το πέτυχες... Ξεκίνα τώρα!
Μπορο-μπίρι-μπόρο-μπίρι-μπόρο-μπίρι...
Είναι ο Μητσοτάκης και ο Παπανδρέου καλεσμένοι σε επίσημο δείπνο με κόκκινα χαλιά, χρυσά μαχαιροπήρουνα κ. Λ. Π. Ο Μητσοτάκης θαμπωμένος από τα χρυσά πιρούνια, αποφασίζει να πάρει ένα, και το βάζει κρυφά στην τσέπη του.
Ο Παπανδρέου, όντας και αυτός ενθουσιασμένος από τα πολυτελή μαχαιροπήρουνα αποφασίζει και εκείνος να αρπάξει ένα. Όμως λόγω της μεγάλης ηλικίας του, έτρεμαν τα χέρια του με αποτέλεσμα να μην τα καταφέρνει. Ο Μητσοτάκης τον κορόϊδευε... Θυμωμένο ο Παπανδρέου αποφασίζει να του δώσει ένα μάθημα, οπότε καλεί τον σερβιτόρο.
- Παιδί μου, επειδή σε συμπάθησα πολύ, θα επιθυμούσα να σου δείξω κάποιες μαγικές μου ικανότητες. Πάρε αυτό το χρυσό πιρούνι και βάλτο στην τσέπη μου.. Όντως ο σεριτόρος το έκανε. Ύστερα με απορία τον ρωτά:
- Και τι θα γίνει με το πιρούνι κ. Παπαδρέου;- Α, αφού σου είπα ότι έχω μαγικές ικανότητες! Ψάξε στην τσέπη του Μητσοτάκη και θα δεις που το βρείς!