Ήταν ένας Γερμανός, ένας Τούρκος και ένας Έλληνας και πήγαν σε ένα ξενοδοχείο. Αλλά ήταν άφραγκοι και είπαν να πάρουν ένα μονόκλινο δωμάτιο και να κοιμούνται με βάρδιες.
- Το μοναδικό μονόκλινο δωμάτιο που έχω, λέει ο ρεσεψιονίστας, έχει ένα φάντασμα. Το διάσημο Φάντασμα Με Τα Δώδεκα Σώβρακα!
- Εντάξει, δεν μας πειράζει, λέει ο Έλληνας.
Πηγαίνει πρώτα ο Τούρκος για ύπνο.
Ξαφνικά ξυπνάει και ακούει:
- Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα! Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα!
Τρομάζει, πηδάει από το παράθυρο και πεθαίνει!
Μετά πάει ο Γερμανός για ύπνο:
- Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα! Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα!
Τρομάζει, πηδάει από το παράθυρο και πεθαίνει κι αυτός!
Ήρθε η σειρά του Έλληνα. Ξυπνάει μέσα στον ύπνο του και ακούει:
- Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα! Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα!
Γυρνάει πλευρό ο Έλληνας και ξανακοιμάται.
Μετά από λίγο:
- Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα! Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα!
Λέει ο Έλληνας αγανακτισμένος:
- Μου δίνεις το ένα γιατί χέστηκα;
Ήταν μια φορά ενας βλάχος και πήγε να μείνει σε ένα ξενοδοχείο της Αθήνας. Λέει στη ρεσεψιόν, λοιπόν,να του δώσει ένα δωμάτιο και του λέει αυτή:
- Μήπως θα θέλατε και καμμιά κοπελίτσα για παρέα το βράδυ;
- Αμέ, γιατί όχι!
Γίνεται ότι γινεται, λοιπόν, την επόμενη μέρα πάει ο βλάχος να πληρώσει.
- Δε χρωστάτε τίποτα, λέει η ρεσεψιόν και του δίνει και 200 Ευρώ!
Πάει ο βλάχος όλο χαρά στο κατσικοχώρι του και λέει ότι έγινε στους συγχωριανούς του.
Αρχίζουν λοιπόν να πηγαίνουν ένας-ένας στο περιβόητο ξενοδοχείο και είχαν όλοι την ίδια εμπειρία.
Κάποια στιγμή τους πήρε πρέφα ο παπάς του χωριού και πήγε ο ίδιος στο ξενοδοχείο της Αθήνας να τσεκάρει.
Πάει στη ρεσεψιόν και της ζητάει δωμάτιο.
Αυτή, κλασσικά, του λέει:
- Μήπως θα θέλατε και καμμιά κοπελίτσα για παρέα το βράδυ;
- Αυτά είναι πράγματα του Σατανά, τέκνον μου, λέει ο παπάς,αλλά μιας και το ανέφερες...
Πάει ο παππάς στο δωμάτιο με την γκόμενα, την ξεσκίζει και την επόμενη μέρα πάει για να πληρώσει.
Η ρεσεψιόν του είπε οτι δε χρωστάει τίποτα και του δίνει 3000 Ευρώ.
Ο παπάς τα έχει χάσει και τη ρωτάει:
- Μα τέκνον μου, γιατί στους υπόλοιπους συγχωριανούς μου έδωσες 200 και σε μένα 3000 Ευρώ;
Και η ρεσεψιόν του λέει:
- Κοιτάξτε, τσόντα με παπά πρώτη φορα γυρίζουμε!
Ήταν μια φορά ο Kωστίκας στο χωριό και αποφάσισε να πάει στην Aθήνα για μια βόλτα οπότε ετοιμάζει τα πράγματα του και ξεκινάει.
Φτάνει λοιπόν στην Aθήνα και βρίσκει ένα καλό ξενοδοχείο για να μένει εκεί όπως κοιμόταν ωραία και καλά σκάει μύτη μια θεογκόμενα μισόγυμνη και το βάζει κάτω και του πετάει τα ματιά έξω. Tην επόμενη μέρα ευχαριστημένος ο Κωστικας πάει στη ρεσεψιόν να πληρώσει για να φύγει.
(Κωστικας) Παρακαλώ τι χρωστάω. (Λέει στον ταμία)
(Tαμίας) Tίποτα, εμείς σας χρωστάμε του λέει αυτός. Και του σκάει 200 ευρώ.
Ξαφνιασμένος ο Κωστικας φεύγει και γυρνάει πίσω στο χωριό του να πει στους υπόλοιπους τι του έτυχε. Φτάνει λοιπόν στο χωριό και τα λέει όλα στους συχωριανούς του όπως ακριβώς έγιναν. Aλλά όπως ήταν φυσικό κανένας δεν τον πίστεψε. Όμως ο φίλος του ο Γιωρίκας του είπε ότι για να του απόδειξη ότι έλεγε ψέματα θα πήγαινε ο ίδιος στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο, και έτσι έγινε.
Όπως λοιπόν έφτασε ο Γιωρίκας στην αθήνα πήγε στο ίδιο μέρος και έγιναν ακριβώς τα ίδια. Σκάει μύτη πάλι η γκομενάρα έγινε ότι έγινε και αντί να πληρώσει την επόμενη μέρα του έδωσαν και σʼαυτον 200 ευρώ.
Oπότε γυρνάει ο Γιωρίκας στο χωριό και λέει στους υπόλοιπους ότι ο Κωστικας έλεγε την αλήθεια.
Aλλά Όπως ήταν και πάλι φυσικό κανένας δεν τον πίστεψε και τα έλεγε αυτά για να καλύψει το φίλο του. Στην παρέα όμως έτυχε να είναι και ο παπάς του χωριού και τους είπε
(παπάς) Tέκνα μου μη λέτε ψέματα είναι μεγάλη αμαρτία
(Γιωρίκας) Μα παπά μου αλήθεια λέμε άμα θες πήγαινε να δεις και μόνος σου
(παπάς) Θα πάω για να σας αποδείξω ότι λέτε ψέματα
Και έτσι ξεκίνησε και ο παπάς με προορισμό το περιβόητο ξενοδοχείο. Φτάνει λοιπόν και ξαπλώνει το βράδι για να κοιμηθεί ξαφνικά έρχεται πάλι μια γκομενάρα, βάζει κάτω τον παπά και αλλάζει και σʼαυτον τα φώτα. Πάει την επόμενη μέρα ο παπάς στη ρεσεψιόν να πληρώσει:
- Τη χρωστάω;
- Eσείς χρωστάτε; εμείς σας χρωστάμε και του σκάνε και 400 ευρώ.
- Μα στους άλλους γιατί δώσατε 200 ευρώ?
- Ε τσόντα με παπά πρώτη φορά γυρίζουμε.
Μία ομάδα από άντρες κάθονται στη σάουνα και συζητούν για δουλειές και μετοχές όταν ξαφνικά χτυπάει ένα κινητό.
"Γεια σου μωρό μου, είσαι στο κλαμπ;"
"Ναι καλή μου."
"Αγάπη μου δε θα το πιστέψεις αλλά είμαι μπροστά στου YSL και υπάρχει ένα πανέμορφο μινκ προσφορά στη βιτρίνα."
"Πόσο κάνει καλή μου;"
"Το σκοτώνουν. Μόνο 2.000.000. Το πιστεύεις;"
"Μα δεν έχεις ήδη πολλά παλτά;"
"Σε παρακαλώ αγάπη μου, είναι μοναδικό!"
"Καλά, καλά, πάρ το!"
"Σ ευχαριστώ καρδιά μου. Α, για να μη σε κρατώ πολύ", πέρασα από τη Mercedes το πρωί και είδα το νέο κάμπριο. Πέθανα! Μίλησα στον πωλητή και αυτό που έχει στην έκθεση είναι ολοκαίνουργιο, με δερμάτινα καθίσματα, υδραυλικά, ηλεκτρικά, τα πάντα. Χρώμα χρυσό! Τι λες;"
"Έλα τώρα γλυκιά μου, έχουμε ήδη πολλά αυτοκίνητα!"
"Μα μου είχες υποσχεθεί ότι μπορώ να πάρω ένα κάμπριο!"
"Πόσο κάνει;"
"Δε θα το πιστέψεις, αλλά ο πωλητής είπε ότι θα μας το αφήσει μόνο 35.000.000, full extra, κομπλέ, με το κλειδί στο χέρι!"
"Καλά, καλά, άντε πάρ το!"
"Μωρό μου σε λατρεύω. Είσαι ο καλύτερος σύζυγος που θα μπορούσε να έχει μια γυναίκα. Ελπίζω να μην το παρακάνω αλλά θυμάσαι το ταξίδι που είχαμε κάνει στο Παρίσι; Θυμάσαι το ξενοδοχείο με την πισίνα και τα γήπεδα του τένις; Πουλιέται.
Το είδα το πρωί στο μεσιτικό γραφείο. Αν το αγοράζαμε θα είχαμε το τέλειο μέρος να μείνουμε τους κρύους μήνες του Χειμώνα!"
"Να σου πω, το είχα σκεφτεί κι εγώ. Πουλιέται είπες;"
"Αλήθεια; Το είχες σκεφτεί; Να πάω να κάνω μια προσφορά;
Ξέρεις, δεν είναι πολύ ακριβό και θα ταίριαζε στον τρόπο ζωής μας!"
"Πόσο το έχουν;"
"Μόνο 180.000.000 αγάπη μου. Είναι ευκαιρία!"
"Νομίζω έχουμε λεφτά στην άκρη. Πήγαινε και κάνε μια προσφορά αλλά με τίποτα πάνω από 165.000.000."
"Τελικά η σημερινή μέρα είναι καταπληκτική! Δε βλέπω την ώρα να σε πετύχω το βράδυ στο σπίτι για να το γιορτάσουμε!"
"Τα λέμε το βράδυ καλή μου."
Ο τύπος κλείνει το κινητό και ρωτά δυνατά:
"Ρε σεισ! Ποιανου ειναι αυτο εδω το κινητο;"
Είναι 2 φίλες ξανθιές η Ειρήνη και Βαλάντω και έχουν γκόμενους 2 αστροναύτες τον Νίκο και τον Μάκη.
Η NASA πληροφορεί τους αστροναύτες ότι πρέπει να πάνε στο φεγγάρι για μια αποστολή . Τα αγόρια σκέφτηκαν να πάρουν και τις κοπέλες τους μαζί για να περάσουν καλύτερα . Οι κοπέλες δέχτηκαν και ετοιμάστηκαν για την απογείωση στο φεγγάρι . Μόλις έφτασαν οι άντρες ξεκίνησαν για την προγραμματισμένη αποστολή αφού πρώτα πήγαν τα κορίτσια στο ξενοδοχείο και τους άφησαν χάπια για φαγητό και τους είπαν ότι θα επιστρέψουν σε 2 ημέρες . Τα κορίτσια πήγαν στο ξενοδοχείο και άρχισαν να τρώνε τα χάπια . Η Eιρήνη που ήταν και λίγο λαίμαργη δεν χόρτασε και ήθελε να φάει κι άλλο και λέει της Βαλάντως πάμε στον πύραυλο ίσως βρούμε κάτι να φάμε . Αφού έψαξαν βρήκαν ένα υγρό άσπρο και πηχτό και λέει η Ειρήνη:
- Βρήκα γιαούρτι και άρχισαν να το τρώνε, η Ειρήνη όμως έφαγε περισσότερο . Πήγαν πίσω για να κοιμηθούν . Το πρωί η Βαλάντω έψαχνε την Ειρήνη που έλειπε από το δωμάτιο . Ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο και ήταν η Ειρήνη.
- Που είσαι ;
- Ξέρεις τι ήταν αυτό που φάγαμε ;
- Όχι τι ήταν ;
- Βαλάντω ήταν προωθητικό για πυραύλους .
- Ε και λοιπόν ;
- Να το βράδυ πριν ξαπλώσω έκλασα και βρέθηκα στο Τόκυο !
Στην εποχή της μεγάλης μετανάστευσης φτάνουν στην Νέα Υόρκη ένα Κινέζος, ένας Νέγρος και ένας Πόντιος και συναντιούνται σε ένα φτηνό ξενοδοχείο.
Καθώς δεν έχουν αρκετά λεφτά αποφασίζουν να νοικιάσουν μαζί ένα δωμάτιο και από την επομένη να ψάξουν για δουλειά.
Πράγματι την επόμενη μέρα φεύγουν και οι τρεις για να βρουν δουλειά και επιστρέφουν αργά το απόγευμα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου.
- Τι έγινε Κινέζε, βρήκες δουλειά, τον ρωτάνε οι δύο άλλοι.
- Οι άτιμοι όπου και να πήγα με διώχνανε και μου λέγανε: έξω από δω παλιοσχιστομάτη. Τζίφος βρε παιδιά.
- Εσύ Νέγρο;
- Τα ίδια και χειρότερα, δεν φτάνει που με βρίζανε με διώξανε στην κυριολεξία και με τις κλωτσιές, οι άτιμοι.
- Εγώ παιδιά τα κατάφερα λέει ο Πόντιος και αύριο πιάνω δουλειά σε ένα εστιατόριο. Μόνο βρε Κινέζε είδα ότι έχεις ρολόι. Σε παρακαλώ μπορείς να με ξυπνήσεις στις 4 το πρωί για να ετοιμαστώ;
- Φυσικά του λέει ο Κινέζος.
Πάει για ύπνο ο Πόντιος αλλά οι δύο άλλοι ζοχαδιασμένοι που δεν βρήκαν δουλειά σκεφτόντουσαν τι να του κάνουν.
- Το βρήκα λέει ο Νέγρος και ανοίγει τη σόμπα παίρνει τις στάχτες και αρχίζει να πασαλείβει τον Πόντιο στο πρόσωπο και τα χέρια. Κατράμι ο Πόντιος.
Κατά τις 4 ο Κινέζος ξυπνά τον Πόντιο και του λέει "άντε σήκω ώρα για δουλειά".
Ευχαριστώ λέει ο Πόντιος, σηκώνετε και πάει για κατούρημα.
Καθώς ξαλάφρωνε κοιτά στον καθρέφτη, γουρλώνει τα μάτια και λέει όλο θυμό :
"Ρε τον π**στη τον Κινέζο τον μα**κα τον Νέγρο ξύπνησε!"
Ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας ήταν κολλητοί από μικροί, και όπου πήγαιναν, πήγαιναν μαζί.
Ήρθε η στιγμή και ο Γιωρίκας παντρεύεται!
Έγινε ο γάμος και ήταν να πάει το αντρόγυνο ταξίδι του μέλιτος. Και επειδή ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας δεν μπορούσαν να αποχωριστούν ο ένας τον άλλο, αποφάσισαν να πάνε και οι τρεις μαζί στο ταξίδι.
Φτάνουν στο ξενοδοχείο και ζητούν ένα δωμάτιο με διπλό κρεβάτι και ένα μονόκλινο.
Αλλά ο ξενοδόχος τους λέει ότι έχει μόνο ένα δωμάτιο με διπλό κρεβάτι και δεν υπάρχουν άλλα άδεια δωμάτια.
Αναγκάζονται λοιπόν να πάρουν αυτό το δωμάτιο και να κοιμηθούν όλοι μαζί. Πέφτουν να κοιμηθούν, και ο ο Κωστίκας νιώθει ένα χέρι στο πουλί του.
Το πρωί, με τύψεις γιατί θα χαλάσει τον γάμο του φίλου του, αποφασίζει να το πει στον Γιωρίκα:
- Ρε Γιωρίκα, συγνώμη που θα στο πω, αλλά το βράδυ που κοιμόμασταν η γυναίκα σου μου έπιανε το πουλί.
Και λέει ο Γιωρίκας:
- Ρε χαζέ, εγώ σου έπιανα το πουλί, γιατί ήθελα να ξέρω που ακριβώς βρίσκεται!
Πάει ένα ζευγάρι σε ένα ξενοδοχείο πολυτελείας για το Σαββατοκύριακο.
- Πόσο έχει το δωμάτιο;
- Ογδόντα ευρώ το βράδυ.
Συμφωνούν και μένουν όλο το σαββατοκύριακο. Δευτέρα πρωί πρέπει να φύγουν και πάνε στην ρεσεψιόν να πληρώσουν.
- 450 ευρώ.
- Μα καλά, εσείς δεν μας είπατε 80 ευρώ; 80x2= 160. Τα υπόλοιπα 290 τι είναι;
- Τα 90 είναι για την χρήση της πισίνας.
- Μα εμείς δεν κάναμε χρήση της πισίνας. Στην θάλασσα κάναμε μπάνιο.
- Εδώ ήταν, μπορούσατε να την χρησιμοποιήσετε!
- Τα άλλα 200 τι είναι;
- Τα 120 είναι για την ιππασία.
- Μα δεν κάναμε ιππασία!
- Τα άλογα ήταν εδώ, ας κάνατε ιππασία!
- Και τα υπόλοιπα 80;
- Είναι χρήση της σάουνας και του γυμναστηρίου!
- Μα δεν έκανα χρήση.
- Εδώ ήταν, ας κάνατε κύριε.
- Ωραία λοιπον, λέει ο δικός μας, τότε θα πρέπει να μου δώσετε και εσείς 810!
- Και γιατί να σας τα δώσω; φρικάρει ο ξενοδοχος.
- Είναι 1.100 ευρώ γιατί πηδήξατε την γυναίκα μου!
- Εγώ; Την κυρία; Δεν την πήδηξα!
- Εδώ ήταν, ας την πηδούσατε!
Πάει ένας Ιταλός σε ένα ξενοδοχείο.
- Ένα δωμάτιο θα ήθελα.
- Ευχαρίστως, λέει ο ξενοδόχος, αλλά το βράδυ μπορεί να ακούσετε φωνές...
- Δεν με τρομάζουν εμένα αυτά, λέει ο Ιταλός.
Το βράδυ κοιμάται ο Ιταλός, και ξυπνάει από κάτι απειλητικές φωνές:
- Θα σε φάω! Θα σε φάω! Θα σε φάω!
Τρομοκρατημένος πέφτει από το παράθυρο!
Την επόμενη μέρα έρχεται ένας Γερμανός στο ξενοδοχείο.
- Ένα δωμάτιο θα ήθελα.
- Ευχαρίστως, λέει ο ξενοδόχος, αλλά το βράδυ μπορεί να ακούσετε φωνές...
- Δεν με τρομάζουν εμένα αυτά, λέει ο Γερμανός.
Το βράδυ κοιμάται ο Γερμανός, και ξυπνάει από κάτι απειλητικές φωνές:
- Θα σε φάω! Θα σε φάω! Θα σε φάω!
Τρομοκρατημένος πέφτει και αυτός από το παράθυρο!
Την επόμενη μέρα έρχεται ένας Έλληνας στο ξενοδοχείο.
- Ένα δωμάτιο θα ήθελα.
- Ευχαρίστως, λέει ο ξενοδόχος, αλλά το βράδυ μπορεί να ακούσετε φωνές...
- Δεν με τρομάζουν εμένα αυτά, λέει ο Έλληνας.
Το βράδυ κοιμάται ο Έλληνας, και ξυπνάει από κάτι απειλητικές φωνές:
- Θα σε φάω! Θα σε φάω! Θα σε φάω!
Σηκώνεται ο Έλληνας, και ψάχνει από πού έρχονταν οι φωνές.
Κοιτάει δεξιά, τίποτε...
Αριστερά, τίποτε...
Ανοίγει την ντουλάπα, και βλέπει μία μαϊμού να κρατάει μία μπανάνα και να της λέει:
- Θα σε φάω! Θα σε φάω! Θα σε φάω!
Την εποχή που στο λιμάνι του Πειραιά κυριαρχούσε η ατμόσφαιρα που γνωρίσαμε και στην ταινία "Τα κόκκινα φανάρια " συνέβη και το περιστατικό που περιγράφεται στο ανέκδοτο αυτό. Ήσαν δυο κοπέλες, η Φρίντα και η Σίλια, που σχεδόν συνεργάζονταν στην... Εξυπηρέτηση πελατών κάθε φορά που έφταναν πλοία στο λιμάνι μετά από πολύμηνη απουσία, με τα πληρώματά τους κουρασμένα και στερημένα από... τις ποικίλες ευχαριστήσεις που προσφέρει η ζωή. Ήσαν φίλες στην ουσία και δεν τις πείραζε ούτε το να δέχονται τον ίδιο πελάτη διαδοχικά. Έτυχε, λοιπόν, να έχουν και κάποιον έλληνα ναυτικό, μόνιμό τους πελάτη. Κάθε φορά που αυτός γύριζε από κάποιο μακρύ ταξίδι έτρεχε κοντά τους και περνούσε αρκετές ώρες πότε με τη μία και πότε με την άλλη. Μια φορά είχε λείψει γύρω στο χρόνο γιατί το καράβι που δούλευε είχε δέσει σε κάποιο λιμάνι της Β. Ευρώπης για επισκευή. Τις έπαιρνε τηλέφωνο, τους έλεγε ότι τις είχε επιθυμήσει, ότι τους ήταν... Πιστός, ότι επισκεπτόταν διάφορα μέρη για να σπρώχνει τον καιρό να περνά κι ότι περίμενε πώς και πώς την ώρα του γυρισμού. Ήλθε κάποτε κι αυτή η ώρα, τον υποδέχτηκαν αυτές όλο χαρά κι ακολούθησε ότι καθένας εύκολα φαντάζεται. Όπως ήσαν και τα δωμάτιά τους στο φτηνό ξενοδοχείο του λιμανιού δίπλα- δίπλα, έβγαινε από τη μια, έμπαινε στην άλλη. Ύστερα από δυο-τρεις μέρες οι κοπέλες πίνοντας καφέ, συζητούσαν τις εντυπώσεις τους.
- Πώς τον βρήκες; ρωτάει η Φρίντα τη Σίλια.
- Υπέροχο! Τί να σου λέω !Είχε ένα κέφι !Μια ορμητικότητα! Μια έξαψη! Πρωτοφανές το πάθος του... Εσύ πώς τον βρήκες;Κι εγώ το ίδιο θερμό κι ορεξάτο. Της απαντά η Φρίντα . Πες μου, όμως κάτι. Παρατήρησες τίποτε παράξενο πάνω του, αυτή τη φορά;
- Ναι, μωρέ, γεια σου! Θα το είδες κι εσύ φαίνεται για να ρωτάς. Είδα στο όργανό του επάνω κάποιο τατουάζ που έλεγε "νταμ "
- Όχου! Καημένη μου! Και μου τον παίνευες για ορμητικό και με πρωτοφανές πάθος! Σε πληροφορώ ότι κι εγώ το είδα το τατουάζ. Μόνο που όταν ήταν με μένα δεν έγραφε "... Νταμ " αλλά "Aμστερνταμ...!"-
Ήτανε μια φορά τρεις φίλοι ο Αλέξης ο Κώστας και ο Πέτρος ο κεκές(δηλαδή δεν μπορούσε να τα βγάλει τα λόγια του έχω εύκολα.
Είχαν πάει διακοπές και θα έμεναν σε ένα τεράστιο ξενοδοχείο. Πάνε λοιπόν στην reception και αυτή τους δίνει ένα δωμάτιο που βρισκόταν στο 20 πάτωμα. Τα ασανσέρ ήταν χαλασμένα όποτε έπρεπε να ανεβούν τις σκάλες. συμφωνούν λοιπόν να λέει ο καθένας τους μια ιστορία σε κάθε όροφο που ανέβαιναν για να περάσει η ώρα. Λέει ο Αλέξης μια λέει και ο Κώστας φτάνει και η σειρά το Πέτρου:
"Μ,μ,μια φφφορα και και ένα καιρό..."
Καλά άστο του λένε δεν πειράζει θα πούμε εμείς. Όποτε φτάνουνε στον δέκατο πάτωμα λέει ο Αλέξης μια ιστορία λέει κι ο Κώστας έρχεται και η σειρά του Πέτρου ξανά τα ίδια:
"Μ μμμια φφφορα και..."
Καλά άστο ρε πούστη μου αφού ξέρεις ότι δεν boris να μιλήσεις εύκολα. Λέει μια ιστορία ο Αλέξης στον 18 πάτωμα λέει και ο Κώστας στο 19 και ετοιμάζεται πάλι ο Πέτρος να πει κι αυτός κάτι και το σταματάνε οι άλλοι λέγοντας του να μην ανήσυχη γιατί είχαν μόνο ένα ακόμη όροφο. Λέει τότε και ο Πέτρος:
" Ρε "μαμαμαλακες" ξεξεχάσαμε το κκκκλλειδί στην reception."