Mία ξανθιά παίρνει τηλέφωνο κλαίγοντας τον άνδρα της στο γραφείο.
- Γιατί κλαις γλυκιά μου;
- Να, προσπαθώ να φτιάξω ένα παζλ αλλά... δεν τα καταφέρνω. Όλα τα κομμάτια φαίνονται ίδια.
- Τι παζλ;
- Να... είναι ένας κόκορας πάνω σε ένα κουτί, αλλά δεν μπορώ να το φτιάξω..
- Έλα ηρέμησε... όταν γυρίσω θα το φτιάξουμε μαζί εντάξει;
Γυρνάει λοιπόν ο τύπος στο σπίτι του και βλέπει την γυναίκα του να σπαράζειστο κλάμα, στο πάτωμα. Την πλησιάζει και της λέει:
- Έλα... σήκω και μην κλαις. Άκου τι θα κάνουμε... Θα βάλουμε τα corn flakes πάλι μέσα στο κουτί και δεν θα το πούμε πουθενά...
Μπαίνει ο τύπος σε κατάστημα με υφάσματα και ζητάει από τον υπαλληλο να δει δείγματα.
Μετά από μισή ώρα και ενώ ο υπάλληλος έχει φέρει το μαγαζί ανάποδα για να του δείχνει τα υφάσματα ο τύπος τελικά επλέγει ένα.
- Αυτό μου αρέσει. Θέλω να μου κόψετε 20 πόντους ύφασμα.
Απορημένος ο υπαλληλος τον εξυπηρετεί.
Μετά από ένα μήνα ξαναμπαίνει ο ίδιος κύριος και ξανά βάζει τον υπάλληλο να του δείξει όλα τα υφάσματα του μαγαζιού. Πάλι του λέει :
- Αυτό μου αρέσει. Θέλω να μου κόψετε 20 πόντους ύφασμα.
Περνάνε ακόμη 3-4 μήνες και ο τύπος το ίδιο τροπάριο. Κάνει το μαγαζί άνω κάτω και αγοράζει μόνο 20 πόντους ύφασμα.
Ο υπάλληλος μην αντέχοντας άλλο τον ρωτάει :
- Κύριε να σας ρωτήσω... Γιατί αγοράζετε κάθε μήνα μόνο 20 πόντους ύφασμα ενώ με βάζετε να σας δείχνω όλα τα δείγματατου μαγαζιού;
- Α νας σας πω (του απαντάει). Κάθε μήνα φτιάχνω ένα κοστουμάκι για τον π**τσο μου και θέλω πάντα κάτι καινούργιο.
Ο υπαλληλος ψιλοζοχαδιασμένος πάει και λέει στο αφεντικό την όλη κατάσταση..
Μόλις το ακούει το αφεντικό, του λέει :
- Καλά, άμα ξανάρθει φώναξέ με.
Περνάει ο μήνας και ξαναεμφανίζεται ο εν λόγω κύριος.
Μόλις τον βλέπει ο υπάλληλος φωνάζει το αφεντικό.
Βγαίνει έξω το αφεντικό και λέει στον τύπο :
- Να σας εξυπηρετήσω...
- Ναι θέλω να μου δείξετε δείγματα υφασμάτων.
Αρχίσει πάλι το ίδιο σύστημα και του δείχνει όλα τα κομμάτια του μαγαζιού.
Μόλις ο κύριος, επιτέλους επιλέξει, λέει πάλι :
- Αυτό μου αρέσει. Θέλω να μου κόψετε 20 πόντους.
Αρχίζει το αφεντικό... Κόβει τους 20 πόντους και μετά κόβει άλλους 20.
- Μα δεν καταλάβατε (λέει ο τύπος), 20 πόντους μόνο θέλω για ένα κοστούμι για τον π**τσο μου.
Και το αφεντικό :
- Δεν πειράζει, πάρε άλλους 20 δώρο για ένα ταγιέρ για το μ**νι της μάνας σου.
Τι εθνικοτητασ ηταν τελικα ο χριστοσ;
Τρία επιχειρήματα για το ότι ο Χριστός ήταν Ιρλανδός:
- Δεν παντρεύτηκε ποτέ.
- Δεν είχε ποτέ σταθερή δουλειά.
- Η τελευταία του επιθυμία ήταν ένα ποτό.
Τρία επιχειρήματα για το ότι ο Χριστός ήταν Πορτορικανός:
- Το μικρό του όνομα ήταν Jesus.
- Είχε πάντα μπλεξίματα με τον νόμο.
- Η μάνα του δεν ήξερε ποιος ήταν ο πατέρας του.
Τρία επιχειρήματα για το ότι ο Χριστός ήταν Ιταλός:
- Μιλούσε κάνοντας χειρονομίες.
- Κάθε γεύμα του συνοδευόταν από κρασί.
- Δούλευε ως ξυλουργός
Τρία επιχειρήματα για το ότι ο Χριστός ήταν Μαύρος.
- Αποκαλούσε όλον τον κόσμο 'αδέλφια' του.
- Δεν είχε σταθερή διεύθυνση.
- Κανένας δεν τον προσλάμβανε
Τρία επιχειρήματα για το ότι ο Χριστός ήταν από την Καλιφόρνια:
- Δεν κουρευόταν.
- Τριγυρνούσε ξυπόλυτος.
- Εφηύρε μια νέα θρησκεία
Και τέλος, η απόδειξη ότι ο Χριστός ήταν Έλληνας.
- Δούλευε στο μαγαζί του πατέρα του.
- Έμενε σπίτι του μέχρι τα 33 του.
- Ήταν πεπεισμένος ότι η μητέρα του ήταν παρθένα.
- Η μητέρα του ήταν σίγουρη ότι ο γιος της ήταν θεός!
Σκηνή 1
Ο πονηρός επιχειρηματίας, κλείνει το μάτι στην γραμματέα, λέγοντάς της :
- Είσαι για μια όμορφη βδομάδα στο εξωτερικό, εσύ κι εγώ; Θα το κάνουμε να φανεί σαν επαγγελματικό ταξίδι!
Σκηνή 2
Η γραμματέας τηλεφωνεί αμέσως στον άντρα της :
- Έλα γλυκέ μου, για μια βδομάδα, το αφεντικό μου κι εγώ πρέπει να πάμε στο εξωτερικό, γι αυτό να προσέχεις τον εαυτό σου, έτσι, αγάπη μου;
Σκηνή 3
Ο κατεργάρης σύζυγος τηλεφωνεί στην κρυφή ερωμένη του :
- Η γυναίκα μου πάει στο εξωτερικό για μια βδομάδα, ας περάσουμε αυτή τη βδομάδα μαζί.
Σκηνή 4
Η κρυφή ερωμένη τηλεφωνεί στο μικρό μαθητή που του κάνει ιδιαίτερα μαθήματα :
- Για μια βδομάδα έχω μια σοβαρή δουλειά, οπότε δεν χρειάζεται να έρχεσαι για μάθημα.
Σκηνή 5
Ο μικρός μαθητής τηλεφωνεί στον παππού του :
- Παππού για μια βδομάδα δεν έχω μαθήματα, γιατί η δασκάλα μου έχει δουλειά. Να περάσουμε αυτή τη βδομάδα μαζί;
Σκηνή 6
Ο παππούς επιχειρηματίας τηλεφωνεί στη γραμματέα του :
- Συγγνώμη, αλλά αυτή τη βδομάδα θα πρέπει να την περάσω με τον εγγονό μου, οπότε, δυστυχώς θα πρέπει να αναβάλουμε αυτό το «επαγγελματικό» ταξίδι που κανονίσαμε.
Σκηνή 7
Η γραμματέας τηλεφωνεί στον άντρα της :
- Αγάπη μου, αυτή τη βδομάδα το αφεντικό μου έχει μια δουλειά, κι έτσι ακυρώσαμε το επαγγελματικό μας ταξίδι.
Σκηνή 8
Ο σύζυγος τηλεφωνεί στην ερωμένη δασκάλα :
- Με συγχωρείς, δεν θα μπορέσουμε να περάσουμε μαζί αυτή τη βδομάδα. Η γυναίκα μου ακύρωσε το ταξίδι της.
Σκηνή 9
Η δασκάλα τηλεφωνεί στο νεαρό αγόρι :
- Κοίτα, ακυρώθηκε η έκτακτη δουλειά που είχα, οπότε, έλα κανονικά στα μαθήματά σου
Σκηνή 10
Ο νεαρός μαθητής τηλεφωνεί στον παππού του :
- Παππού, η δασκάλα μου δεν έχει τελικά δουλειά αυτή τη βδομάδα, κι έχω μαθήματα, κανονικά. Συγγνώμη, αλλά δεν θα μπορέσω να σου κάνω παρέα.
Σκηνή 11
Ο επιχειρηματίας στη γραμματέα :
- Κοίτα, μην ανησυχείς γι αυτό που σου είπα, θα πάμε το «ταξιδάκι» μας τελικά. Κάνε κανονικά τις κρατήσεις.
Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες τα τηλεφωνήματα ακόμα συνεχίζονται...
Μια μέρα γυρνάει ο άντρας από τη δουλειά του και βρίσκει το σπίτι και τον κήπο άνω-κάτω.
Τα παιδιά, με τις πιζάμες τους ακόμη, παίζανε μέσα στη λάσπη και ήταν σε άθλια κατάσταση.
Προχωράει στο σπίτι και το βρίσκει σε ακόμη χειρότερη κατάσταση.
Πιάτα ένα σωρό στο νεροχύτη, το φαΐ του σκύλου χυμένο παντού, ένα σπασμένο ποτήρι κάτω από το τραπέζι.
Το καθιστικό είναι γεμάτο με παιχνίδια και ρούχα.
Πηγαίνει επάνω να δει τη γυναίκα του ανησυχώντας ότι μπορεί να ήταν άρρωστη, ή ότι είχε πάθει κανένα ατύχημα.
Τη βρήκε στην κρεβατοκάμαρα, να διαβάζει ένα βιβλίο. Τον κοίταξε και τον ρώτησε πώς ήταν η μέρα στη δουλειά. Αυτός την κοίταξε απορημένος και της λέει :
- Μα τι συνέβη εδώ σήμερα; ρώτησε.
Εκείνη του απάντησε:
- Ξέρεις, κάθε μέρα που έρχεσαι σπίτι από τη δουλειά, με ρωτάς τι έκανα όλη μέρα.
- Ε και λοιπόν;
- Ε λοιπόν σήμερα δεν το έκανα!
Γύρω από το κρεβάτι τού πόνου είναι συγκεντρωμένη όλη η οικογένεια τού ετοιμοθάνατου Εβραίου πατέρα. Το κλίμα είναι βαρύ και πένθιμο. Ένα μόνο μικρό καντηλάκι, δίπλα στον άρρωστο, φωτίζει αμυδρά το στενό δωμάτιο.
Ο πατέρας, με κλειστά τα μάτια και πολύ κόπο, ψιθυρίζει:
Πατέρας: Γυναίκα μου Σάρα είσαι εδώ;
Σάρα (κλαίγοντας): Ναι, άντρα μου… Πατέρας: Γιε μου Ιακώβ είσαι εδώ;
Ιακώβ (φανερά συγκινημένος): Ναι, πατέρα… Πατέρας: Μικρή μου θυγατέρα Ιουδίθ, είσαι εδώ;
Ιουδίθ: (απαρηγόρητη): Ναι, πατέρα, είμαι κοντά σου… Πατέρας: Και εσύ στερνοπούλι μου Ααρών, είσαι εδώ;
Ααρών (με αναφιλητά): Ναι, πατέρα… Πατέρας: ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΜΑΓΑΖΙ;
Η οικογένεια συνειδητοποιεί αμέσως την εγκληματική αμέλεια και όλοι αποχωρούν σιγά-σιγά από το δωμάτιο. Τελευταίος φεύγει ο μικρός Ααρών που, κλείνοντας την πόρτα τού δωματίου, λέει:
- «Και πού ‘σαι πατέρα… Όταν αφήνεις την τελευταία σου πνοή, άφησε την προς το καντήλι, για να σβήσει. Είναι κρίμα να καίει άδικα…».
Την άλλη μέρα τού θανάτου του πατέρα, ο Ιακώβ πηγαίνει στην τοπική εφημερίδα για να βάλει την αναγγελία τού θανάτου.
Ιακώβ: Παρακαλώ, ποια είναι η μικρότερη χρέωση για μία αναγγελία θανάτου;
Υπάλληλος: 2 δολάρια, κύριε.
Ιακώβ: Εντάξει, γράψε λοιπόν:
- «Αβραάμ Κοέν πέθανε».
Υπάλληλος: Κύριε, πρέπει να έχετε υπόψιν σας πως με τα 2 δολάρια μπορείτε να γράψετε μέχρι 10 λέξεις.
Ο Ιακώβ σκέφτεται μερικά δευτερόλεπτα και λέει στον υπάλληλο: Ωραία, τότε γράψε:
- «Αβραάμ Κοέν πέθανε. Πωλείται DATSUN σε τιμή ευκαιρίας».
Ένας Εβραίος πηγαίνει σε μια τράπεζα στο Μανχάταν και ζητά να δει τον υπεύθυνο για τα δάνεια. Εξηγεί ότι θα πάει στην Ευρώπη για δουλειές και χρειάζεται 2.000 δολάρια.
Ο υπεύθυνος λέει:
- «Χρειαζόμαστε κάποια εγγύηση για να σάς δώσουμε ένα τέτοιο ποσό».
Ο Εβραίος τού δίνει τότε τα κλειδιά της Ρολς Ρόις που ήταν παρκαρισμένη έξω από την τράπεζα. Η τράπεζα ελέγχει τα στοιχεία και όλα είναι εντάξει. Ο υπεύθυνος δέχεται το αυτοκίνητο σαν εγγύηση για το δάνειο. Ένας υπάλληλος πηγαίνει τη Ρολς Ρόις στον υπόγειο χώρο στάθμευσης τής τράπεζας και την παρκάρει εκεί.
Όταν ο άντρας φεύγει, μετά από λίγο η τράπεζα διαπιστώνει ότι ο πελάτης της είναι εκατομμυριούχος. Όταν επιστρέφει μετά από κάμποσες εβδομάδες, εξοφλεί το δάνειο και πληρώνει τον τόκο που είναι 5,41 δολάρια.
Ο υπεύθυνος για τα δάνεια ρωτά τότε με απορία:
- «Γιατί δανειστήκατε 2.000 δολάρια; Αφού είστε πολύ πλούσιος».
Και τότε ο Εβραίος απαντά:
- «Για το πάρκιγκ. Πού αλλού μπορεί κανείς να παρκάρει στο Μανχάταν για δύο εβδομάδες, με 5,41 δολάρια;».
Γιατί οι άνδρες δεν δίνουν συμβουλές σε στήλες περιοδικών !
.
Αγαπητέ Γιώργο,
Ελπίζω να μπορείς να με βοηθήσεις! Τις προάλλες, έφυγα για τη δουλειά μου αφήνοντας τον σύζυγό μου στο σπίτι να βλέπει τηλεόραση όπως συνήθως. Δεν είχα απομακρυνθεί πάνω από 500 μέτρα όταν το αυτοκίνητο άρχισε να κάνει διακοπές και έσβησε. Το πάρκαρα στην άκρη και πήγα με τα πόδια πίσω στο σπίτι για να ζητήσω βοήθεια από τον σύζυγό μου.
.
Όταν μπήκα στο σπίτι δεν πίστευα στα μάτια μου! Τον βρήκα στην κρεβατοκάμαρά μας με την κόρη των γειτόνων μας. Εγώ είμαι 52, ο σύζυγός μου 54 και η κόρη των γειτόνων μας 22. Είμαστε χρόνια παντρεμένοι. Όταν άρχισα να τον ρωτάω, μου αποκάλυψε ότι έχει σχέση μαζί της τους τελευταίους 6 μήνες. Του είπα να διακόψει αλλιώς θα έφευγα. Είναι άνεργος τους τελευταίους 6 μήνες και νιώθει άχρηστος και θλιμμένος. Τον αγαπώ πάρα πολύ, αλλά από τη μέρα που του έθεσα το τελεσίγραφο γίνεται όλο και πιο απόμακρος. Δε θέλει να πάει σε σύμβουλο γάμου και φοβάμαι ότι δεν αντέχω άλλο αυτή τη κατάσταση. Μπορείς να με βοηθήσεις;
Μαρία
.
Απάντηση:
Αγαπητή Μαρία,
Όταν ένα αυτοκίνητο κάνει διακοπές και σβήνει μετά από τόσο μικρή απόσταση, αυτό μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους. Ξεκίνα ελέγχοντας αν υπάρχουν σκουπίδια στο σωληνάκι του καυσίμου. Αν είναι καθαρό, έλεγξε την πολλαπλή εισαγωγής και επίσης τα καλώδια της γείωσης. Αν τίποτε από αυτά δε σου λύνει το πρόβλημα, τότε μπορεί να είναι ελαττωματική η αντλία βενζίνης, δημιουργώντας χαμηλή παροχή πίεσης στα μπεκ ψεκασμού.
Ελπίζω να σε βοήθησα,
Γιώργος
Ήταν δύο φίλοι που κάθονταν σε μια καφετέρια, και ήταν άφραγκοι. Εκεί που πίναν τον καφέ τους, πετάγεται ο ένας, και λέει:
- "Ρε συ, πως δεν το σκέφτηκα τόσο καιρό! Φεύγω, θα τα πούμε σε λίγους μήνες!"
Ο άλλος καθόταν απορημένος, και περίμενε τρεις μήνες, ώσπου μια ημέρα μια λιμουζίνα παρκάρει έξω από την καφετέρια, και βγαίνει ο φίλος του χλυδάτος και κουστουμαρισμένος!
- "Τι έγινε ρε μεγάλε," του λέει.
- "Ασε ρε, τα κονόμησα. Μου ήρθε η ιδέα να φτιάξω μια ποντικοπαγίδα με σίγουρα αποτελέσματα, την πούλησα και έχω γεμίσει χρήμα!"
- "Τι ποντικοπαγίδα είναι αυτή;"
- "Μα είναι απλό, παίρνω ένα κουτί με δύο θήκες, στις οποίες βάζω ένα κομμάτι τυρί στην μία, και ένα μπιφτέκι στην άλλη. Πάει ο ποντικός μέσα στο κουτί το βράδυ, και το πρωί όταν ανοίγεις το κουτί, τον βρίσκεις ακόμα εκεί να κάθεται ζαλισμένος και να σκέφτεται αν θα φάει το τυρί ή το μπιφτέκι και εσύ λοιπόν τον σκοτώνεις εύκολα!"
- "Και αυτό σε έκανε πλούσιο;"
- "Δεν με βλέπεις;"
- "Ρε μεγάλε, μου ήρθε και εμένα μια ιδέα. Σε λίγο καιρό, θα περάσω από το γραφείο σου να τα πούμε!"
Μετά από τρεις μήνες, έξω από το γραφείο του πλούσιου φίλου, προσγειώνεται ένα ελικόπτερο, και βγαίνει ο φίλος του με συνοδεία μπράβων, και γραμματέων, και μπαίνει στο κτίριο. Όταν τον βλέπει στο γραφείο του, τον ρωτάει:
- "Καλά ρε, πως τα κονόμησες και εσύ τόσο γρήγορα;"
- "Μα είναι απλό φίλε μου. Πήρα την ιδέα σου, και την έκανα ποιο οικονομική, οπότε έβγαλα περισσότερο κέρδος."
- "Δηλαδή;"
- "Να μωρέ, θυμάσαι τον ποντικό που ήταν να διαλέξει το τυρί ή το μπιφτέκι;"
- "Ναι..."
- "Ε, λοιπόν εγώ δεν βάζω τίποτα στο κουτί, οπότε το πρωί που πας και ανοίγεις το κουτί, βρίσκεις τον ποντικό κλαμένο να σκέφτεται που είναι το τυρί ή το μπιφτέκι;"
Ο τύπος κερδίζει στο ΛΟΤΤΟ 57.550.550 δραχμές καθαρά και, σούμπιτος φεύγει για την αντιπροσωπία της Φεράρι. "Θέλω αυτήν...", λέει στον υπάλληλο και, τσουπ, ανοίγει την τσάντα και βγάζει το ρευστό. Μετράει ο υπάλληλος και μετά του λέει:
"Κύριε, δυστυχώς το αυτοκίνητο κάνει 57.550.600 δραχμές, με πινακίδες και τα λοιπά...". Ψάχνει στην τσέπη του ο τύπος, τίποτε. Στην άλλη, στις μέσα τσέπες, πουθενά πενηντάρικο! "Περιμένετε"
, λέει στον υπάλληλο και βγαίνει έξω. Βρίσκει ένα περίπτερο και λέει στον περιπτερά:
"Σε παρακαλώ, καλέ μου άνθρωπε, σώσε με. Όλη μου τη ζωή ήθελα να αγοράσω μια Φεράρι και άμα δεν την αγοράσω εδώ και τώρα, θα πάθω εγκεφαλικό. Θα σκάσω. Θα ψοφήσω σαν το σκυλί. Το καταλαβαίνεις; Χάνομαι! Σε ικετεύω, δώσε μου ένα πενηντάρικο να πάω να την πάρω ΤΩΡΑ και θα σ το φέρω πίσω αύριο πρωί πρωί!"
. Και ο περιπτεράς:
"Καλά, καλά. Μην τρελαίνεσαι, ρε μεγάλε. Να. Πάρε ένα κατοστάρικο και...
Πάρε μου και εμένα μία!".
Ήταν ένας άνθρωπος που είχε πάει με όλες τις γυναίκες της πόλης στην οποία έμενε. Μια μέρα τον συνάντησε ένας φίλος του και του λέει:
- Εντάξει ρε συ έχεις πάει με όλες τις γυναίκες της πόλης μας αλλά αυτό δεν είναι και τόσο σπουδαίο. Με την βασιλοπούλα δεν θα μπορούσες να πας ποτέ.
- Πάμε ένα στοίχημα; λέει αυτός.
- Πάμε, του λέει ο φίλος του.
Την άλλη μέρα λοιπόν το πρωί πηγαίνει στο παλάτι και παρουσιάζεται σαν μάγειρας.
Τον βλέπει ο βασιλιάς και τον ρωτάει:
- Ποιος είσαι εσύ παιδί μου;
- Ο καινούριος μάγειρας, απαντάει αυτός.
- Και πως σε λένε παιδί μου;
- Αχ, βασιλιά μου, λέει τότε αυτός, έχω πολύ παράξενο όνομα και ντρέπομαι να σας το πω μπροστά σε τόσο κόσμο. Να φύγει πρώτα ο κόσμος και μετά θα σας το πω.
Διώχνει λοιπόν ο βασιλιάς όλο τον κόσμο από την κουζίνα και τότε αυτός λέει στον βασιλιά ψιθυριστά:
- Με λένε πούτσο.
- Α! Τι παράξενο όνομα! λέει τότε ο βασιλιάς. Εντάξει παιδί μου σου υπόσχομαι να μην το πω σε κανένα.
Μετά από λίγο κατέβηκε στην κουζίνα η βασίλισσα.
- Ποιος είσαι εσύ παιδί μου; τον ρωτάει.
- Ο καινούριος μάγειρας, απαντάει αυτός.
- Και πως σε λένε παιδί μου;
- Αχ, βασίλισσά μου, λέει πάλι αυτός, ο νονός μου μου δωσε πολύ παράξενο όνομα και ντρέπομαι να σας το πω μπροστά σε τόσο κόσμο. Να φύγει πρώτα ο κόσμος και μετά θα σας το πω.
Διώχνει λοιπόν η βασίλισσα όλο τον κόσμο από την κουζίνα και τότε αυτός της λέει ψιθυριστά:
- Με λένε μουνί.
- Α! Τι παράξενο όνομα! λέει τότε ο βασίλισσα. Εντάξει παιδί μου σου υπόσχομαι να μην το πω σε κανένα.
Τελευταία κατέβηκε στην κουζίνα κι η βασιλοπούλα. Τον ρωτάει λοιπόν κι αυτή:
- Ποιος είσαι εσύ;
- Ο καινούριος μάγειρας, της λέει αυτός.
- Και πως σε λένε;
- Αχ, βασιλοπούλα μου, λέει τότε αυτός, έχω πολύ παράξενο όνομα και ντρέπομαι να σου το πω μπροστά σε τόσο κόσμο. Να φύγει πρώτα ο κόσμος και μετά θα σου το πω.
Διώχνει λοιπόν ο βασιλοπούλα όλο τον κόσμο από την κουζίνα και τότε αυτός της λέει ψιθυριστά:
- Με λένε κεφτεδάκια.
- Α! Πράγματι το όνομά σου είναι πολύ παράξενο! λέει κι η βασιλοπούλα.
Εντάξει σου υπόσχομαι να μην το πω σε κανένα.
Πάει λοιπόν αυτός το βράδυ στο δωμάτιο της βασιλοπούλας κι αρχίζει να την ξεντύνει. Βάζει η βασιλοπούλα τις φωνές:
- Μαμά, μαμά με πειράζουν τα κεφτεδάκια.
- Τρελάθηκες παιδάκι μου τι είναι αυτά που λες;
- Όχι, μαμά δεν τρελάθηκα. Έλα και θα δεις.
Πηγαίνει η βασίλισσα στο δωμάτιο της βασιλοπούλας να δει τι συμβαίνει κι εκείνη την στιγμή αυτός της τον είχε κιόλας χώσει. Τρομαγμένη η βασίλισσα φωνάζει τον βασιλιά:
- Βασιλιά έλα να δεις το μουνί είναι ανάμεσα στα σκέλια της κόρης μας.
- Ε, στη θέση του είναι ρε γυναίκα, τι φωνάζεις;
- Τρέξε, τρέξε βασιλιά να δεις.
Ανεβαίνει κι ο βασιλιάς στο δωμάτιο της βασιλοπούλας να δει τι γίνεται κι αυτός μόλις είχε τελειώσει την δουλειά του και ντυνόταν. Μόλις είδε τον βασιλιά πήδηξε από το παράθυρο. Φωνάζει τότε ο βασιλιάς στους φρουρούς:
- Φρουροί, πιάστε τον πούτσο. Τον πιάσατε;
- Ναι, απαντάνε όλοι μαζί οι φρουροί.
- Ωραία, λέει ο βασιλιάς. Βαράτε τον τώρα!
Ήταν ένας υπάλληλος σε ένα super-market, ο οποίος ήταν εξαιρετικά ετοιμόλογος. Μια μέρα, λοιπόν, μπαίνει μια κυρία και ζητάει μισό πεπόνι.
- "Μα κυρία μου, δεν μπορώ να σας δώσω μισό πεπόνι" ,λέει ο υπάλληλος. "Το άλλο μισό τι να το κάνω;"
- "Όχι", λέει αυτή." Θέλω μισό πεπόνι!".
- "Μα δεν γίνεται αυτό", λέει ευγενικά ο υπάλληλος.
- "Γίνεται, πως δεν γίνεται! Να με πας αμέσως στον διευθυντή σου θέλω να του μιλήσω!"
Μπαίνει ο υπάλληλος φουριόζος στο γραφείο του διευθυντή και αρχίζει:
- "Κύριε διευθυντά είναι μια παράξενη εκεί έξω και μου ζητά μισό πεπόνι!". Πριν όμως προλάβει να τελειώσει τη φράση του βλέπει με την άκρη του ματιού του την κυρία ακριβώς από πίσω του, οπότε συνεχίζει:
- "... και είναι και αυτή η εξαιρετική κυρία, η οποία θέλει να αγοράσει το άλλο μισό!". Τέλος πάντων, τη σώζει την κατάσταση ο υπάλληλος, παίρνει η κύρια το μισό πεπόνι της και αμέσως ο διευθυντής καλεί τον υπάλληλο στο γραφείο του.
- "Λοιπόν ,παιδί μου, σε θαύμασα προηγουμένως. Πόσο ετοιμόλογος ήσουν! Μπράβο, μπράβο! Πες μου σε ποιο κατάστημα θέλεις να σε πάω ως υποδιευθυντή; Αποφάσισα να σου δώσω προαγωγή. Απλά πες μου που θες να πας."
- "Δεν ξέρω κύριε διευθυντά. Όπου θέλετε εσείς."
- "Μα πες μου που σου αρέσει".
- "Όπου να ναι δεν έχω πρόβλημα"
- "Καλά λοιπόν θα πας στο Αιγάλεω"
- "Στο Αιγάλεω; Ε, όχι και στο Αιγαλεω!"
- "Μα γιατί; Τι έχει το Αιγάλεω;"
- "Ε, να! Το Αιγάλεω μόνο ποδοσφαιριστές και ιερόδουλες βγάζει!"
- "Μα τι λες παιδί μου; Η γυναίκα μου είναι απο το Αιγάλεω!"
- "Σοβαρά; Σε ποιά ομάδα παίζει;"!
Δύο ξανθιές, τώρα που ήρθε η άνοιξη και τα λουλούδια άνθησαν συζητούν και λέει η μία στην άλλη:
"Δεν πάμε μια βόλτα στο χωριό;"
"Καλή ιδέα"
, λέει η άλλη. Ξεκινούν λοιπόν για το χωριό. Φθάνοντας εκεί αρχίζουν να μαζεύουν λουλούδια από τους αγρούς όταν η πρώτη σκέφτεται και λέει:
"Μιας και είμαστε εδώ, ας κάνουμε και καμιά δουλειά στο κτήμα. Ας κλαδέψουμε τα δέντρα που έχουν φουντώσει".
"Εντάξει"
, λέει η άλλη. Ανεβαίνουν λοιπόν σε ένα δέντρο και καβαλούν ένα μεγάλο κλαδί που ήθελε κλάδεμα και αρχίζουν να το πριονίζουν. Το καβάλησαν όμως από την πλευρά που πριόνιζαν. Και πριόνιζαν, πριόνιζαν ... Σε λίγο περνά από κάτω μια γριά, τις βλέπει και βάζει τις φωνές:
"Καλά, χαζές είστε; Θα πέσετε να σκοτωθείτε έτσι όπως κάθεστε!"
Αυτές τίποτα. Συνεχίζουν να πριονίζουν ... Η γριά φεύγει και ξαναπερνά μετά από ώρα. Τις βλέπει πάλι στην ίδια θέση και βάζει πάλι τις φωνές:
"Μα καλά δεν καταλαβαίνετε; Θα πέσετε να σκοτωθείτε!"
Οι ξανθές όμως συνεχίζουν να πριονίζουν. Μετά από πολύ ώρα ξαναπερνά η γριά και τις βλέπει πάλι στην ίδια θέση. Βάζει και πάλι τρομοκρατημένη τις φωνές:
"Ε, είστε τελείως ηλίθιες; Θα πέσετε να σκοτωθείτε". Αυτές όμως συνεχίζουν να πριονίζουν. Μετά από ώρα, το κλαδί τελικά κόβεται και αυτές πέφτουν και "τσακίζονται"
. Σπασμένα χέρια, σπασμένα πόδια, σπασμένα πλευρά, χάλια. Τις μεταφέρουν στο ΚΑΤ. Αρχίζουν ακτινογραφίες, βάζουν γύψους, τους κάνουν χειρουργικές επεμβάσεις, και τελικά βγαίνουν από το ΚΑΤ. Αρχίζουν φυσιοθεραπείες, γυμναστική, κάθε είδους ταλαιπωρία, κλπ. Η όλη ανάρρωσή τους κρατά ένα ολόκληρο χρόνο. Όταν επιτέλους γίνονται και πάλι καλά, λέει η μία στην άλλη:
"Τώρα που είμαστε καλά, δεν πάμε πάλι στο χωριό να τελειώσουμε και το κλάδεμα που αφήσαμε στη μέση;"
"Πάμε", λέει η άλλη. Έτσι ξεκινούν για το χωριό. Όταν πλέον φθάνουν στο χωριό και πλησιάζουν το κτήμα με τα δέντρα, βλέπουν από μακριά την γριά να έρχεται. "Αμάν, το μέντιουμ", αναφωνούν