Ένας άντρας βγαίνει με τρεις κοπέλες και θέλει να αποφασίσει μια θα παντρευτεί. Σκέφτηκε λοιπόν το εξής κόλπο.
Τους κάνει δώρο 200 χιλιάρικα για να δει τι θα τα κάνουν.
Η πρώτη τα παίρνει και πηγαίνει στα ρουχάδικα και παπουτσάδικα και τα ξεσκίζει. Μετά πάει στον άντρα και του λέει:
- Αγάπη μου φτιάχτηκα για να με βλέπεις και να με απολαμβάνεις, γιατί σε αγαπώ πολύ.
Ο άντρας ευχαριστήθηκε πολύ.
Η δεύτερη πάει στα Αντρικά είδη και του ψωνίζει ρούχα και πούρα. Μετά πάει στον άντρα και του λέει:
- Αγάπη μου σου ψώνισα αυτά τα δώρα για να τα ευχαριστηθείς και να είσαι καλά, γιατί σε αγαπώ πολύ.
Ο άντρας ευχαριστήθηκε πολύ.
Η τρίτη πάει στο Χρηματιστήριο τα επενδύει και κερδίζει τα τριπλά. Του επιστρέφει τα 200 χιλ. και ξαναεπενδύει τα υπόλοιπα σε κοινό λογαριασμό. Μετά πάει στον άντρα και του λέει:
- Αγάπη μου επένδυσα τα χρήματα που μου έδωσες γιατί θέλω να φτιάξουμε το σπίτι μας και να περάσουμε την υπόλοιπη ζωή μας άνετα, να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας και να μην χρειάζεται να ξεσκιζόμαστε στη δουλειά.
Ο άντρας ευχαριστήθηκε πολύ.
Μετά, ο άντρας σκέφτηκε για μερικές μέρες και αποφάσισε να παντρευτεί αυτή που είχε τα μεγαλύτερα βυζιά.
Ήταν τρεις φίλες, η Αννα, η Βαρβάρα και η Γωγώ. Αυτές λοιπόν οι τρεις φίλες, πήγαιναν κάθε απόγευμα για καφέ. Ένα απόγευμα λοιπόν λέει η Αννα:
- Κορίτσια, δεν θα πιστέψετε τι μου συνέβη χθες. Ήρθε ο Ανδρέας αργά από την δουλειά του, κατασκοτωμένος από την κούραση και του λέω:
"Πήγαινε μωρό μου να κάνεις ένα κρύο μπάνιο κι έλα εδώ, να σε ξεκουράσω εγώ."
Kι έτσι έγινε. Mέχρι να βγει από το μπάνιο, εγώ είχα φορέσει ότι πιο πρόστυχο εσώρουχο είχα και τον περίμενα. Μόλις βγήκε, του τραβάω την πετσέτα του, τα πιάνω και του λέω:
"Mωρό μου, τι κρύα αρχίδια είναι αυτά που έχεις; Έλα εδώ να σου τα ζεστάνω εγώ." Kι έγινε κορίτσια της τρελής μέχρι το πρωί!
- Θα το δοκιμάσω κι εγώ, λέει η Βαρβάρα.
Την επόμενη μέρα λοιπόν, βρίσκονται πάλι οι τρεις φίλες και κατενθουσιασμένη η Βαρβάρα τους λέει:
- Αννα είχες απόλυτο δίκιο. Έκανα ακριβώς το ίδιο και είχε... φοβερά αποτελέσματα. Ήρθε χθες ο Βασίλης από τη δουλειά, ψόφιος από την κούραση. Και του είπα:
"Πήγαινε μωρό μου να κάνεις ένα κρύο μπάνιο κι έλα εδώ σε εμένα να σε ξεκουράσω."
Mέχρι να βγει από το μπάνιο, φόρεσα ότι πιο πρόστυχο βρήκα μπροστά μου και μόλις βγαίνει από το μπάνιο, του τραβάω την πετσέτα, του τα πιάνω και του λέω:
"Mωρό μου, τι κρύα αρχίδια είναι αυτά που έχεις; Έλα εδώ να σου τα ζεστάνω."
Kι έγινε της κόλασης μέχρι το πρωί.
Tότε, σκέφτηκε και η Γωγώ:
- Γιατί μόνο αυτές; Θα δοκιμάσω κι εγώ!
Την επόμενη μέρα λοιπόν, θα ξαναβρίσκονταν οι τρεις φίλες. Η Γωγώ όμως είχε περιέργως αργήσει. Κάποια στιγμή, μετά από πάρα πολύ ώρα, έρχεται η Γωγώ, μαύρη από το ξύλο, γεμάτη μελανιές και γδαρσίματα.
- Τι έπαθες καλέ; τη ρωτάνε οι φίλες της.
- Να, πριν λίγο που ήρθε ο Γιάννης από την δουλειά, πεθαμένος από την κούραση, του λέω:
"Πήγαινε μωρό μου να κάνεις ένα κρύο μπάνιο και έλα μετά εδώ σε εμένα να σε ξεκουράσω."
Eν τo μεταξύ, φόρεσα ότι πιο πρόστυχο είχα στο σπίτι.
- Ε, ωραία και μετά τι έγινε;
- Μόλις βγήκε από το μπάνιο, πάω κοντά του, του τραβάω την πετσέτα και του λέω:
"Mωρό μου, γιατί έχεις ζεστά αρχίδια; O Ανδρέας και ο Βασίλης τα είχαν κρύα!"
·Ένας σκύλος μπαίνει σε ένα κρεοπωλείο, πλησιάζει τον χασάπη και του γαυγίζει.
Ο χασάπης τον ρωτάει τι θέλει. Ο σκύλος πηγαίνει εκεί που ήταν το χοιρινό και γαυγίζει. Ο χασάπης πάλι με την σειρά του τον ρωτάει πόσες χοιρινές μπριζόλες θέλει. Ο σκύλος γαυγίζει τέσσερις φορές, και αμέσως πηγαίνει δίπλα στο ταμείο για να πάρει το ανάλογο ποσό ο χασάπης από το πορτοφόλι που είχε
Στο περιλαίμιο του. Ο χασάπης παίρνει τα χρήματα και φορτώνει το σκύλο με το κρέας.
Παραξενευμένος ένας πελάτης αποφασίζει να παρακολουθήσει το σκύλο. Μετά από μερικά τετράγωνα, ο σκύλος πηγαίνει σε κάποιο σπίτι και γρατζουνά την πόρτα.
Και μετά από λίγο το αφεντικό του, του ανοίγει την πόρτα.
Ενθουσιασμένος ο παρατηρητής φωνάζει στο αφεντικό του σκύλου:
- Κύριε μου έχετε ένα πολύ έξυπνο σκύλο!
- Μπα, δεν είναι και τόσο έξυπνο... πάλι ξέχασε τα κλειδιά του...
Γίνεται ένα συνέδριο γενετιστών.
Ο Αμερικανός λέει:
"Εμείς, κύριοι συνάδελφοι κατασκευάσαμε με διάφορα πειράματα στο DNA το περίφημο λαγογούρουνο. Αυτό είναι συνδυασμός λαγού και χοίρου και πολλαπλασιάζεται σαν το λαγό αλλά μεγαλώνει σαν το γουρούνι. Έτσι θα λύσουμε το πρόβλημα της πείνας στην Αφρική.
Το ακροατήριο χειροκροτεί ενθουσιασμένο!
Ο Ρώσος βγαίνει και λέει:
"Εμείς, κύριοι, κατασκευάσαμε τον "καγκουρόταυρο", συνδυασμό καγκουρό και ταύρου. Μπορεί να πηγαίνει τα παιδιά στο σχολείο, μέσα στο τσεπάκι του, αλλά είναι και δυνατό σαν τον ταύρο για να τα προστατεύει.
Πάλι ενθουσιώδη χειροκροτήματα!
Ο Έλληνας. "Εμείς κύριοι κατασκευάσαμε την "Μουνοψειρολαμπίδα", συνδυασμό Μουνόψειρας και Πυγολαμπίδας.
Το ακροατήριο τα χάνει, μέχρις ότου κάποιος τολμάει να ρωτήσει:
"Καλά, και σε τι χρησιμεύει αυτό το πράγμα;"
Και ο Έλληνας:
"Στην Ελλάδα, κύριοι, αυτό το πράγμα είναι πολύ χρήσιμο. Όπου βλέπεις φωτάκι δεν γαμείς!".
Αποφασίζει η NASA να στείλει τον πρώτο άνθρωπο στο φεγγάρι.
Πάει λοιπόν στον γερμανό αστροναύτη.
NASA: Γειά σας είμαστε από την NASA και θέλουμε να στείλουμε τον πρώτο άνθρωπο στο φεγγάρι,πόσα θες για να πας?
Γερμανός : 1 εκατ. ευρο.
NASA: Γιατί τάσα ρε μεγάλε?
Γερμανός : καθήστε ρε παιδιά στο φεγγάρι θα πάω. Αμα πάθω τίποτα να μην αφήσω πέντε φράγκα
Στην οικογένεια μου.
NASA : Καλά θα το σκεφτούμε...
Πάνε στον γάλλο αστροναύτη.
NASA: Γειά σας εέμαστε απο την NASA και θέλουμε να στείλουμε τον πρώτο ανθρωπο στο φεγγάρι, πόσα θες για
Να πας?
Γάλλος : 2 εκατ. ευρο.
NASA: Γιατί τόσα ρε μεγάλε? Ο γερμανός ήθελε 1.
Γάλλος: καθήστε ρε παιδιά στο φεγγάρι θα πάω. Άμα πάθω τίποτα να μην αφήσω το ένα στην οικογένεια μου.
NASA: και το άλλο?
Γάλλος : Να μην μοιράσω και ένα στις ερωμένες μου?
NASA: Καλά θα το σκεφτούμε...
Πάνε και στον Έλληνα...
NASA: Γειά σας είμαστε από την ΝΑSA και θέλουμε να στείλουμε τον πρώτο άνθρωπο στο φεγγάρι, πόσα θες για να πας?
Έλληνας : με 3 εκατ ειμαι καλά!
NASA : Γιατί τόσα ρε μεγάλε? Ο γερμανός ήθελε 1, ο γάλλος ήθελε 2, εσύ γιατί 3?
Έλληνας : Κοίτα πως κάνουμε τις δουλειές εδώ στην Ελλάδα...
1 εκατ. θα πάρεις εσύ που θα μου δώσεις την δουλειά
1 εκατ θα πάρω εγώ... και
1 εκατ θα δώσουμε στον γερμανό να πάει στο φεγγάρι...
Ο Καβάφης είναι καλεσμένος σε δείπνο. Όπως είναι από τη δουλειά και με ρούχα εργασίας, πηγαίνει στο σπίτι στο οποίο ήταν καλεσμένος. Στην πόρτα όμως τον σταματάει ο υπηρέτης και τον ρωτάει τι θα ήθελε.
- Εκείνος του απαντάει ότι είναι καλεσμένος στο τραπέζι. Ο υπηρέτης του λέει ότι αν θέλει να φάει θα πρέπει να πάει στην κουζίνα και να γυρέψει φαγητό από την μαγείρισσα, επειδή δεν ήταν καλά ντυμένος για να παρουσιαστεί στο τραπέζι.
- Φεύγει λοιπόν ο Καβάφης αγανακτισμένος και πάει σπίτι του να αλλάξει. Επιστρέφει μετά από λίγο και ο υπηρέτης τον αφήνει τελικά να περάσει. Στο δείπνο το πρώτο πιάτο ήταν σούπα. Όλοι έτρωγαν λοιπόν, όταν ξαφνικά συνειδητοποιούν ότι ο Καβάφης έχυνε τη σούπα του στο μανίκι του! -Έκπληκτος ο οικοδεσπότης τον ρωτάει γιατί το κάνει αυτό, και τότε ο Καβάφης του λέει: Μα, κύριε, όπως διαπίστωσα δεν έχετε καλέσει εμένα για φαγητό, αλλά το κουστούμι μου!
Ήταν ένας τύπος και κάθε πρωί περνούσε από ένα pet-shop για να πάει στην δουλειά του.
Εκεί ο παπαγάλος που ήταν έξω του έλεγε:
"Καλημέρα μαλάκα" ενώ στον άλλο κόσμο έλεγε απλώς καλημέρα. Αυτό συνεχίστηκε για δύο μήνες ακόμα.
Μια μέρα όμως πάει ο τύπος μέσα στο μαγαζί και ρωτάει πόσο έκανε ο παπαγάλος. Έκανε 900ευρώ. Μαζεύει ότι οικονομίες είχε και δεν είχε και πάει να τον αγοράσει.
Και μόλις τον αγοράζει του σκέφτεται:
"Τώρα ρε κερατά, θα σε φτιάξω εγώ!" και πάνε σπίτι.
Μόλις έφτασαν τον έβαλε μέσα σε μια τσάντα και άρχισε να τον κοπανάει στον τοίχο, στο πάτωμα, στο κρεβάτι, στο τραπέζι, παντού για ένα τέταρτο.
Μετά κουρασμένος σωριάζεται κάτω, ανοίγει η τσάντα και ζαλισμένος ο παπαγάλος λέει:
- Θεέ μου, έγινε σεισμός και μόνο εγώ και ο μαλάκας μείναμε!
Ένας βοσκός πήγε για πρώτη φορά στην ζωή του στην πόλη. Βλέπει ένα μεγάλο κτίριο και ρωτάει τον φύλακα τι είναι αυτό. Αυτός του λέει πως είναι σχολείο. Βαζεις μοσχάρια (αμόρφωτους ανθρώπους) και βγάζεις μορφωμένους ανθρώπους.
Ο βοσκός που ήταν ανόητος άφησε ένα μοσχάρι εκεί. Μετά από ένα χρόνο επιστρέφει και ζητάει να δει τον μόσχο. Ο φύλακας όμως είχε αλλάξει και δεν ήξερε το περιστατικό, οπότε τον στέλνει στον διευθυντή του σχολείου που κατά σύμπτωση λεγόταν Μόσχος.
Μπαίνει ο βοσκός στο γραφείο του διευθυντή:
- Μόσχο μου, είσαι καλά;
- Σας γνωρίζω, κύριε;
- Μόσχο μου, ξέχασες που σε τάιζα χορταράκι στα λιβάδια;
Τον πετάει έξω ο διευθυντής.
Την επόμενη μέρα ξανάρχεται ο βοσκός με ένα μεγάλο μοσχάρι και ξαναπάει στον διευθυντή:
- Κύριε, τί είναι αυτό;
- Εμένα δεν με θυμάσαι, μόσχο μου... Αλλά την μάνα σου;