φρέσκα ανέκδοτα

Πάνε τρεις γυναίκες στο παράδεισο και λέει ο Aγιος Πέτρος στη πρώτη.
- Εσύ ήσουνα καλή με τον άντρα σου;
- Εγώ Aγιε μου ήμουνα πάρα πολύ καλή με τον άντρα μου βέβαια τον απάτησα δυο φορές αλλά τον αγαπούσα πάρα πολύ.
- Δεν πειράζει πάρε το χρυσό κλειδί του παραδείσου.
Λέει στη δεύτερη:
- Εσύ ήσουνα καλή με τον άντρα σου;
- Εγώ Αγιε μου ήμουνα πολύ καλή μαζί του όμως τον απάτησα καμιά δεκαριά φορές.
- Καλά συγχωρείσαι πάρε το ασημένιο κλειδί του παραδείσου.
Λέει και στη τρίτη:
- Εσύ ήσουνα καλή με τον άντρα σου;
- Εγώ Αγιε μου δεν τον αγαπούσα καθόλου πάντα τον απατούσα. Ήμουνα σκέτη που**να.
- Καλά συγχωρείσαι πάρε το κλειδί του δωματίου μου.
Ένας παππούς 97 ετών πάει σε έναν ασφαλιστή.
- Γειά σας, θέλω να κάνω μια ασφάλεια ζωής.
- Τι λες ρε παππού, ασφάλεια ζωής, τρελάθηκες, πόσο είσαι;
- 97 ετών, λέει ο παππούς.
Τρελαίνεται ο ασφαλιστής.
- Μιλάς σοβαρά τώρα; Τί να την κάνες;
- Να, θέλω να πάω με τον πατέρα μου ένα ταξίδι στο εξωτερικό και καλό είναι να είμαστε ασφαλισμένοι.
Ο ασφαλιστής έχει τρελαθεί!
- Με τον πατέρα σου; Πόσο είναι εκείνος;
- Ε, 125 τον άλλο μήνα.
- Και τι θα κάνετε στο εξωτερικό;
- Να μωρέ, πηγαίνουμε να επισκεφτούμε τον παππού μου.
Ο ασφαλιστής χτυπάει το κεφάλι του στο γραφείο.
- Τι λε ρε μπάρμπα, με κοροϊδεύεις; Πόσο είναι ο παππούς σου;
- Κλείνει τα 142 σε μια βδομάδα.
- Και τι θα κάνετε εκεί;
- Παντρεύεται και πάμε στο γάμο!
Ο ασφαλιστής έχει σκαρφαλώσει στο πρεβάζι και είναι έτοιμος να φουντάρει.
- Και... Γιατί παντρεύεται;
- Μαλακίες μωρέ, τον πιέζουν οι γονείς του!
Η γιαγιούλα η καημένη πλησίαζε τα 80 και για να έχει ήσυχο το κεφάλι της κάλεσε μια μέρα ένα δικηγόρο στο σπίτι της για να του υπαγορεύσει τη διαθήκη της.
Ερχεται λοιπόν ένας νεαρός γύρω στα τριάντα και βγάζοντας ένα μπλοκ και στυλό, κάθεται απέναντί της στο καναπέ του σαλονιού και αρχίζει να γράφει ότι του έλεγε η γιαγιά.
Ρίχνοντας μια ματιά στο τραπέζι μπροστά του βλέπει ένα μεγάλο μπωλ με αμύγδαλα.
- Μπορώ να πάρω κανένα; ρωτάει με ευγένεια την ηλικιωμένη γυναίκα.
- Και το ρωτάς αγόρι μου; Οσα θέλεις να πάρεις, του απαντάει εκείνη χαμογελαστά.
Αρχίζει λοιπόν κι ο φίλος μας να τρώει τα αμυγδαλάκια το ένα μετά το άλλο. Πέρασε καμμιά ώρα με την υπαγόρευση και συνειδητοποίησε με έκπληξη ότι τα είχε φάει τελικά όλα.
- Χίλια συγγνώμη που σας τα έφαγα όλα τα αμύγδαλα, της είπε με απολογητικό ύφος ο δικηγόρος. Ξέρετε είχα σκοπό να φάω μόνο ένα δύο, αλλά παρασύρθηκα.
- Μη το σκέφτεσαι καθόλου αγόρι μου, του απάντησε γλυκά η γιαγιούλα. Αλλωστε από τότε που έβαλα μασέλα, δεν μπορώ εγώ να τα φάω. Μόνο τη σοκολάτα απέξω γλείφω και τα ξαναβάζω στο μπωλ.
Η γεροντοκόρη μένει μόνη της και για συντροφιά της έχει ένα παλιό πιάνο. Μια και δεν έχει και πολλά πράγματα να κάνει, κάθεται συχνά εμπρός από το πιάνο της και χτυπά τα πλήκτρα.
Ένα απόγευμα, την ώρα που παίζει, το κουδούνι της χτυπά. Αιφνιδιασμένη που έχει επισκέψεις, ανοίγει την πόρτα και βλέπει έναν γοητευτικό νεαρό άνδρα.
- Καλησπέρα σας, την προλαβαίνει ο νεαρός.
- Καλησπέρα, τι θα θέλατε;
- Είμαι ο κουρδιστής πιάνων. Ήρθα για το πιάνο σας, λέει χαμογελαστά.
- Μα εγώ δεν κάλεσα κανέναν κουρδιστή πιάνων.
- Το ξέρω κυρία μου. Οι γείτονές σας με κάλεσαν!