Ανέκδοτα για παππούδες και γιαγιάδες

Γράμμα στο γιό:
Καλέ μου γιε,
Σου γράφω σιγά γιατί ξέρω πως δε μπορείς να διαβάσεις γρήγορα. Δε μένουμε
Εκεί
Που μέναμε παλιά. Ο μπαμπάς σου διάβασε στην εφημερίδα ότι τα περισσότερα
Ατυχήματα γίνονται μέσα σε 20 χιλιόμετρα από το σπίτι και έτσι μετακομίσαμε.
Δε
Μπορώ να σου στείλω τη διεύθυνση γιατί η τελευταία οικογένεια που έμενε εδώ
Πήρε
Μαζί της τα νούμερα για να μην αλλάξουν διεύθυνση.
Το καινούριο σπίτι έχει και πλυντήριο. Την πρώτη μέρα έριξα τέσσερα
Πουκαμισά
Τράβηξα το χερούλι και δεν τα ξαναείδαμε από τότε. Έβρεξε δυο φορές την
Τελευταία εβδομάδα εδώ. Τρεις μέρες την πρώτη και τέσσερις τη δεύτερη. Το
Παλτό
Που ήθελες να σου στείλω, η θεία σου είπε ότι θα είναι βαρύ για το
Ταχυδρομείο
Με όλα αυτά τα κουμπιά, και έτσι τα κόψαμε και τα βάλαμε στην τσέπη για να
Τα
Βρεις.
Η οικογένεια είναι καλά. Ο πατέρας σου έχει μια υπεύθυνη δουλεία. Να
Φανταστείς
500 άτομα είναι από κάτω του. Κόβει το γρασίδι στο νεκροταφείο. Η αδελφή σου
Έκανε παιδί σήμερα το πρωί. Δεν έμαθα αν είναι αγόρι ή κορίτσι και έτσι δεν
Ξέρω
Αν είσαι θείος ή θεία. Πήραμε τις προάλλες ένα λογαριασμό από το
Νεκροταφείο.
Έλεγε ότι αν δε πληρώσουμε τη τελευταία δόση για το τάφο της γιαγιάς θα μας
Την
Επιστρέψουν.
Τα δυσάρεστα τώρα. Τρεις φίλοι σου πέσανε με το φορτηγάκι από τη γέφυρα. Ο
Βασίλης οδηγούσε ο Γιώργος και ο Γιάννης ήταν πίσω στο ανοιχτό. Ο Βασίλης
Σώθηκε
Κατέβασε το παράθυρο και κολύμπησε στην ακτή αλλά οι άλλοι δυο πνίγηκαν. Δεν
Μπορούσαν να κατεβάσουν την πορτούλα για να φύγουν. Ο θείος σου έπεσε σε ένα
Βαρέλι με ουίσκι. Μερικοί προσπάθησαν να τον βγάλουν αλλά τους έδιωξε όλους
Και
Πνίγηκε.
Όχι πολλά νέα αυτή τη φορά. Τίποτα σημαντικό δεν έγινε. Να μας γράφεις πιο
Συχνά.
Με αγάπη
Η μαμά σου.
ΥΓ. Θα σου έστελνα λεφτά αλλά ο φάκελος ήταν ήδη κλειστός.
Το lifting έχει γίνει πια πολύ της μόδας. Σαρώνουν βέβαια οι γυναίκες αλλά όχι μόνο ! Έτσι κι ο ήρωας μας, ένας 50ρης, επειδή διαπίστωνε ότι η φάτσα του τσίμπαγε λίγο προς το "σιτεμέ", πήρε την απόφαση και έσκασε ένα στρογγυλό ποσό στους αρμόδιους επιστήμονες και τον ... Σιδερώσανε δεόντως.
Ο γυφτικοσκεπαρνισμός του όμως τον έτρωγε. "Κάναμε τίποτα ;", σκεφτότανε, "Γιατί εδώ ακουμπήσαμε και παχυλό μπακοτσέτουλο !" Αμ έπος αμ έργον σταματά στο πρώτο περίπτερο:
- Ένα Rothmans μου δίνετε...;
Και ενώ ο περιπτεράς ασχολείται με τη συναλλαγή, ο άνθρωπός μας με ύφος ντεμί-κλανί του τη ρίχνει:
- Δε μου λες φίλε μου, πόσο χρονών με κάνεις;
Ο περιπτεράς, λίγο παραξενευμένος, τον κοιτάει εξεταστικά και του λέει:
- Γύρω στα 35
- Κι όμως είμαι 50 !, λέει ο τύπος όλος ενθουσιασμό
Παίρνει το πακέτο με τους καρκινοσωλήνες και επειδή η ματαιοδοξία είναι από τα ελαττώματα κατά συρροήν, χώνεται στο απέναντι Goodys, για ρεπετισιόν.
- Ένα Premier αλλαντικών και μια πατάτες !, ανακράζει στο "Εσείς εξυπηρετείστε ;" της μικράς μινιφορούσας
Και αμέσως μετά, πλησιάζοντας το ταμείο με ένα χαμόγελο στο πολύ δήθεν στυλ:
- Δεν μου λέτε δεσποινίς, πόσο με κάνετε;
- 30 με 35 - του απαντά η κοπέλα σκεπτόμενη:
"Πέσαμε σε μαλάκα !"
- Κι όμως δεσποινίς μου, ΚΙ ΟΜΩΣ ΕΙΜΑΙ 50 ΧΡΟΝΩΝ!
Σε πελάγη ευτυχίας ο νάρκισσος μας, καταβροχθίζει τα φαγώσιμα και ψάχνει για την επόμενη επιβεβαίωση. Περπατάει μέχρι τη στάση του λεωφορείου του και εκεί βρίσκει μια μικροκαμωμένη γριούλα που περίμενε. Φυσικά η κλασική πια ερώτηση είναι αναπόφευκτη:
- Καλέ γιαγιούλα πες μου εσύ που έχεις πείρα, πόσο χρονών με κάνεις;
- Αγόρι μου έχω καταρράκτη και δε βλέπω καλά. Τι να σου πω; Είχα όμως από πάντα μια μέθοδο αλάνθαστη να βρίσκω την ηλικία ακριβώς.
- Τι μέθοδο γιαγιά;
- Να, άμα πιάσω τα παπάρια ενός άντρα και τα παίξω για 5 λεπτά μπορώ να πω με απόλυτη ακρίβεια την ηλικία του!
Τρελαμένος από περιέργεια ο τύπος και ελέγχοντας με μια γρήγορη ματιά ότι δεν τους βλέπει κανείς της λέει να βάλει το χέρι της μέσα στο βρακί του και να του παίξει τα παπάρια.
Η γριούλα, τον ξεκουμπώνει, χώνει το χέρι της και αρχίζει να του τα παίζει. Μετά από πέντε λεπτά του λέει:
- Εντάξει το βρήκα ! Είσαι ακριβώς 50 χρονών!
Του τύπου του κρεμάσαν τα σαγόνια και κοιτώντας την σα ροφός της λέει:
- Πως το βρήκες βρε γιαγιά ;!
- Ήμουνα στην ουρά πίσω από σένα στα Goodys.
Κάποιος παππούς πεθαίνει στο Μόναχο και αφήνει ευχή και κατάρα στα παιδιά του να τον θάψουν στην πατρίδα του, την Συκιά Χαλκιδικής.
Επειδή η γραφειοκρατία και στην γερμάνια κάνει κάποιες μέρες συν μια 6ημερη απεργία της ολυμπιακής αναγκάζουν τα παιδιά του να τον ταριχεύσουν. Όταν με το καλό φτάνει στο αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης τον περιμένει το κοράκι ελαφρώς πιωμένο. Τον φορτώνει χωρίς συνοδεία φυσικά βάζει και τον Ζαφείρη Μελά στο μαγνητόφωνο λογά σούρας συν καψούρας (ο χειρότερος συνδυασμός) και πλακώνεται 140 150 160. Έξω από τον αρμενιστή στην ανηφόρα ανοίγει η πίσω πόρτα και φεύγει το φέρετρο μαζί με τον πάππου και τα λουλούδια. Κατρακυλώντας πέφτει στην θάλασσα πάνω από έναν ψαροντουφεκά. Τον βλέπει ο δύτης τον παίρνει για κάποιο μεγάλο ψαρί και τον κτυπάει με το ψαροντούφεκο. Όταν βλέπει το λάθος του τι να κάνει τον βγάζει στην ακτή βλέπει ένα άδειο Ντάτσουν τον κρύβει στην καρότσα και φεύγει. Κάποια στιγμή έρχεται ο κάτοχος του Ντάτσουν φυσικά παίρνει χαμπαρι τι έχει στην καρότσα. Στον δρόμο για το χωριό τον ξεφορτώνει σε μια κλειστή στροφή πάνω στην διπλή γραμμή. Όπως είναι επόμενο λόγω καντεμιάς του πάππου έρχεται μια νταλίκα τον βλέπει τελευταία στιγμή φρένα κλαπέτα δεν το πρόλαβε 40 τόνοι 16 τροχοί πάνω από τον παππού. Ο νταλικέρης ψάχνει με σι μπι το κοντινότερο κέντρο υγείας και με κόρνες φώτα τον μεταφέρει εκεί. Ορμάνε οι τραυματιοφορείς το κουβαλάνε μέσα και ο νταλικέρης περιμένει έξω όλο αγωνιά. Σε 2 ώρες βγαίνει ο γιατρός με την πράσινη ποδιά τον σκούφο την μάσκα πιάνει τον νταλικέρη από τον ώμο και λέει:
- «Έκανα ότι μπορούσα δέκα λεπτά πιο νωρίς αν το είχα θα τον έσωνα.»*Μου το διηγήθηκε γιατρός από το Πλαγιάρι
Ένας τύπος δουλεύει στο ταχυδρομείο, στο τμήμα που επεξεργάζεται γράμματα που έχουν σταλεί σε λανθασμένες διευθύνσεις και άγνωστους παραλήπτες.
Μια μέρα, βλέπει ένα γράμμα με διεύθυνση "Προς τον Θεό".
Αυτό πρέπει να το διαβάσω, σκέφτηκε... Για να δούμε τι λέει!
Ανοίγει το γράμμα και διαβάζει.
"Αγαπητέ Θεούλη, σου ζητώ απεγνωσμένα τη βοήθεια σου. Είμαι μια γριούλα 87 ετών που παίρνω μια πενιχρή σύνταξη που τσίμα τσίμα με φτάνει να τα φέρω βόλτα.
Χτες στο τρόλεϊ μου κλέψανε την τσάντα μου με 100 ευρώ μέσα. Ήταν τα τελευταία λεφτά που είχα για να περάσω μέχρι να έρθει η σύνταξη του άλλου μήνα, την άλλη βδομάδα είναι Πάσχα και μάζευα αυτά τα λεφτά πόσους μήνες για να αγοράσω λαμπάδες και δώρα στα εγγονάκια μου.
Δεν έχω άλλα λεφτά στην τράπεζα και δεν έχω κανέναν να μου δανείσει, και άμα δεν τους πάρω δώρα θα στενοχωρηθούν πάρα πολύ γιατί περιμένουν πως και πως όλο το χρόνο.
Σε παρακαλώ αν θα μπορούσες να με βοηθήσεις κι εγώ θα σου ανάβω ένα κεράκι κάθε βδομάδα για να σε ευχαριστήσω..."
Ο υπάλληλος κατασυγκινήθηκε και άρχισε να διαβάζει το γράμμα σε όλους τους συναδέλφους του στο ταχυδρομείο. Όλοι στενοχωρήθηκαν και αποφάσισαν να ξηλωθούν και να βάλουν ό,τι μπορεί ο καθένας και τελικά όλοι μαζί κατάφεραν και συγκέντρωσαν 96 ευρώ.
Τα έβαλαν στο φάκελο και τα ταχυδρόμησαν στη γιαγιά, και μετά επέστρεψαν στη δουλειά τους έχοντας αυτή την θερμή και όμορφη αίσθηση πως έκαναν μια όμορφη, χριστιανική πράξη για το Πάσχα.
Την επόμενη βδομάδα έφτασε νέο γράμμα από τη γριούλα, πάλι με παραλήπτη το
Όλοι οι υπάλληλοι του ταχυδρομείου μαζεύτηκαν μέσα στην αγωνία για να διαβάσουν την απάντηση.
"Αγαπητέ Θεέ,
Πώς να σε ευχαριστήσω για το καλό που μου έκανες...;
Με τα λεφτά που μου έστειλες πήρα δώρα και λαμπάδες και πασχαλινά αυγά στα εγγονάκια μου και χάρηκαν πάρα πολύ. Περάσαμε πολύ όμορφα χάρις στο δώρο που μου έκανες από αγάπη. Θα σου ανάβω ένα κεράκι κάθε βδομάδα για να σε ευχαριστήσω.
Αιώνια η βασιλεία Σου.
Υ. Γ. Παρεμπιπτόντως, λείπανε 4 ευρώ από το φάκελο. Νομίζω πως τα βουτήξανε αυτά τα καθάρματα που δουλεύουν στο ταχυδρομείο... Τους ξέρω εγώ τι αληταράδες είναι!"
Έβαλε η δασκάλα σ` όλους τους μαθητές της, να της πουν μία ιστορία που να σχετίζεται με τα βουνά. Σιγά-σιγά, είπαν όλα τα παιδιά τη δική τους ιστορία και ήρθε και η σειρά του Τοτού. Λέει λοιπόν:
- "Τα βουνά είναι όμορφα. Υπάρχουν ψηλά και χαμηλά. Σ΄ ένα ψηλό βουνό, έχει τη μάντρα του ο παππούς μου. Μέσα σ` αυτή, έχει έναν ταύρο και δύο αγελάδες. Μία μαύρη και μία άσπρη. Μια μέρα, ο ταύρος γά.. Σε την άσπρη αγελάδα..."
- "Μη λες τέτοιες άτακτες λέξεις. Καλύτερα να πεις, ότι ο ταύρος έκανε μία έκπληξη στην άσπρη αγελάδα. Εντάξει;"
- "Εντάξει."
Την επόμενη μέρα, επισκέφτηκε το σχολείο ένας επιθεωρητής και έτσι η δασκάλα έβαλε τους μαθητές να πουν ξανά την ιστορία για τα βουνά.
Ο Τοτός σήκωνε επίμονα το χέρι του, για να πει την ιστορία του, αλλά επειδή η δασκάλα φοβόταν τι θα έλεγε, δεν του έδινε το λόγο. Μετά από αρκετή ώρα, και ενώ ο Τοτός επέμενε, ο επιθεωρητής πήρε πρωτοβουλία και έβαλε ο ίδιος τον Τοτό. Ο Τοτός άρχισε την ιστορία του:
- "Τα βουνά είναι όμορφα. Υπάρχουν ψηλά και χαμηλά. Σ` ένα ψηλό βουνό έχει την μάντρα του ο παππούς μου. Μέσα σ` αυτή, έχει ένα ταύρο και δύο αγελάδες. Μία μαύρη και μία άσπρη...
Η δασκάλα άρχισε να κοκκινίζει και να τρέμει, καθώς ο Τοτός συνέχιζε.
- "... Μια μέρα, ο ταύρος έκανε μία έκπληξη στην άσπρη αγελάδα..."
Η δασκάλα αμέσως ανακουφίστηκε, αλλά ο Τοτός συμπλήρωσε:
- "... Γά.. Σε τη μαύρη αγελάδα!"
Κόκκαλο η δασκάλα!
Τι έχει αυτή;
Ένας παππούς και μια γιαγιά σε ένα ΚΑΠΗ γνωρίζονται και τα φτιάχνουν. Περνάνε πολύ ωραίες στιγμές μαζί ακόμη και στο κρεβάτι, μόνο που εκεί λόγω μειωμένης αντοχής περιορίζονται στο αγγίζειν. Ώσπου μια μέρα εντελώς ξαφνικά γυρνάει ο παππούς στη γιαγιά και λέει ότι πρέπει να χωρίσουν επειδή τα έφτιαξε με μια άλλη.
"Και τι έχει αυτή παραπάνω από μένα;", παραπονιέται η γριά.
Και γυρνάει ο παππούς με ένα χαμόγελο και της λέει:
"Πάρκινσον."