Ανέκδοτα για παππούδες και γιαγιάδες

Ήταν δυο φαντάροι που γύριζαν από την έξοδό τους το βράδυ, όποτε σε κάποια στιγμή τον έναν τον έπιασε κόψιμο. Ψάχνοντας λοιπόν κάποιο μέρος να πάει να ξαλαφρώσει μπήκε στην αυλή ενός σπιτιού με δέντρα και χορτάρια.
Αφού τελείωσε και σκουπίστηκε με ένα χαρτομάντιλο σηκώθηκε να φύγει και κοίταξε τα χορτάρια για να μην τα πατήσει. Το περίεργο όμως είναι ότι ενώ έβλεπε το χαρτομάντιλο με το οποίο σκουπίστηκε δεν έβλεπε τα υπόλοιπα. Και αφού έψαξε καλά, ακόμα και με τα χέρια, δε βρήκε τίποτα. Αφού βγήκε και πήγε στο φίλο του, του το είπε και εκείνος δεν το πίστευε. Επιπλέον τον δούλευε και από πάνω.
Την επόμενη μέρα, και αφού όλο το βράδυ τον είχε φάει η περιέργεια για το συμβάν, αποφάσισε να ξαναπάει για να του λυθεί η απορία. Αφού έφτασε και μπήκε στην αυλή άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στα χορτάρια, αλλά τίποτα! Σε κάποια στιγμή βγαίνει μέσα από το σπίτι μια γρια και του λέει φωνάζοντας:
- Τι κανείς εκεί παιδί μου; Φύγε γρήγορα μη φωνάξω την αστυνομία!
Και το παιδί για να δικαιολογηθεί:
- Συγνώμη, αλλά πέταξα το τσιγάρο μου και ψάχνω να το βρω για να το σβήσω επειδή φοβήθηκα μην πιάσει καμιά φωτιά!
- Μπράβο παιδί μου. Εύγε λέει η γιαγιά. Τελικά υπάρχουν και καλά παιδιά σʼ αυτό τον κόσμο. Όχι σαν τον άλλο χθες βράδυ που τα έκανε πάνω στη χελώνα και αυτή μου τα φέρε μες στο σπίτι!
Καθόταν ένας παππούς στην αυλή και κοίταζε τον μικρό του εγγονό να παίζει.
Βλέπει τον εγγονό να βγάζει ένα σκουλήκι από την τρύπα, οπότε πηγαίνει στον εγγονό και του λέει:
- Θα σου δώσω πέντε ευρώ αν μπορέσεις να ξαναβάλεις το σκουλήκι μέσα στην τρύπα από όπου το έβγαλες.
Το αγοράκι σκέφτηκε ότι είναι πολύ εύκολο, και έτσι προσπάθησε. Μετά από λίγο κατάλαβε ότι δεν γινόταν τίποτε έτσι. Έτρεξε μέσα πήρε την λακ της γιαγιάς και ψέκασε το σκουλήκι. Το άφησε να στεγνώσει και μετά χωρίς δυσκολία το έχωσε πάλι στην τρύπα.
- Αυτό ήταν πολύ έξυπνο κόλπο, είπε ο παππούς. Πάρε τα 5 σου ευρώ.
Την επόμενη μέρα το αγόρι έπαιζε πάλι, και ο παππούς το πλησιάζει και του δίνει άλλα 5 ευρώ.
- Γιατί είναι αυτά; ρωτάει το αγόρι.
- Και η γιαγιά σου πιστεύει ότι ήταν έξυπνο κόλπο!
Ήταν κάποτε ενα κοριτσάκι που κάθε βράδυ πριν πάει για ύπνο έλεγε την προσευχή του.
Το ακούει ένα βράδυ ο πατέρας του να λέει:
- Θεούλη μου, να έχεις καλά την μαμά μου, τον μπαμπά μου και να δώσεις ενα μεγάλο φιλί στην γιαγιά μου!
Την επόμενη ημέρα πέθανε η γιαγιά.
Το βράδυ:
- Να έχεις καλά την μαμά, τον μπαμπά και να δώσεις ενα φιλί στην θεία.
Την επόμενη ημέρα πέθανε η θεία.
Ο μπαμπάς που την είχε ακούσει και εκείνο το βράδυ έκατσε εξω απο την πόρτα και άκουσε:
- Να έχεις καλά την μαμα μου, τα αδερφάκια μου και να δώσεις ένα τεράστιο φιλί στον μπαμπά μου.
Ο μπαμπάς πέρασε μία πολύ δύσκολη νύχτα, αλλά μέχρι το βράδυ που γύρισε σπίτι, τίποτε δεν του συνέβει.
- Γυναίκα, λέει στην γυναίκα του, βάλε μου να φάω γιατί είχα μία πολύ δύσκολη μέρα.
- Εσύ είχες δύσκολη μέρα; Εγώ τι να πω που ήρθε σπίτι ο κουμπάρος και πέθανε;
Πάει ο μπαμπάς στο κρεβάτι του παιδιού του, για να το καληνυχτίσει και το ακούει να λέει:
- "Θεούλη μου, θέλω να έχεις καλά τη μαμά μου, το μπαμπά μου, τη γιαγιά μου και δώσε χαιρετίσματα στον παππού μου!"
Το ακούει ο μπαμπάς αλλά δε δίνει σημασία!
Την επόμενη μέρα χτυπάει το τηλέφωνο και είναι η γιαγιά.
Πέθανε ο παππούς!
Το ίδιο βράδυ πάει πάλι ο μπαμπάς να καληνυχτίσει το παιδί και ακούει:
- "Θεούλη μου, θέλω να έχεις καλά τη μαμά μου, το μπαμπά μου και δώσε χαιρετίσματα στη γιαγιά μου!"
Το ακούει ο πατέρας αλλά και πάλι δε δίνει σημασία!
Την επόμενη μέρα πέθανε η γιαγιά!
Ο πατέρας τα είδε όλα!
Το βράδυ πήγε επίτηδες να κρυφακούσει:
- "Θεούλη μου, θέλω να έχεις καλά τη μαμά μου και δώσε χαιρετίσματα στον μπαμπά μου!"
Με το που το ακούει αυτό ο μπαμπάς τρελαίνεται!
Την επόμενη μέρα φεύγει απ' το σπίτι νωρίς για τη δουλειά και γυρίζει αργά το βράδυ ευτυχισμένος που μέχρι στιγμής ήταν ζωντανός!
Μπαίνει στο σπίτι καλησπερίζει τη γυναίκα του και της λέει:
- "Συγνώμη αγάπη μου, που άργησα αλλά είχα μια πολύ άσχημη μέρα..."
Και η γυναίκα:
- "Μιλάς εσύ; Εγώ τι να πω που πέθανε ο κουμπάρος μπροστά στην πόρτα μας;"
Μια φορά ήτανε η Ωραία Ελένη και καθόταν σε μία καφετέρια και έπινε καφέ.
Να σου και ένας παππούς, κάπου 85 με 90 χρονών. Του αρέσει η Ελενίτσα και την ρωτάει:
- Σε παντρεύει η μάνα σου;
- Με παντρεύει η μάνα μου, αλλά ο άντρας που θα μου με πάρει πρέπει να φέρει όλα τα νησιά του κόσμου στα πόδια μου, λέει η Ελένη για να τον ξεφορτωθεί.
- Για την Ελενίτσα, ότι θέλει, απαντά ο παππούς. Θα φέρουμε και όλα τα νησιά στα πόδια, λέει και κάνει κάτι μαγικά, και φλαπ, γίναν όλα τα νησιά δικά της.
Πάει στο σπίτι της η Ελένη και λέει στην μάνα της ό,τι έγινε...
- Του είπα να μου φέρει τα νησιά όλου του κόσμου, και μου τα έφερε... Πες μου, ρε μάνα, τι να κάνω...
- Λοιπόν, όταν θα τον ξαναδείς, να του πεις ότι αυτός που θα πάρεις πρέπει να την έχει 75 πόντους.
- Ωραία, λέει η Ελένη, γέρος άνθρωπος είναι, τι στο καλό θα κάνει να την βρει;
Την άλλη μέρα ξαναπερνά ο παππούς:
- Σε παντρεύει η μάνα σου;
- Με παντρεύει η μάνα μου, αλλά ο άντρας που θα μου με πάρει πρέπει να την έχει 75 πόντους!
- Για την Ελενίτσα, ότι θέλει, απαντά ο παππούς. Τι να κάνουμε, θα κόψουμε και 25 πόντους...
Ήταν ένας φαντάρος και πήρε ένα γράμμα που του έστειλε η γκόμενά του:
"Γιώργο,
Θέλω να σου πω ότι σε απάτησα και...
Θέλω να χωρίσουμε.
Σε παρακαλώ, στείλε πίσω τις φωτογραφίες μου...
Μαρία...
Ο καημένος ο Γιώργος ναι μεν στεναχωρήθηκε, αλλά ήθελε να εκδικηθεί, έτσι ζήτησε από όλους στον κοιτώνα του να του δώσουν φωτογραφίες από γιαγιάδες, αδερφές, θείες, μανάδες και οτιδήποτε θηλυκό.
Πήρε όλες τις φωτογραφίες, τις έβαλε σε έναν φάκελο και τις έστειλε στην Μαρία με την εξής σημείωση:
"Αγαπητή Μαρία,
Επειδή δε θυμάμαι ποια από όλες είσαι, πάρε τις φώτογραφίες σου και τις άλλες στείλτες μου πίσω...
Ευχαριστώ."
Ο πατέρας ακούει κρυφά το μικρό γιο να κάνει τη νυχτερινή του προσευχή:
"Θεέ μου φύλαγε τον μπαμπά μου, την μαμά μου, τη γιαγια μου και δώσε χαιρετίσματα στον παππού μου."
Παραξενεύτηκε λίγο, αλλά δεν έδωσε σημασία. Την άλλη μέρα ο παππούς πέθανε.
Μετά από λίγο καιρό πάλι τα ίδια ο μικρός:
"Θεέ μου φύλαγε τον μπαμπά μου, την μαμά μου, και...
Δώσε χαιρετίσματα στην γιαγιά μου."
Την άλλη μέρα η γιαγιά πέθανε. Ο πατέρας παραξενεύτηκε για τα καλά. Μετά από λίγο καιρό πάλι τα ίδια ο μικρός:
"Θεέ μου φύλαγε την μαμά μου και δώσε χαιρετίσματα στον μπαμπά μου."
Τρελάθηκε ο πατέρας, ξύπνησε νωρίς, για να μην πέσει σε κυκλοφορία μεγάλη, πήγε δουλειά και γύρισε στο σπίτι μετά τα μεσάνυκτα. Ήταν ακόμα ζωντανός.
"Συγνώμη αγάπη μου", είπε, "αλλά ήταν μια δύσκολη μέρα στο γραφείο σήμερα."
"Εσύ είχες δύσκολη μέρα;" είπε η σύζυγος.
"Εγώ τι να πω, που πέθανε ο ταχυδρόμος μπροστά στην πόρτα του σπιτιού μας, το πρωί;"