Skip to main content
Ήταν κάποτε ένα νιόπαντρο ζευγάρι το οποίο αποφάσισε να κάνει μήνα του μέλιτος στο εξωτερικό. Έχοντας αρχίσει με τραίνο το ταξίδι τους, πηγαίνουν στον υπεύθυνο και του ζητάνε να τους δώσει μία prive κουκέτα για να περάσουν "ήσυχα" τις πρώτες τους ώρες στον έγγαμο βίο. Ο υπεύθυνος όμως τους πληροφορεί ότι δεν υπάρχει κουκέτα prive, παρά μόνο μία στην οποία μένει και ένας γέρος που διαβάζει όλη την ώρα εφημερίδα και δεν ενοχλεί κανένα. Το ζευγάρι, πάνω στις ορέξεις του, δεν το σκέφτηκε και πολύ και έτσι αποφασίσει να πάρει την εν λόγω κουκέτα. Μπαίνοντας μέσα, χαιρετάνε τον γέρο που κάθεται σε μία καρέκλα και διαβάζει εφημερίδα. Ο γέρος ούτε καν σηκώνει το βλέμμα του να κοιτάξει, και συνεχίζει σιωπηλός να διαβάζει την εφημερίδα του. Χωρίς καθυστέρηση, το ζευγάρι μπαίνει στο κρεβάτι, κλείνει και την κουρτίνα και σε λίγα λεπτά αρχίζει και επιδίδεται στο παραδοσιακό άθλημα της πρώτης νύχτας του γάμου. Σε μια στιγμή έντασης και ρομαντισμού, το ζευγάρι αρχίζει να κάνει σχέδια... - Αργύρη μου.. πώς θα το βγάλουμε το πρώτο μας αγόρι; - Τι θα έλεγες για Γιωργάκη;. - Μπα.. πολύ κοινότυπο.. - Τότε τι λες για το "Κωνσταντίνος" - Αυτό είναι καλύτερο. Έχει φινέτσα! - Και τι θα τον σπουδάσουμε όταν μεγαλώσει; - Εγώ νομίζω ότι θα έχει καλλιτεχνική κλίση... - Μα τι λες τώρα, το παιδί μου δεν το κάνω καλλιτέχνη... θα πεινάσει.. - Τότε τι θες να γίνει; Δημόσιος υπάλληλος; - Α πα πα, αυτές είναι δουλειές για τις λαϊκές μάζες... - Τότε τι να τον κάνουμε; - Το βρήκα, θα γίνει επιστήμονας... - Ναι, ναι.. επιστήμονας.. είναι ότι πρέπει. Σε κάποια στιγμή, ο μηχανοδηγός του τραίνου συνειδητοποιεί ότι μία αγελάδα έχει στρογγυλοκαθίσει στις γραμμές του τραίνου. Τραβάει απότομα τον μοχλό του φρένου, και όλοι στο τραίνο γίνονται ένα κουβάρι. Στην κουκέτα αρχίζουν να πετάγονται χέρια, πόδια, σκεπάσματα, εσώρουχα.. Αφού το τραίνο σταματάει, ο γέρος αρχίζει να βγάζει τα παραπανίσια πράγματα από το πρόσωπό του πετώντας τα στο ζευγάρι και λέγοντας... - Πάρε την κιλότα σου, πάρε το σώβρακό σου, πάρε το σουτιέν σου.. πάρε και το γιο σου τον επιστήμονα...
Νεαρή Σκωτσέζα γυρίζει σπίτι με κλάματα και όταν η μάνα της τη ρωτάει τί τρέχει, απαντάει ότι έκανε τεστ εγκυμοσύνης και της βγήκε θετικό.
– Ποιό γουρούνι στο έκανε αυτό;;; λέει η μαμά. Να ʽρθει αμέσως νʼ αναλάβει τις ευθύνες του!!!
Σηκώνει το τηλέφωνο η μικρή, παίρνει ένα νούμερο και σε καμιά ωρίτσα σταματάει έξω απʼ την πόρτα τους μια… κόκκινη Ferrari και βγαίνει ένας καλοντυμένος κύριος με γκρίζους κροτάφους, με πολύ αέρα. Μπαίνει στο σπίτι, κάθονται στο σαλόνι, μαμά, μπαμπάς και νεαρή, κι ο Φεράρι απέναντι. Τους λέει λοιπόν:
– Ακούστε, δεν μπορώ να παντρευτώ την κόρη σας, δεν μου το επιτρέπει η θέση μου και η οικογενειακή μου κατάσταση, αλλά προτίθεμαι να εξασφαλίσω το μέλλον του παιδιού και με το παραπάνω.
Αν κάνει κορίτσι θα γράψω στο όνομα του 2 διαμερίσματα στο Λονδίνο, μια βίλα στην Κορνουάλη και θα καταθέσω 500.000 λίρες στον λογαριασμό της. Αν κάνει αγόρι θα του γράψω ένα εργοστάσιο και θα καταθέσω στον λογαριασμό του 1.000.000 λίρες. Αν κάνει δίδυμα θα τους γράψω από ένα εργοστάσιο και θα καταθέσω από 500.000 λίρες στο καθένα. Τώρα βέβαια, αν τυχόν αποβάλλει…
Πετάγεται όρθιος ο μπαμπάς που μέχρι εκείνη την ώρα απλώς άκουγε, τον χτυπάει στον ώμο και του λέει:
– Εντάξει, βρε αδερφέ, αν αποβάλει, εδώ είμαστε… την ξαναπηδάς…
Μια μέρα κάποιος που είχε αποκλεισθεί σε ένα ερημονήσι, μετά το ναυάγιο και ήταν εκεί για δέκα χρόνια, βλέπει μια άσπρη κουκίδα στον ορίζοντα.
- «Σίγουρα δεν είναι πρόβατο» σκέφτεται φωναχτά.
Καθώς η κουκίδα πλησιάζοντας πλησιάζει, απορρίπτει την εκδοχή να είναι καραβάκι, ακόμη ούτε βάρκα.
Όταν πλησίασε πολύ κοντά, μια όμορφη ξανθιά με στολή καταδυτών βγαίνει από τον ωκεανό. Πλησιάζει τον ναυαγό ανοίγει μια τσέπη στη στολή της και βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα, του προσφέρει ένα και ρωτάει «πόσο καιρό έχεις να καπνίσεις» Ο ναυαγός λέει «δέκα χρόνια, όσο καιρό είμαι εδώ» καθώς άναψε το τσιγάρο και ήπιε μια καλή ρουφηξιά ,λέγοντας «ο κύριε τι απολαυστική μυρωδιά!» Η ξανθιά τον ρωτάει «πόσο καιρό έχεις να πιεις ουίσκι» Τρέμοντας ο ναυαγός τραυλίζει «Δε -δε -κα . . Δέκα χρόνια» Αυτή ανοίγει μια άλλη τσέπη και βγάζει ένα μπουκάλι και του το προσφέρει.
Βάζει το μπουκάλι στο στόμα ο ναυαγός ρουφάει μια μεγάλη ρουφηξιά, και λέει, «ΥΟΑΑΟΥΟΥΟΥ. . . είναι φανταστικό» Έπειτα η ξανθιά ανοίγει το μεγάλο μπροστινό φερμουάρ, που κατεβαίνει λίγο πιο κάτω από τη μέση, κοιτάζοντας τον ναυαγό παιχνιδιάρικα ρωτάει, «και πόσο καιρό έχεις να παίξεις στη γύρα?» ο άνδρας ανοίγει καλά τα μάτια του, και απαντάει, «Ο θεέ μου!» «Μη μου πεις ότι έχεις μπαστουνάκια του γκολφ εκεί μέσα?»
Ήταν ένας πολύ βαρύς άντρας και ήθελε να χάσει κιλά. Πάει σ ένα ινστιτούτο αδυνατίσματος και αυτοί του λένε:
- "Έχουμε ένα καταπληκτικό πρόγραμμα που σε μια εβδομάδα θα έχετε χάσει τα πρώτα 50 κιλά".
Τον βάζουν σ ένα δωμάτιο, μπαίνει μια γυμνή ξανθιά και του λέει:
- "Τρέχω, τρέχεις, με πιάνεις με γαμάς, όταν ακούσεις το κουδουνάκι σταματάμε".
Αρχίζει να τρέχει αυτός, πάνω που πάει να την πιάσει χτυπά το κουδουνάκι και σταματάει. Αυτό συνεχιζόταν μια βδομάδα ώσπου έχασε τα 50 κιλά.
Πολύ ευχαριστημένος γυρνά στο ινστιτούτο και λέει ότι θέλει να χάσει άλλα 50 αλλά πιο γρήγορα.
Τον βάζουν σε ένα δωμάτιο, μπαίνει σε λίγο ένας μαύρος, κατεβάζει το παντελόνι, πετάγεται ένα κοντάρι και με χοντρή φωνή λέει:
- "Τρέχεις, τρέχω, σε πιάνω σε γαμάω, κουδουνάκια και μαλακίες δεν υπάρχουν".
Διαγωνισμός σκύλων. Ο Γερμανός βγαίνει μ ένα λύκο-"όνειρο". Βγάζει 10 μάρκα, του τα βάζει στο στόμα και του λέει:
"Αντε, αγόρι μου. Κάνε αυτό που ξέρεις". Φσσστ, βολίδα ο σκύλος, εξαφανίζεται.
Ύστερα από δύο λεπτά γυρίζει με… τσιγάρα, εφημερίδα, καραμέλες και τα… ρέστα. Ο Αγγλος βγαίνει μ ένα υπέροχο σέτερ. Του δίνει 30 λίρες και του λέει:
"Αντε, αγόρι μου, κάνε αυτό που ξέρεις"
. Ο σκύλος γυρίζει ύστερα από 10 λεπτά με… τσιγάρα, εφημερίδα, δύο σακούλες σούπερ μάρκετ γεμάτες αλλαντικά, τα ρέστα και την… απόδειξη. Ο Έλληνας βγαίνει μ ένα μούργο… Του δίνει δύο πεντοχίλιαρα και του λέει:
"Αντε, αγόρι μου, κάνε αυτό που ξέρεις". Περνάει μισή ώρα, μία, δύο, ρε που ναι ο σκύλος, τέλος πάντων, βγαίνουν να τον ψάξουν και τι να δουν; "Καβάλα"
Σε μια σκύλα ο μούργος, κάνει… αμέριμνος τη δουλειά του. Οπότε πετιέται ο Έλληνας και λέει:
"Γι αυτό, ρε γαμώ το, δεν του δίνω λεφτά. Όλα οι… πουτάνες του τα τρώνε…".