Το πάζλ.
Μια ξανθιά παίρνει τηλέφωνο τον άνδρα της στη δουλειά.
- Τι έχεις αγάπη μου, γιατί κλαις; τη ρωτάει.
- Προσπαθώ να φτιάξω ένα παζλ εδώ και ώρες αλλά δεν μπορώ να τα καταφέρω. Όλα τα κομμάτια μοιάζουν να είναι ίδια, του απαντάει.
- Μα είναι δυνατό, τι παριστάνει και είναι τόσο δύσκολο; ξαναρωτάει ο άνδρας της.
- Να έξω στο κουτί έχει μόνο ένα κόκορα.
Τελειώνει από της δουλειά ο ταλαίπωρος σύζυγος, πάει στο σπίτι και βρίσει τι γυναίκα του να κλαίει ακόμα πάνω από το παζλ. Την αγκαλιάζει και της λέει:
- Έλα αγάπη μου, έλα ομορφιά μου, έλα να βάλουμε τα Corn Flakes πίσω στο κουτί τους και δεν θα πούμε τίποτα σε κανένα.
Ένας κύριος είχε στο σπίτι του έναν παπαγάλο. Μια μέρα παρήγγειλε πετρέλαιο για την πολυκατοικία. Του έτυχε όμως μια επείγουσα δουλειά και είπε στον παπαγάλο όταν κτυπήσουν το κουδούνι από την ΒP να τους ανοίξει και να τους πει να βάλουν 1 τόνο πετρέλαιο.
Πράγματι σε λίγο κτυπά το κουδούνι, ανοίγει ο παπαγάλος και λέει από το θυροτηλέφωνο στον υπάλληλο της ΒΡ:
"10 τόνους πετρέλαιο, 10 τόνους πετρέλαιο".
Όταν γύρισε ο κύριος μόνο που δεν έπαθε εγκεφαλικό βλέποντας το πετρέλαιο να έχει πλημμυρίσει την είσοδο της πολυκατοικίας, το κλιμακοστάσιο, το λεβητοστάσιο και να τρέχει στο δρόμο.
Βουτάει από το λαιμό το παπαγάλο και τον ρωτά έξαλλος:
"Πόσο πετρέλαιο τους είπες;"
"Παράγγειλα λίγο περισσότερο για να έχουμε, αφεντικό!", απαντά ο παπαγάλος.
Τον αρπάζει αυτός και για να μην τον πνίξει του ανοίγει τα φτερά και τον καρφώνει στον τοίχο.
"Εκεί θα μείνεις", του λέει, "Ακου 10 τόνους πετρέλαιο! 10 ώρες θα μείνεις κρεμασμένος μέχρι να καταλάβεις τι έκανες".
Ο παπαγάλος που από το φόβο του καθόταν κρεμασμένος χωρίς να μιλάει για ώρες, κάποια στιγμή κοιτάζει στον απέναντι τοίχο που ήταν κρεμασμένος ένας μεγάλος Σταυρός με τον Εσταυρωμένο και του λέει:
"Φαντάσου πόσους τόνους πετρέλαιο είχες παραγγείλει εσύ για να σ έχει τόσα χρόνια κρεμασμένο τ αφεντικό!".
Μια φορά ήταν μια ξανθιά μέσα σε ένα μαγαζί και βλέπει ένα περίεργο πράγμα... Τότε ρωτάει τον καταστηματάρχη τι είναι αυτό:
- Αυτό είναι ένας θερμός. Κρατάει τα ζεστά πράματα ζεστά και τα κρύα κρύα.
Η ξανθιά εντυπωσιάζεται και το αγοράζει.
Την επόμενη μια συνεργάτισα στην δουλειά της την ρωτάει τί έχει στην τσάντα της.
- Ένα θερμός, λέει η ξανθιά. Κρατάει τα ζεστά πράματα ζεστά και τα κρύα κρύα.
- Και τί έχεις βάλει μέσα;
- Δύο καφέδες και δύο γρανίτες!
Παγκόσμιο συνέδριο φεμινιστριών και ανεβαίνει η γερμανίδα σύνεδρος:
"Γυρίζει ο άντρας μου από τη δουλειά " και του λέω :ξέχνα αυτά που ξέρεις, από σήμερα θα αρχίσεις να μαγειρεύεις." και τι έγινε ρωτάνε από κάτω";
- Την πρώτη εβδομάδα δεν έβλεπα τίποτα την δεύτερη τίποτα, την τρίτη γυρίζω σπίτι και βλέπω τρία φαγητά μαγειρεμένα. Χειροκρότημα από κάτω. Ανεβαίνει η βρετανίδα και λέει:
"Γυρίζει από τη δουλειά ο άντρας μου και του λέω. Τζιμ ξέχνα αυτά που ήξερες. Από αύριο θα καθαρίζεις εσύ το σπίτι".
- Και τι έγινε ρωτάνε από κάτω; Την πρώτη εβδομάδα άπαντα δεν έβλεπα τίποτα, την δεύτερη τίποτα. Την τρίτη γυρίζω στο σπίτι και το βλέπω πεντακάθαρο. Χειροκρότημα πάλι. Ανεβαίνει και η ελληνίδα και λέει:
"Γυρίζει ο Μήτσος από το τσιπουράδικο και του λέω.
- Μήτσο ξέχνα αυτά που ήξερες, από αύριο θα στρώνεις τα κρεβάτια και θα ξεσκονίζεις το σπίτι. Και τι έγινε ρωτάνε από κάτω; "την πρώτη εβδομάδα δεν έβλεπα τίποτα "απαντά", τη δεύτερη τίποτα.
- Από την τρίτη και εβδομάδα και μετά άρχισα να βλέπω λίγο από το αριστερό μάτι"
Παντρεύτηκε κάποιος και πήγε για δέκα μέρες γαμήλιο ταξίδι. Έδωσε εντολή στους υπαλλήλους του να μην τον ενοχλήσουν για κανέναν και για τίποτα. Την τρίτη όμως ημέρα χτυπά το τηλέφωνο του και στη γραμμή ακούει έναν υπάλληλο του να του λέει:
- "Αφεντικό!"
- "Τι είναι ρε! Δεν σας είπα να μην με ενοχλήσει κανείς;"
- "Να αφεντικό σε πήρα να σου πω πως έσπασα το φτυάρι!"
- "Και πως το έσπασες;"
- "Να το έσπασα καθώς άνοιγα ένα λάκκο."
- "Και γιατί άνοιγες το λάκκο;"
- "Για να θάψω το σκυλί."
- "Γιατί ψόφησε το καλό μου το σκυλί; πως έγινε αυτό;"
- "Να κάηκε αφεντικό όταν πήρε φωτιά ο στάβλος!"
- "Πήρε φωτιά ο στάβλος; Από τι;"
- "Πετάχτηκε μια σπίθα όταν πήρε φωτιά το σπίτι!"
- "Πήρε φωτιά το σπίτι; ποιος την έβαλε;"
- "Η μητέρα σου κρύωνε και άναψε το μαγκάλι, αλλά αυτό έγειρε και πήρε φωτιά όλο το σπίτι και κάηκε. Α! αφεντικό κάηκε και η μητέρα σου!"
Μόλις άκουσε αυτός τα μαντάτα άρχισε να χτυπιέται και να λέει:
- "Τι είμαι εγώ ένα τίποτα δεν είμαι! Δεν έχω σκύλο, δεν έχω στάβλο, δεν έχω σπίτι, δεν έχω και μάνα. Όλα αρνητικά μου πάνε στη ζωή, όλα αρνητικά!"
Τότε ο υπάλληλος άρχισε να φωνάζει από την άλλη άκρη της γραμμής.
- "Αφεντικό έχεις ένα θετικό, έχεις ένα θετικό!"
- "Τι θετικό έχω μου λες;"
- "Να θυμάσαι που έκανες εξετάσεις για το AIDS; να λοιπόν ήρθε ένα γράμμα βγήκε Θετικό!"
Βρίσκονται τρεις μεγαλόσωμοι σκύλοι στο κτηνιατρείο και συζητούν τα παθήματά τους. Ρωτάει ο ένας τον άλλον για ποιόν λόγο βρίσκονται εκεί.
Απαντάει ο πρώτος. Εγώ που λέτε ρε παιδιά ήμουν ήσυχος. Αλλά ξαφνικά εκεί που πήγαινα βόλτα με το αφεντικό μου κάποιος μου πάτησε την ουρά και από τα νεύρα μου άρχισα να δαγκώνω τον κόσμο. Γέμισε ο τόπος αίματα. Μετά από το επεισόδιο με φέρανε εδώ να μου κάνουνε ευθανασία.
Απαντάει ο δεύτερος σκύλος. Εγώ που λέτε ήμουνα καλός φύλακας. Αλλά μια ημέρα μπαίνει στο σπίτι μια γειτόνισσα του αφεντικού μου που εγώ δεν την ήξερα και την πέρασα για κλέφτη. Της ορμάω, της δαγκώνω το πόδι, ούρλιαζε αυτή, γέμισε ο τόπος αίματα. Μετά από αυτό με φέρανε εδώ να μου κάνουνε ευθανασία.
Απαντάει και ο τρίτος της παρέας. Εγώ που λέτε καθόμουνα στο σπίτι ήσυχος και η γυναίκα του αφεντικού μου ήταν στο μπάνιο. Μόλις βγήκε από το μπάνιο με το μπουρνούζι ήρθε να με χαϊδέψει. Εγώ βάζω το κεφάλι μου ανάμεσα στα πόδια της και αρχίζω να την γλείφω. Της φεύγει και το μπουρνούζι και χωρίς
Να το καταλάβω πέφτω από πάνω της και έγινε το έλα να δεις. Όπως ήταν αυτή στα τέσσερα και εγώ από πάνω, με τα νύχια μου της έγδαρα την πλάτη που γέμισε αίματα.
- Σώπα ρε δικέ μου του λένε οι άλλοι δύο σκύλοι. Και σε φέρανε για ευθανασία και σένα ε;
- Όχι ρε παιδιά. Για μανικιούρ-πεντικιούρ!
Ο Τοτός κάνει πάρτυ στο σπίτι του για τα γενέθλια του. Η μητέρα του είναι στην κουζίνα και ετοιμάζει λιχουδιές για τα παιδιά. Εκείνη την ώρα έρχεται ο πατέρας του Τοτού από τη δουλειά και λέει στη γυναίκα του.
- Γυναίκα έχω ορμές και θέλω να κάνουμε έρωτα τώρα αμέσως.
- Μα αντρούλη, έχουμε πάρτυ, καλεσμένους και θα γίνουμε ρεζίλι.
- Δεν αντέχω ούτε λεπτό και πρέπει να κάνουμε κάτι για να τα βολέψουμε.
- Δηλαδή σαν τι;
- Να, εσύ θα κοπείς λίγο με το μαχαίρι, θα σπάσουμε και ένα πιάτο και θα πούμε ότι έσπασε ένα πιάτο και κόπηκες όταν μάζευες τα σπασμένα και ότι θα πάμε πάνω για να στο δέσω.
Πράγματι κόβεται λίγο η μητέρα του Τοτού, πετάνε και ένα πιάτο κάτω για να σπάσει. Ακούει ο Τοτός το θόρυβο και τρέχει στην κουζίνα.
- Τι έγινε;
- Τίποτα σημαντικό, απαντάει ο πατέρας του, έσπασε ένα πιάτο η μαμά σου και κόπηκε όταν τα μάζευε και θα πάμε πάνω να το δέσουμε.
- Καλά, λέει ο Τοτός και ξαναγυρίζει στους φίλους του, ενώ οι γονείς του πήγανε επάνω.
Η ώρα περνούσε, οπότε ο Τοτός ανησύχησε και πήγε επάνω να τι γίνεται. Περνώντας έξω από την κρεβατοκάμαρα των γονιών άκουσε βογκητά. Σκύβει και βλέπει τους γονείς του να κάνουν έρωτα. Αμέσως αλλάζει χρώμα και γίνεται άσπρος, κατεβαίνει με τα τέσσερα τα σκαλοπάτια, τρέχει κλείνει τη μουσική και γυρίζει προς τους φίλους του και τους λέει:
- Μην τολμήσει κανένας να σπάσει πιάτο γιατί θα τον γαμήσει ο πατέρας μου.
Τέσσερις φίλοι βρέθηκαν σε μια ταβέρνα 30 χρόνια μετά το σχολείο και έλεγαν τα δικά τους.
Μετά από λίγο ο ένας πήγε στο αποχωρητήριο και οι υπόλοιποι μιλούσαν για τα παιδιά τους. Ο πρώτος με περηφάνια έλεγε για το γιο του ότι σπούδασε μηχανικός αυτοκινήτων και εργάζεται στην FERRARI, βγάζει λεφτά με την ουρά. Ο δεύτερος έλεγε για το γιο του ότι σπούδασε αρχιτέκτονας, έχει εταιρεία που κτίζει σπίτια και βγάζει εκατομμύρια ευρώ. Ο τρίτος σπούδασε πιλότος εργάζεται σε εταιρεία κατασκευής αεροπλάνων και βγάζει εκατομμύρια, λεφτά να φάν και οι κότες.
Έρχεται και ο τέταρτος και τον ρωτούν οι φίλοι του τι δουλειά κάνει ο γιος του, εμένα ο γιος μου είναι Gаy, gаy απαντούν και οι τρεις με ένα στόμα και χαμογελούσαν κοροϊδευτικά. Ναι τους λέει αυτός Gаy βγάζει πολλά χρήματα και παίρνει πολλά δώρα. Να σκεφτείτε ότι πριν λίγες μέρες ένας φίλος του του χάρισε μια FERRARI, ο δεύτερος του χάρισε ένα σπίτι και ο τρίτος του χάρισε ένα αεροπλάνο JET κόκκαλο οι τρεις φίλοι από τα κατορθώματα των παιδιών τους
2006!
Ξέρεις ότι ζεις στο έτος 2006 όταν...
1) άθελα πληκτρολογείς το PIN σου στο φούρνο μικροκυμάτων
2) χρόνια έχεις να παίξεις πασιέντζα με αληθινές κάρτες
3) έχεις μια λίστα με 15 αριθμούς τηλεφώνων για να επικοινωνείς με την οικογένεια σου που αποτελείται από 3 άτομα
4) στέλνεις Mail στον συνάδελφο σου που κάθεται στο διπλανό γραφείο
5) έχεις χάσει κάθε επαφή με φίλους σου γιατί δεν έχουν E-mail
6) επιστρέφεις μετά από μακριά και κουραστική ημέρα εργασίας στο σπίτι σου και στο τηλέφωνο απαντάς με το όνομα την εταιρίας
7) στο τηλέφωνο σου στο σπίτι παίρνεις το 9 για βγάλεις εξωτερική γραμμή
8) επί 4 χρόνια βρίσκεσαι στην ίδια θέση αλλά για 3 διαφορετικές εταιρίες
10) όλες οι διαφημίσεις στην τηλεόραση έχουν στο κάτω μέρος την ιστοσελίδα
11) πανικοβάλλεσαι επειδή βγήκες από το σπίτι χωρίς να πάρεις το κινητό σου και επιστρέφεις αμέσως για να το πάρεις
12) σηκώνεσαι το πρωί και η πρώτη δουλειά που κάνεις είναι να ανοίξεις το Outlook/LotusNotes πριν κάνεις καφέ
13) γέρνεις το κεφάλι για να χαμογελάσεις :
- )
14) διαβάζεις αυτό το κείμενο και χαμογελάς
15) χειρότερα ακόμη, ξέρεις ήδη σε ποιόν θα το στείλεις
16) είσαι πολύ απασχολημένος για να καταλάβεις ότι σε αυτή τη λίστα λείπει το 9
17) ξαναπέρασες τη λίστα για να διαπιστώσεις ότι πράγματι λείπει το 9
Ο Κώστας, ταξιδεύοντας με το αυτοκίνητο, μένει από βενζίνη. Αποφασίζει να κάνει ότο-στοπ προς ανεύρεση βενζίνης και με ένα μπιντόνι στο χέρι, σταματά στην άκρη του δρόμου και περιμένει. Περνά ένα Toyota με ένα τσιγγάνο και τον παίρνει.
Η μέρα είναι πολύ ζεστή, ο τσιγγάνος έχει ιδρώσει και σε κάποια στιγμή ρωτά τον επιβάτη του:
- Αφεντικό, πολλή ζέστη κάνεί, Πειράζει να βγάλω πουκάμισο;
- Και δεν το βγάζεις... Του λέει ο Κώστας.
Ο τσιγγάνος βγάζει το πουκάμισο και ο Κώστας παρατηρεί πως κάτω από το πουκάμισο, ο τσιγγάνος έχει ένα τατουάζ που λέει: ΑΧ-ΒΑΧ. Χαμογελά, αλλά δε λέει τίποτα. Λίγο, αργότερα, ο τσιγγάνος που φαίνεται να υποφέρει πολύ από τη ζέστη, ξαναλέει:
- Αφεντικό, πολλή ζέστη. Πειράζει να βγάλω και πανταλόνι;
- Και δεν το βγάζεις, απαντά ο Κώστας πάλι και παρατηρεί πως στα μπούτια του ο τσιγγάνος, έχει Τατουάζ που γράφουν: ΑΓΑΠΩ ΤΟ ΜΑΡΑΚΙ & ΜΑΡΑΚΙ, ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΕΡΧΟΜΑΙ. Χαμογελά μα δε λέει τίποτε.
Μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω, ο Tσιγγάνος ξαναρωτά τον Κώστα.:
- Αφεντικό, μα πάρα πολλή ζέστη κάνει. Πειράζει να βγάλω και σλιπάκι;
- Βγάλτο, λέει ο Κώστας, περίεργος να δει τι τατουάζ θα υπάρχει κάτω από το σλιπάκι και απορεί, βλέποντας πως η.. τσουτσού του τσιγγάνου γράφει επάνω της... :ΞΙΔΙ. Λέει λοιπόν στον Τσιγγάνο.:
- Σε παρακαλώ, εξήγησέ μου. Καταλαβαίνω το ΑΧ-ΒΑΧ, ΑΓΑΠΩ ΤΟ ΜΑΡΑΚΙ, ΜΑΡΑΚΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΕΡΧΟΜΑΙ. ΄Όμως το ΞΙΔΙ, τι σημαίνει;
- Α, αφεντικό, λέει ο τσιγγάνος. Αυτό, άμα είναι... Τεντωμένο, γράφει:
- Καλο ταξιδι !
Αυτό είναι θράσος!
Πάει κάποιος σε ένα μπαρ. Μπαίνει μέσα και λέει του μπάρμαν:
- Βάλε ένα ουίσκι για μένα, ένα για σένα και κέρνα όλο το μαγαζί.
Τα βάζει ο μπάρμαν, πίνουν όλοι και ξαφνικά ο τύπος το βάζει στα πόδια και εξαφανίζεται χωρίς να προλάβουν να τον πιάσουν.
Την επόμενη μέρα, ο θρασύτατος επιστρέφει στο μπαρ. Έλειπε ο μπάρμαν που ήταν εκεί την προηγούμενη και είναι το αφεντικό. Λέει ο τύπος τα ίδια στο αφεντικό:
- Βάλε ένα ουίσκι για μένα, ένα για σένα και κέρνα όλο το μαγαζί.
Πίνουν τα ποτά και πάει ο τύπος να το σκάσει. Πριν προλάβει όμως να φτάσει στην πόρτα, το πιάνουν οι μπράβοι του μαγαζιού και τον κάνουν τόπι στο ξύλο...
Την επομένη ξανάρχεται στο μπαρ. Μπαίνει μέσα και λέει του αφεντικού:
- Βάλε ένα ουίσκι για μένα και κέρνα όλο το μαγαζί. Εσένα δεν σε κερνάω γιατί όταν πίνεις δεν ξέρεις τι κάνεις!
Πρώτη φορά έρχεσαι στο Γιοχάνεσμπουργκ;
Κάποια μέρα, ένας κύριος ξεκινάει ένα επαγγελματικό ταξίδι, για ένα συνέδριο που οργάνωνε η εταιρεία του στο Γιοχάνεσμπουργκ της Αφρικής. Αφού έχει κανονίσει τις λεπτομέρειες του ταξιδιού, έχει φιλήσει σταυρωτά τη γυναίκα του και έχει μαζέψει τις βαλίτσες του ξεκινάει για το αεροδρόμιο. Όλως περιέργως, το αεροπλάνο της Ολυμπιακής Αεροπορίας, ξεκινάει χωρίς καθυστέρηση.
Μετά από ένα ήρεμο ταξίδι, ο κύριος φτάνει στον προορισμό του. Διαπιστώνει όμως ότι έφτασε 6 ώρες νωρίτερα από ότι περίμενε. Έτσι άρχισε να ψάχνει τρόπους για να σκοτώσει την ώρα του μέχρι να αρχίσει το συνέδριο. Τι καλύτερο από ένα σινεμαδάκι... μιας και η δουλειά δεν του άφηνε ελεύθερο χρόνο για τέτοιες "πολυτέλειες".
Αρχίζει λοιπόν να περιπλανιέται στους κυρίως δρόμους και τα σοκάκια, αλλά δεν βρίσκει τίποτα. Απελπισμένος, ρωτάει τον πρώτο περαστικό:
- Με συγχωρείτε κύριε, θα μπορούσατε να μου πείτε που υπάρχει κάποιο σινεμά;
- Αα.. πρώτη φορά έρχεστε στο Γιοχάνεσμπουργκ; ρωτάει ο εν λόγω τύπος...
- Ναι, γιατί;
Ο τύπος αποφεύγει να απαντήσει. Παρ όλα αυτά, δίνει τις οδηγίες στον κύριο για το πως να πάει στο κοντινότερο σινεμά.
Πραγματικά, σε χρόνο μηδέν φτάνει έξω από το σινεμά, όπου έχει σχηματιστεί μία τεράστια ουρά μπροστά στο ταμείο. Ο κύριος κάθεται υπομονετικά στην ουρά, όπου παρατηρεί κάθε καρυδιάς καρύδι να παρελαύνει μπροστά του. Μετά από αρκετή ώρα, φτάνει στο ταμείο.
- Θα ήθελα ένα εισιτήριο...
- Πλατεία ή εξώστη; ρωτάει η ταμίας, πάντα με το χαμόγελο στα χείλη.
- Δώστε μου ένα πλατεία..
- Ααα .. πρώτη φορά έρχεστε στο Γιοχάνεσμπουργκ;
- Ναι γιατί;
- Ξέρετε, στο σινεμά συνήθως οι μαύροι παίρνουν εισιτήριο για πλατεία, ενώ οι λευκοί για εξώστη.
- Α, καλά.. δώστε μου ένα εξώστη τότε...
Η ταμίας του δίνει το εισιτήριο και μπαίνει βιαστικά μέσα για να προλάβει την αρχή της ταινίας. Αφού κάθεται στον εξώστη και βολεύεται, ξεκινάει η ταινία "Saving Private Ryan". Όπως είναι γνωστό όμως, οι ταινίες του Spielberg κρατάνε μπόλικες ώρες, με αποτέλεσμα ο τύπος να αρχίσει να έχει πρόβλημα με την κύστη του. Σηκώνεται βιαστικά, παρόλο που δεν ήθελε να χάσει στιγμή από την ταινία και αρχίζει να ψάχνει το σινεμά για τουαλέτα.
Σε κάποια στιγμή, και ενώ έχει ακούσει λογής σχόλια για το κεφάλι του που κρύβει το πανί, ο κύριος γυρίζει βιαστικά στον πρώτο που βρίσκει μπροστά του και τον ρωτάει.
Με συγχωρείτε κύριε, ψάχνω για την τουαλέτα, αλλά δεν την βρίσκω πουθενά. Που στο διάολο την έχουν βάλει;
- Α, Πρώτη φορά έρχεστε στο Γιοχάνεσμπουργκ; τον ρωτάει ο τύπος...
- Ναι ρε φίλε, γιατί;
- Ξέρεις, εδώ δεν έχουμε τουαλέτα. Όποιος θέλει να κατουρήσει, την βγάζει και κατουράει από κάτω στην πλατεία.
- Μα .. οι άνθρωποι από κάτω;
- Μην ανησυχείς.. δεν λένε τίποτα...
Ο κύριος ελαφρά σοκαρισμένος, τρέχει γρήγορα προς την γωνιακή άκρη του εξώστη. Η κύστη του τον πίεζε φοβερά έτσι την βγάζει έξω ντροπαλά, και αρχίζει να κατουράει από κάτω, με γυρισμένη την πλάτη για να μην τον βλέπουν.
Σε κάποια στιγμή, ακούγεται μία φωνή από την πλατεία...
- Ρε φιλάρααααα... πρώτη φορά έρχεσαι στο Γιοχάνεσμπουργκ;
Ο κύριος σαστίζει.. αλλά απαντάει...
- Ναι γιατί;
- Ε κούνα την λίγο ρε μαλ*κα... όλο εμένα κατουράς!
Πριν μερικά χρόνια οι " κυρίες " των " κόκκινων φαναριών " περνούσαν κάθε μήνα από υγειονομικό έλεγχο .
Είχε φτάσει η συγκεκριμένη μέρα και όλα τα " κορίτσια " είχαν μαζευτεί έξω από το γραφείο του γιατρού και περίμεναν τη σειρά τους . Περνάει τυχαία έξω από το ιατρείο μια γριά , βλέπει τα "κορίτσια " μαζεμένα και ρωτάει μία .
- Τι γίνεται κορίτσι μου εδώ και είστε όλες μαζεμένες . Επειδή η κοπέλα ντράπηκε να της πει την αλήθεια της λέει :
- Καραμέλες μοιράζουν γιαγιά . Τότε λέει και η γιαγιά :
- Θα μείνω κι εγώ να πάρω . Και έμεινε στην ουρά . Μετά από λίγη ώρα έρχεται και της γιαγιάς η σειρά . Μόλις τη βλέπει ο γιατρός γουρλώνει τα μάτια του και γεμάτος έκπληξη τη ρωτάει .
- Κι εσύ γιαγιά ; Και η γιαγιά :
- Γιατί παιδάκι μου δεν έχω ψυχή εγώ ; - Ναι βρε γιαγιάκα αλλά εσύ δεν έχεις ούτε δόντια .
- Δεν πειράζει παιδάκι μου εγώ τις γλύφω .
Μία ομάδα από άντρες κάθονται στη σάουνα και συζητούν για δουλειές και μετοχές όταν ξαφνικά χτυπάει ένα κινητό.
"Γεια σου μωρό μου, είσαι στο κλαμπ;"
"Ναι καλή μου."
"Αγάπη μου δε θα το πιστέψεις αλλά είμαι μπροστά στου YSL και υπάρχει ένα πανέμορφο μινκ προσφορά στη βιτρίνα."
"Πόσο κάνει καλή μου;"
"Το σκοτώνουν. Μόνο 2.000.000. Το πιστεύεις;"
"Μα δεν έχεις ήδη πολλά παλτά;"
"Σε παρακαλώ αγάπη μου, είναι μοναδικό!"
"Καλά, καλά, πάρ το!"
"Σ ευχαριστώ καρδιά μου. Α, για να μη σε κρατώ πολύ", πέρασα από τη Mercedes το πρωί και είδα το νέο κάμπριο. Πέθανα! Μίλησα στον πωλητή και αυτό που έχει στην έκθεση είναι ολοκαίνουργιο, με δερμάτινα καθίσματα, υδραυλικά, ηλεκτρικά, τα πάντα. Χρώμα χρυσό! Τι λες;"
"Έλα τώρα γλυκιά μου, έχουμε ήδη πολλά αυτοκίνητα!"
"Μα μου είχες υποσχεθεί ότι μπορώ να πάρω ένα κάμπριο!"
"Πόσο κάνει;"
"Δε θα το πιστέψεις, αλλά ο πωλητής είπε ότι θα μας το αφήσει μόνο 35.000.000, full extra, κομπλέ, με το κλειδί στο χέρι!"
"Καλά, καλά, άντε πάρ το!"
"Μωρό μου σε λατρεύω. Είσαι ο καλύτερος σύζυγος που θα μπορούσε να έχει μια γυναίκα. Ελπίζω να μην το παρακάνω αλλά θυμάσαι το ταξίδι που είχαμε κάνει στο Παρίσι; Θυμάσαι το ξενοδοχείο με την πισίνα και τα γήπεδα του τένις; Πουλιέται.
Το είδα το πρωί στο μεσιτικό γραφείο. Αν το αγοράζαμε θα είχαμε το τέλειο μέρος να μείνουμε τους κρύους μήνες του Χειμώνα!"
"Να σου πω, το είχα σκεφτεί κι εγώ. Πουλιέται είπες;"
"Αλήθεια; Το είχες σκεφτεί; Να πάω να κάνω μια προσφορά;
Ξέρεις, δεν είναι πολύ ακριβό και θα ταίριαζε στον τρόπο ζωής μας!"
"Πόσο το έχουν;"
"Μόνο 180.000.000 αγάπη μου. Είναι ευκαιρία!"
"Νομίζω έχουμε λεφτά στην άκρη. Πήγαινε και κάνε μια προσφορά αλλά με τίποτα πάνω από 165.000.000."
"Τελικά η σημερινή μέρα είναι καταπληκτική! Δε βλέπω την ώρα να σε πετύχω το βράδυ στο σπίτι για να το γιορτάσουμε!"
"Τα λέμε το βράδυ καλή μου."
Ο τύπος κλείνει το κινητό και ρωτά δυνατά:
"Ρε σεισ! Ποιανου ειναι αυτο εδω το κινητο;"
Η οικογένεια του Νώντα του τσιγγάνου μένει με άλλες πολλές οικογένειες στον καταυλισμό, έξω από την πόλη.
Απαρτίζεται από τρία άτομα, αυτόν τη γυναίκα του και τον γιό του, όμως έχουν στενές σχέσεις και με την πεθερά του που χήρεψε πρόσφατα, την κουνιάδα του και μια μακρινή τους ξαδέλφη που είναι μόνη και γιA αυτό κάθεται με την πεθερά του και την κουνιάδα του. Τα τσαντίρια τους δεν απέχουν πολύ το ένα από το άλλο.
Εργατικός άνθρωπος ο Νώντας γυρίζει με το φορτηγάκι του όλη μέρα στις λαϊκές και στις γειτονιές να πουλήσει λαχανικά και φρούτα για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα με τις υποχρεώσεις του. Ο γιός του τον βοηθάει όσο μπορεί γιατί ακόμη είναι μικρός,
Γύρω στα έντεκα. Έτσι ο Νώντας παλεύει ολομόναχος, κουράζεται και ευτυχώς που έχει και τη μαϊμού του να του κρατάει παρέα τις δύσκολες ώρες της δουλειάς. Την έβαζε και καθόταν σε μιαν άκρη της καρότσας κι επέβλεπε τα πάντα όταν αυτός ζύγιζε. Έτσι κι έκανε κάποιος ν αγγίξει ένα φρούτο, τσίριζε και χοροπηδούσε σαν τρελή. Παρόλα αυτά όμως, η γυναίκα του δεν ήταν ευχαριστημένη και καθημερινά του γκρίνιαζε ότι την παραμελούσε κι ότι δεν την ήθελε πια ερωτικά . Του κάκου αυτός της ορκιζόταν πως δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο αλλά ήταν απλώς η κούραση που
Του αφαιρούσε το κέφι. Είδε κι αποείδε, λοιπόν, μια μέρα λέει
Στο γιο του:
"Έλα δω, βρε αγόρι μου... Τον ξέρεις αυτόν τον
Φαρμακοποιό στην πόλη, που πήγαινε ο παππούς πριν πεθάνει;"
"Τον ξέρω, πατέρα, γιατί;"
" Να, θέλω να πας και να του πεις να
Σου δώσει από αυτές τις κάψουλες που έδινε στον παππού. Πες πώς
Λεγόμαστε και θα μας θυμηθεί, μας ξέρει. Πες του ότι είναι για τον πατέρα μου τώρα και μη ξεχάσεις να ρωτήσεις πόσες θα παίρνω." Συμφώνησε ο μικρός, πάει στον φαρμακοποιό, του δίνει αυτός ολόκληρο σακούλι κάψουλες ( για ξόδεμα τις είχε) και
Όταν ο μικρός τον ρώτησε πώς θα τις παίρνει ο πατέρας του, αυτός του είπε:
"Μία κάθε τρεις.. το θυμάσαι; Είπαμε, κάθε τρεις μία.."
Το λεγε και το ξανάλεγε στο δρόμο ο μικρός για να μην το ξεχάσει:
"Τρεις.. μία... Τρεις... Μία..."
Ώσπου στο τέλος φυσικά και μπερδεύτηκε και είπε στον πατέρα του:
"Τρεις (κάψουλες) κάθε
Μία (μέρα)...
Πέρασε κάμποσος καιρός. Μια μέρα συνάντησε ο φαρμακοποιός
Τον μικρό τυχαία στο δρόμο. "Τί έγινε μικρέ; Τί κάνει ο πατέρας
Σου;" τον ρωτάει. "Μωρέ, ο πατέρας μου είναι μια χαρά, εμάς τους
Άλλους μας πήρε και μας σήκωσε..."
"Γιατί, παιδί μου; Τί πάθατε;"
"Τί άλλο να παθαίναμε! Πέθανε η μάνα μου, πέθανε η γιαγιά μου,
Πέθανε η θεία μου, πέθανε η ξαδέλφη τους, εγώ δεν μπορώ να κάτσω
Στην καρέκλα κι η μαϊμού δεν κατεβαίνει από το δέντρο..."
Πήγε ο Πόμπος να εξομολογηθεί:
- Πάτερ μου, αμάρτησα.
- Τι έκανες, παιδί μου;
- Έκανα σχέση με μία κοπέλα. Πήγα να την δω σπίτι της, και η μάνα της έλειπε για ψώνια, ο κύρης της ήταν στην δουλειά και η αδερφή της ήταν στα καταστήματα. Είμασταν μόνοι μας. Και έξω έβρεχε πολύ... Ε, και το κάναμε...
- Τι λες ρε; Μια βδομάδα νηστεία, και να μην το ξανακάνεις.
Την άλλη βδομάδα ξαναπάει ο Πόμπος.
- Πάτερ μου, αμάρτησα.
- Τι έκαμες πάλι, ρε;
- Ε, πήγα να δώ την κοπέλα στο σπίτι της, και έλειπε. Και η μάνα της έλειπε για ψώνια, ο κύρης της ήταν στην δουλειά. Είμασταν μόνοι μας με την αδερφή της. Και έξω έβρεχε πολύ... Ε, και το κάναμε...
- Τι έκανες λέει; Κωλόπαιδο. Δύο βδομάδες νηστεία, βρε! Και να μην το ξανακάνεις.
Μετά από τις δύο βδομάδες ξαναπάει ο Πόμπος.
- Πάτερ μου, αμάρτησα.
- Τι έκαμες πάλι, ρε;
- Ε, πήγα να δώ την κοπέλα στο σπίτι της, και έλειπε. Και η αδερφή της έλειπε και ο κύρης της ήταν στην δουλειά. Είμασταν μόνοι μας με την μάνα της. Και έξω έβρεχε πολύ... Ε, και το κάναμε...
- Τι έκανες λέει; Δεν ντρέπεσαι καθόλου; Ένα μήνα νηστεία, βρε! Και να μην το ξανακάνεις!
Σε ένα μήνα ξαναπάει ο Πόμπος.
- Πάτερ μου, αμάρτησα.
- Τι έκαμες πάλι, σκύλου γέννα;
- Ε, πήγα να δώ την κοπέλα στο σπίτι της, και έλειπε. Και η μάνα της έλειπε για ψώνια, και η αδερφή της έλειπε. Είμασταν μόνοι μας με τον κύρη της. Και έξω έβρεχε πολύ... Ε, και το κάναμε...
- Ρε κωλόπαιδο! Αρχίδι! Δεν μου έρχονται λέξεις να σε περιγράψω! Φύγε να μην σε βλέπω!
- Μα που να πάω, παπά μου; Είμαστε και μόνοι μας... Και έξω βρέχει πολύ...
Ήτανε μια φορά κι ενα καιρό...
, τρεις πολύ κολλητές κυρίες, η Πόπη, η Λούλα και η Μαργαρίτα, που γνωριζόντουσαν απο μικρά παιδιά και μέχρι τώρα που είχαν περάσει τα 80 διατηρούσαν τη φιλία τους στο ακέραιο! Η δε υγεία τους ηταν μια χαρά για τα χρόνια που κουβαλούσαν στην καμπούρα τους και το μόναδικό πρόβλημα είχε να κάνει με κάποια κρούσματα αμνησίας που είχαν προκύψει τον τελευταίο καιρό. Αλλά κατά τα άλλα, όλα καλά!
Εκείνο λοιπόν το Κυριακάτικο πρωινό αποφάσισαν η Πόπη και η Λούλα να επισκεφτούν την Μαργαρίτα και μια και δυο κίνησαν για το σπίτι της φιλενάδας τους.
Το τι χαρές εκανε η Μαργαρίτα οταν τις είδε δε λέγεται...
- Καλώς τα κορίτσια! (ματς-μούτς-ματς-μουτς!) Τι κάνετε βρέ;
Και αφού έφτιαξε τρεις βαρβάτους καφέδες, άρχισαν όλες μαζί το μπλα-μπλα.
Σε καμιά ωρα λέει η Πόπη:
- Βρε Μαργαρίτα μου, να, με την κουβέντα στέγνωσε το στόμα μου... Μήπως έχεις κάτι να τσιμπήσουμε;
- Βεβαίως-βεβαίως, έχω ετοιμάσει κάτι σάντουιτς μούρλια! Πάω αμέσως να τα φέρω!
Και έτρεξε η Μαργαρίτα αμέσως προς την κουζίνα. Μπαίνοντας όμως μέσα, ξέχασε για ποιο λόγο είχε έρθει και άρχισε να αναρωτιέται.
"Βρε τι μου είπανε να φέρω... Τι μου είπανε... Ε, τι αλλο θα θέλουνε; Μα φυσικά καφέ!"
Και φτιάχνει ξανα-μανά τρεις βαρβάτους καφέδες και τους πάει στα κορίτσια, τους πίνουνε κι αρχίζει πάλι το μπλα-μπλα.
Και νά σου πάλι σε καμμιά ωρα τα ίδια.
- Θα φάμε τίποτα;
- Βεβαίως!
Και "Τι μού πανε να τούς φέρω..."
Και να τρεις καφεδιές!
Ε. αυτή η δουλειά συνεχίζεται μέχρι αργά τη νύχτα, έχουνε πιεί καμιά διακοσαριά καφέδες και κάποια στιγμή η Πόπη και η Λούλα αντιλαμβάνονται ότι είναι περασμένη ωρα και αποφασίζουν να φύγουν.
Με δάκρυα στα μάτια αποχαιρετούν την παιδική τους φίλη και φεύγουν.
Στο δρόμο τώρα, λέει η Λούλα στην Πόπη:
- Τι να σου πω, βρε Πόπη μου, χρυσό κορίτσι αυτή η Μαργαρίτα, αλλά ούτε ένα καφέ δεν μας έψησε τόσες ώρες που ήμασταν σπίτι της!
Και η Πόπη απαντά με απορία:
- Ποιά Μαργαρίτα;