Παίζουν γκόλφ ο Μωυσής, ο Χριστός και ένας γεράκος. Πάει πρώτος ο Μωυσής, ελέγχει τον άνεμο, χτυπάει τη μπάλα και παααφ, μέσα στη λιμνούλα!
- "Φτου", κάνει ο Μωυσής.
Πάει στη λιμνούλα και λέει:
- "Νερά, ανοίξτε!"
Πραγματικά, ανοίγουν τα νέρα, μπαίνει στη λίμνη, χτυπάει το μπαλάκι και αυτό πηγαίνει μέσα στην τρύπα!
Πανηγυρισμοί και ενθουσιασμός στην κερκίδα.
Τώρα είναι η σειρά του Χριστού. Ελέγχει τον άνεμο, χτυπάει το μπαλάκι, παααφ μέσα στη λιμνούλα και αυτό.
- "Φτού", κάνει ο Χριστός.
Πάει στη λιμνούλα, περπατάει" επί του ύδατος" και λέει στο μπαλάκι:
- "Μπαλάκι, δεύρω έξω."
Πράγματι, το μπαλάκι ανεβαίνει στην επιφάνεια του νερού, το χτυπάει και αυτό πηγαίνει μέσα στην τρύπα.
Πανηγυρισμοί στην κερκίδα.
Χτυπάει το μπαλάκι και ο γεράκος και παααφ μέσα στη λιμνούλα! Καθώς πήγαινε στον πάτο, περνάει ένα μικρό ψάρι και τρώει το μπαλάκι. Πάει ένα μεγάλο ψάρι και τρώει το μικρό και ανεβαίνει στην επιφάνεια. Ύστερα, πάει ένας γλάρος, πιάνει το μεγάλο ψάρι και πετάει ψηλά. Έπειτα, πάει ένας αετός, ταρακουνάει το γλάρο, πέφτει κάτω το μεγάλο ψάρι, ανοίγει το στόμα του, βγαίνει από μέσα το μικρό ψάρι, ανοίγει το στόμα του, βγαίνει από μέσα το μπαλάκι και μπαίνει στην τρύπα.
Τότε, γυρνάει ο Χριστός στο γεράκο και του λέει:
- "Τι θα γίνει βρε πατέρα; Θα αφήσετε τις μαλαγανιές, να παίξουμε καμιά φορά;"
Είναι ένας τύπος, εντελώς μαμάκιας, κολλημένος δηλαδή με τη μάνα του... Και κάποια στιγμή αποφασίζει να παντρευτεί.
Η γυναίκα του, του μαγειρεύει, και όταν αυτός γυρίζει από το γραφείο και δοκιμάζει το φαγητό λέει:
- Καλό το φαγητό που μαγείρεψες, γυναίκα, αλλά της μαμάς είναι καλύτερο!
Η γυναίκα του σιδερώνει αλλά όταν αυτός γυρίζει από το γραφείο λέει:
- Καλά σιδερώνεις, γυναίκα, αλλά η μαμά μου τα ρούχα τα κολλάριζε!
Η γυναίκα του συγυρίζει το σπίτι αλλά όταν αυτός γυρίζει από το γραφείο λέει:
- Ωραία έχεις τακτοποιήσει το σπίτι, αλλά η μαμά μου όταν συγύριζε το διακοσμούσε κιόλας...!
Τα παίρνει κι η γυναίκα του μια μέρα, και πάει σε ένα μαγαζί και αγοράζει κάτι σέξι μαύρα εσώρουχα, ζαρτιέρες, στριγκ κ. Λ. Π. Σκέφτεται, θα τα φορέσω, θα ανάψω κεριά, θα βάλω απαλή μουσική και θα τον περιμένω. Τι στο καλό, θα την ξεχάσει τουλάχιστον για απόψε τη μάνα του...
Με το που γυρίζει ο τύπος από το γραφείο βλέπει τα φώτα στο σπίτι κλειστά, και τη γυναίκα του με τα μαύρα εσώρουχα και τρελαίνεται...
- Γιατί φοράς μαύρα; Έπαθε τίποτα η μάνα μου;!
Eίναι ο Δώνης και θέλει να παεί σε μία ταβέρνα να φάει ψάρια.
Πάει στην πρώτη ταβέρνα, τίποτα είχαν τελειώσει. Πάει στην δεύτερη, πάλι τα ίδια. Πάει σε μια τρίτη, ρωτάει τον μάγειρα εάν έχουν ψάρια κι εκείνος του λέει ότι μόλις τελείωσαν αλλά του πρότεινει να πάει σε μία άλλη 10 μέτρα πιο κάτω, την "Ανοιξη".
Με μία χαρά ο Δώνης φτάνει στην Ανοιξη και ρώτάει τον μάγειρα έαν έχουν ψάρια. Ο μάγειρας λοιπόν του λέει ότι από ψάρια τους έχει μείνει μόνο ένα χέλι. Ε, μην έχοντας άλλο κουράγιο ο φίλος μας να ψάξει και για πέμπτη ταβέρνα συμφωνεί και παραγγέλνει το χέλι.
Τρώει, πίνει και ζήταει τον λογαριασμό. Έρχεται ο σερβιτόρος και του λέει ότι ο λογαριασμός είναι 500 ευρώ. Ο Δώνης τα χάνει!
- Μα καλά, 500 ευρώ για ένα χέλι;
... Και ο σερβιτόρος...
- Ένα το χέλι Δώνη κι η Ανοιξη ακριβή...!
Καλημέρα πέρα ως πέρα!
Ένας Ιταλός, ένας Εβραίος και ένας Τούρκος είναι στον παράδεισο και θέλουν να κατέβουν στη γη. Μετά από πολλά παρακάλια του Αγ. Πέτρου και, για να τους ξεφορτωθεί, τους λέει:
- Θα πάτε στη γη, αλλά με τους εξής όρους: Ο Ιταλός δε θα φάει πίτσα, ο Εβραίος δε θα πιάσει λεφτά στα χέρια του κι ο Τούρκος δε θα το κάνει...
Οθωμανικά. Αν κάποιος παρεκτραπεί, θα τον πάρω πίσω αμέσως. Κατέβηκαν στη γη λοιπόν και άρχισαν τις βόλτες. Κάποια στιγμή όμως πέρασαν από μια πιτσαρία κι ο Ιταλός δεν άντεξε. Μπαίνει μέσα, παραγγέλνει πίτσα και μόλις βάζει την πρώτη μπουκιά στο στόμα του, τσουπ, εξαφανίζεται.
Ο Εβραίος κι ο Τούρκος τρομοκρατήθηκαν, αλλά εκεί που περπατούσαν, το μάτι του Εβραίου βλέπει μια χρυσή λίρα στο δρόμο. Δεν κρατήθηκε. Σκύβει να την πάρει και, τσουπ, εξαφανίστηκε ο Τούρκος.
Ναυαγούν σ ένα ξερονήσι ένας Γερμανός, ένας Γάλλος κι ένας Πόντιος. Ως εκ φύσεως πιο οργανωτικός, ο Γερμανός αναλαμβάνει να καταστρώσει ένα σχέδιο για να σωθούν. Προσπαθεί λοιπόν με σπαστά αγγλικά να συνεννοηθεί με τους άλλους.
- First we gather things. I bring water. You, λέει του Γάλλου, food. Ok?
- Ok.
Γυρνάει και στον Πόντιο.
- You supplies. Ok?
- Ok.
- We meet here twelve oclock tomorrow.
Φεύγουν λοιπόν προς διαφορετικές κατευθύνσεις για να βρει ο καθένας ό,τι είχε αναλάβει. Την άλλη μέρα κατά τις 11.30 φτάνει ο Γερμανός στο προσυμφωνημένο σημείο με φλασκιά γεμάτα γλυκό νερό, και ύστερα από 5-10 λεπτά και ο Γάλλος με φρούτα καρπούς και φέτες κρέας. Περιμένουν λοιπόν τον Πόντιο, ο οποίος δεν έχει φανεί, με κάποια ανησυχία. Φτάνει 12 παρά δέκα, παρά 5, παρά 3, πουθενά! Ώσπου στις 12 ακριβώς πετάγεται πίσω από έναν θάμνο με τα χέρια προτεταμένα και φωνάζει:
" Σαπλάιζ!"
Είναι απόγευμα και ο μπαρμπας απο το ωραιο νησάκι του Αιγαίου έχει πάει για ψάρεμα στην αμμουδιά. Αφού ρίχνει την πετονιά ξαπλώνει προς τα πίσω στηριζόμενος στους αγκώνες του και αρχίζει να αγναντεύει περιμένοντας κάποιο τσίμπημα. Σε λίγο εμφανίζεται ένας επιχειρηματίας στην αμμουδιά που είχε πάει βόλτα για να αποβάλει λίγο από το στρες που του δημιουργούσαν οι δουλειές του.
Βλέποντας τον ψαρά να ψαρεύει τόσο νωχελικά, τον πλησιάζει και του λέει:
- Δεν κάνεις καλά, με αυτό τον τρόπο δεν θα πιάσεις ψάρια. Πρέπει να βρέξεις κώλο αν θέλεις να πιάσεις πολλά ψάρια.
- Και τί τα χρειάζομαι τόσα πολλά ψάρια; τον ρωτάει ο ψαράς.
- Θα τα πουλάς και θα βγάζεις κέρδος.
- Για ποιο λόγο;
- Μετά από λίγο καιρό με τα κέρδη θα πάρεις δίχτυα ώστε να πιάνεις περισσότερα ψάρια.
- Για ποιο λόγο; λέει και πάλι ο ψαράς.
Λίγο ενοχλημένος, ο επιχειρηματίας αποκρίνεται :
- Πιάνοντας περισσότερα ψάρια θα μπορέσεις να πάρεις μία βάρκα και να βγάλεις περισσότερα χρήματα.
- Για ποιο λόγο; ξαναλέει ο ψαράς.
Έχει αρχίσει να του την δίνει του επιχειρηματία η μονότονη απάντηση του ψαρά αλλά υπομονετικά του εξηγεί:
- Με τα χρήματα θα αγοράσεις ένα μεγαλύτερο πλοίο και θα προσλάβεις ανθρώπους να σε βοηθούν!
- Για ποιο λόγο; ρωτάει και πάλι ο ψαράς.
Ο επιχειρηματίας είναι πλέον κατακόκκινος, γεμάτος θυμό!
- Μα δεν καταλαβαίνεις; Σε λίγα χρόνια θα έχεις έναν ολόκληρο στόλο από ψαράδικα, με πολλούς υπαλλήλους, που θα ψαρεύουν σε όλες τις θάλασσες του κόσμου, για λογαριασμό σου.
- Για ποιο λόγο;
- Έτσι, θα μπορέσεις να εισάγεις την εταιρεία σου στο χρηματιστήριο. Θα θησαυρίσεις και μετά, χωρίς να σκας, το μόνο που θα έχεις να κάνεις είναι να κάθεσαι στην αμμουδιά και να βλέπεις το ηλιοβασίλεμα!
- Γιατί, τώρα τι κάνω;
Ο Ροϊ Μακ- Ντόναλντ μπαίνει σε ένα μαγαζί και παραγγέλνει μια μερίδα χάγκις, το παραδοσιακό σκοτσέζικο φαγητό.
Ο υπάλληλος του μαγαζιού μένει να τον κοιτάζει απορημένος.
- Συμβαίνει τίποτε; ρωτάει ο Μακ-Ντόναλντ ενοχλημένος, και, πριν ο άλλος προλάβει να μιλήσει, συνεχίζει με φωνή που τρέμει από οργή:
- Ξέρω τι σκέφτεσαι. Σκέφτεσαι:
- Αυτός για να παραγγείλει χάγκις, θα είναι Σκοτσέζος, και για να είναι Σκοτσέζος, θα είναι και τσιγκούνης εε;
- Όχι κύριε...
- Αν έμπαινε κάποιος και σου παράγγελνε κορν μπιφ, θα σκεφτόσουν:
- Αυτός θα είναι Ιρλανδός, και για να είναι Ιρλανδός, θα πρέπει να είναι και μπεκρής...
- Μα όχι κύριε...
- Και αν έμπαινε κάποιος και σου ζητούσε σουβλάκι με πίτα, θα σκεφτόσουν:
- Α, για να ζητάει σουβλάκι, Έλληνας θα είναι, και για να είναι Έλληνας, θα είναι και απατεώνας!...
- Μα τι λέτε τώρα κύριε...
- Ε, τότε πιο είναι το πρόβλημα νεαρέ μου; Γιατί με κοιτάς τόση ώρα έτσι;
- Γιατί εδώ είναι χρωματοπωλείο κύριε.
Ο ενοικιαστής καλεί τον ιδιοκτήτη της κατοικίας όπου διαμένει αγανακτισμένος.
- " Δεν πάει άλλο η κατάσταση . Το σπίτι έχει γεμίσει ποντίκια . "
- " Αποκλείεται δε σε πιστεύω " , απαντά ο ιδιοκτήτης .
- " Κάτσε και θα δεις . "
Πηγαίνει ο ενοικιαστής στην κουζίνα παίρνει ένα μεγάλο κομμάτι τυρί . Κόβει ένα κομματάκι και το πετάει χάμω . Σε κλάσματα δευτερολέπτου ένα ποντίκι το αρπάζει και εξαφανίζεται .
- " Σιγά του λέει ο ιδιοκτήτης ! Κάνεις έτσι για ένα ποντικάκι ; "
- " Περίμενε " , απαντά .
Κόβει δύο κομματάκια τυρί τα πετάει χάμω . Ξεπετάγονται αμέσως δύο ποντίκια τα αρπάζουν και εξαφανίζονται .
- " Σιγά μωρέ . Πως κάνεις έτσι για δύο ποντικάκια ! "
- " Δύο ; Περίμενε και θα δεις . "
Κόβει τέσσερα κομματάκια τυρί τα πετάει χάμω . Τέσσερα ποντίκια ορμάνε αρπάζουν το τυρί και φεύγουν .
- " Ε καλά . Και τι έγινε ; Για τέσσερα ποντίκια κάνεις τόση φασαρία ; "
- " Τέσσερα ; Για κοίταξε . "
Μοιράζει όλο το υπόλοιπο τυρί σε πολλά κομματάκια και τα πετάει χάμω . Αμέτρητα ποντίκια εμφανίζονται και αρπάζουν τα τυράκια . Ανάμεσα τους και ένα ψάρι !
- " Εεεεπ ! Τι γυρεύει το ψάρι εδώ " , ρωτάει ο ιδιοκτήτης ;
- " Aσε το ψάρι τώρα και δες τα ποντίκια . Για την υγρασία θα τα πούμε αργότερα ! "
Μεγάλες αλήθειες...
Α. Προσπαθώ να βγω από το ψυχολογικό αδιέξοδο, αλλά δε μπορώ να θυμηθώ από που μπήκα.
Β. Διασκέδαση είναι η τέχνη να κουράζεσαι τις ώρες ανάπαυσης.
Γ. Η πείρα είναι μια χτένα που την αποκτάς όταν είσαι πια φαλακρός!
Δ. Δημοκρατία είναι 4 λύκοι και 1 πρόβατο να ψηφίζουν για φαγητό.
Ε. Αυτοί που κάνουν πως ξέρουν τα πάντα εκνευρίζουν εμάς που τα ξέρουμε.
Ζ. Το καλύτερο φάρμακο για το βήχα είναι η φασολάδα. Μετά θα φοβάσαι να βήξεις
Η. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να κερδίσει τη φυσική ηλιθιότητα.
Θ. Η ζωή χωρίζεται σε τρεις φάσεις: επανάσταση, περισυλλογή, τηλεόραση. Ξεκινάς να αλλάξεις τον κόσμο και καταλήγεις να αλλάζεις κανάλια.
Ι. Τη γυναίκα μου πάνω από όλα... όλες τις άλλες από κάτω.
Κ. Μεγαλοφυΐα είναι κάποιος που σε μια παραλία γυμνιστών μπορεί να θυμάται φάτσες.
Λ. Ακόμα και μια κοινωνία ηλιθίων είναι ταξική, έτσι ένας ηλίθιος πλούσιος είναι απλά πλούσιος ενώ ένας ηλίθιος φτωχός είναι απλά ηλίθιος.
Μ. Η τύχη χτυπάει την πόρτα σου μόνο μια φορά, αλλά η ατυχία έχει πολύ μεγαλύτερη υπομονή.
Ν. Έχω διαβάσει τόσα πολλά γύρω από το κάπνισμα και το ποτό που αποφάσισα να κόψω το διάβασμα.
Ξ. Η φιλοδοξία είναι το τελευταίο καταφύγιο της αποτυχίας.
Ο. Κάντε οικονομία στο νερό: Πλυθείτε μαζί με ένα φίλο!
Π. Όταν αντιγράφεις κάποιον λέγεται κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας. Όταν αντιγράφεις πολλούς μαζί λέγεται έρευνα.
Ρ. Τα λεφτά μιλάνε... λένε αντίο!
Ένας τύπος πείναγε, εκεί που έψαχνε για ένα φαγάδικο είδε ένα εστιατόριο που η ταμπέλα έλεγε: ΕΧΟΥΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΦΑΓΗΤΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙΣ και φρέσκα. Μπαίνει μέσα λοιπόν ο τύπος και λέει στο γκαρσόνι «Λέει αλήθεια η ταμπέλα;» «Βέβαια κύριε» απαντά ο σερβιτόρος.
- «Τότε θέλω μια μερίδα αγριογούρουνο» παραγγέλνει ο πελάτης. Έπειτα από λίγα λεπτά άκουσε σπαρακτικές φωνές ζώων να έρχονται από το μεριά
Της κουζίνας. Δέκα με δεκαπέντε λεπτά και ενώ οι κραυγές των ζώων συνεχίζονταν σε μεγαλύτερη ένταση. Και αφού η παραγγελιά δεν είχε έρθει, απαισιόδοξα πεινασμένα ρωτάει το γκαρσόνι όταν τόνε ρώτησε «τι γίνετε με το φαγητό μου, θα περιμένω πολύ ακόμη;» και το γκαρσόνι αποκρίνεται με ύφος; «μερικά λεπτά ακόμη να αγριέψουμε το γουρουνάκι»
Ήταν κάποτε ο Γιωρίκας και περπατούσε στον δρόμο. Ξαφνικά βλέπει μπροστά του ένα καθηγητή που είχε στον λύκειο...
- Ω, κύριε καθηγητά, τι κάνετε; λέει ο Γιωρίκας.
- Καλά είμαι, Γιωρίκα παιδί μου. Εσύ τι κανεις;
- Α, εγώ κύριε καθηγητά έχω γίνει πάρα πολύ πλούσιος. Έχω λεφτά με ουρά. Δεν ξέρω τι να τα κάνω. Βίλες, ακριβά αυτοκίνητα, τα πάντα. Εσείς πως είστε;
- Εγώ, Γιωρίκα, παιδί μου, έγινα καθηγητής στο πανεπιστήμιο και τώρα γράφω ένα σύγγραμμα για την λογική των συνειρμών.
- Για την λογική των συνειρμών; ρωτάει ο Γιωρίκας. Τι είναι αυτό;
- Πως να στο εξηγήσω τώρα; λέει ο καθηγητής. Έχεις ενυδρείο;
- Ε, αφού σας είπα, λέει ο Γιωρίκας, λεφτά με ουρά έχω, ενυδρείο δεν θα έχω; Φυσικά και έχω.
- Όταν βλέπεις το ενυδρείο τι σκέφτεσαι;
- Ψάρια.
- Και όταν βλέπεις τα ψάρια τι σκέφτεσαι;
- Θάλασσα.
- Και όταν σκεφτεσαι την θάλασσα τι σου έρχεται στο μυαλό;
- Παραλία.
- Και όταν σκέφτεσαι παραλία τι σου έρχεται στο μυαλό;
- Γυναίκες, λέει ο Γιωρίκας.
- Αρα, αφού σκέφτεσαι γυναίκες δεν είσαι πούστης, του λέει ο καθηγητής. Αυτό είναι η λογική των Συνειρμών. Από το αν έχεις ενυδρείο καταλήξαμε στο ότι δεν είσαι πούστης.
Ο Γιωρίκας εντυπωσιάστηκε απο όλα αυτά και αγόρασε το βιβλίο και άρχισε να το διαβάζει. Είχε να πάει στο καφενείο 15 ημέρες και έτσι ο Κωστίκας ανησύχησε και πήγε σπίτι του να δει τι κάνει.
Χτυπάει το κουδούνι και του ανοίγει ο Γιωρίκας.
- Έλα ρε Γιωρίκα που χάθηκες τόσες μέρες; του λέει ο Κωστίκας.
- Διαβάζω ένα βιβλίο, λέει ο Γιωρίκας, για την λογική των συνειρμών.
- Τι είναι αυτό, ρε; ρωτάει ο Κωστίκας.
- Πως να στο εξηγήσω τωρα; λέει ο Γιωρίκας. Έχεις ενυδρείο;
- Όχι.
- Ε, τότε είσαι πούστης!
Πάει μια ξανθιά ένα πρωί σε ένα μαγαζί με είδη για ψάρια.
- Καλημέρα (λέει η ξανθιά)
- Καλημέρα (απαντά ο μαγαζάτορας)
- Θα ήθελα μια πετονιά λέει η ξανθιά...
- Πετονιά; Τι να την κάνετε εάν επιτρέπεται; ρωτά απορημένος ο μαγαζάτορας.
- Λοιπόν λέει η ξανθιά έχω κλειστεί έξω από το αυτοκίνητο και την θέλω για να φτιάξω με αυτήν μια θηλιά και επειδή έχω αφήσει το παράθυρο του αυτοκινήτου μου λίγο ανοιχτό θα ρίξω την θηλιά μέσα για να πιάσω την ασφάλεια και να ανοίξω το αμάξι...
Τρελαμένος ο μαγαζάτορας με όλα αυτά που άκουσε της λέει εάν μπορεί να έρθει μαζί της..
- Ναι απαντάει η ξανθιά.
Πράγματι πάνε στο σημείο που είχε το αμάξι της φτιάχνει την θηλιά και προσπαθούσε να πιάσει την ασφάλεια του αυτοκινήτου..
Ξαφνικά ακούγεται μια άλλη ξανθιά από μέσα να λέει:
- Λίγο πιο δεξιά λίγο πιο δεξιά
Ο Ιησούς, ο Μωυσής και ένας γεράκος παίζουν γκολφ.
Πιάνει πρώτος ο Μωυσής το μπαστούνι και ρίχνει μία... τσααααφ και η μπάλα πέφτει μέσα σε μία λιμνούλα με νερό.
Πάει προς τα εκεί, ακουμπάει τη λιμνούλα το ραβδί του (όπως στο Νείλο) και... κλααατς... ανοίγουν τα νερά. Περπατά μέσα στην κοίτη, ρίχνει μία με το μπαστούνι του και να η μπάλα μέσα στην τρύπα.
Σειρά του Ιησού:
Ρίχνει μια μακρινή μπαλιά βζζζιιιινν και μπλούμ πάλι η μπαλίτσα μέσα στη λιμνούλα..
Πάει ο Ιησούς περπατάει πάνω στα νερά κάνει ένα νεύμα με το χέρι του, η μπαλίτσα ανεβαίνει στην επιφάνεια και στέκεται. Την χτυπά ξανά ο Ιησούς, και αυτή πάει μέσα στην τρύπα και για αυτόν.
Σειρά του γεράκου τώρα:
Aλλά με τι καρδιά να παίξει με όλα αυτά που βλέπει;
Ρίχνει μια με το μπαστούνι βζζζιιιινν... και η μπάλα πέφτει μέσα στο νερό και την καταπίνει ένα ψάρι.
Εκείνη την ώρα πετάει ένας γλάρος, βουτάει πιάνει το ψάρι από τη λιμνούλα και το καταπίνει. Όπως σηκώνεται να φύγει ο γλάρος πετάγεται ένας κυνηγός μέσα από κάποιους θάμνους και με την καραμπίνα του ρίχνει μια και τον πετυχαίνει.
Όπως τον παίρνουν τα σκάγια ο γλάρος ανοίγει το στόμα του και ελευθερώνει το ψάρι.
Το ψάρι πέφτει κάτω και όπως σπαρταράει του φεύγει η μπαλίτσα μέσα από το στόμα η μπαλίτσα η οποία χοροπηδά και μπαίνει στην τρύπα!
Γυρίζει τότε ο Ιησούς και λέει στον γεράκο:
- Ρε συ πατέρα είπαμε να παίξουμε γκόλφ. Μη το ξεφτιλίσουμε και τελείως...