Skip to main content
Ο Κώστας, γεμάτος ενθουσιασμό, πάει στο δάσος για να κυνηγήσει. Βλέπει μια μικρή καφετιά αρκούδα, τη σημαδεύει και τη σκοτώνει.
Τότε νιώθει ένα κτύπημα στον ώμο, γυρίζει και βλέπει μια μεγάλη μαύρη αρκούδα η οποία του λέει:
- Κώστα, έχεις δύο επιλογές, ή σου χιμάω και σε σκοτώνω, ή κάνουμε σεξ.
Ο Κώστας αποφασίζει ότι προτιμά τη ζωή, οπότε σκύβει μπροστά και δίνεται στη μαύρη αρκούδα.
Επί δύο εβδομάδες πονούσε, αλλά όταν έγινε καλά, ο Κώστας ορκίστηκε να εκδικηθεί!
Πηγαίνει πάλι στο δάσος, βρίσκει τη μαύρη αρκούδα και τη σκοτώνει. Νιώθει πάλι κάποιος να τον κτυπάει στον ώμο.
Αυτή τη φορά είναι ένα τεράστιο γκρίζλι.
- Έκανες ένα τεράστιο λάθος, Κώστα, του λέει το γκρίζλι... Διάλεξε τι θες, ή σε ξεσκίζω με νύχια και με δόντια, ή κάνουμε άγριο σεξ.
Για άλλη μια φορά ο Κώστας σκέφτηκε πως ήταν καλύτερα να υποκύψει. Χρειάστηκε κάμποσες εβδομάδες για να συνέλθει, αλλά εξαγριωμένος πια ο Κώστας, ξαναγυρίζει στο δάσος, βρίσκει το γκρίζλι και το σκοτώνει.
Αισθάνεται ότι επιτέλους, πήρε εκδίκηση, όταν νιώθει ένα κτύπημα στον ώμο. Γυρίζει και βλέπει μια τεράστια πολική αρκούδα.
- Παραδέξου το, Κώστα, του λέει η αρκούδα, δεν έρχεσαι στο δάσος για το κυνήγι, έτσι;
Είχε πάει μια φορά, ένας Αθηναίος κυνηγός στα Πιερία (Όρη). Εκεί που κυνηγούσε, βλέπει έναν καλοαναθρεμμένο λαγό και τον πυροβολά. Όμως αστοχεί, και ο λαγός το βάζει στα πόδια.
- "Αυτόν τον λαγό δε θα τον χάσω!", σκέφτεται ο κυνηγός και τον ακολουθάει.
Λίγο πιο κάτω, συναντά έναν βοσκό και τον ρωτά:
- Μήπως είδες να περνά από `δω ένας λαγός;
- "Ναι", του λέει ο βοσκός, "αλλά ήταν αρσενικός! ".
Ο κυνηγός κοντοστέκεται και τον ρωτά:
- Κι εσύ, που το κατάλαβες:
- Να, τρέχοντας μου λέει:
- "Αμα δεις έναν Αθηναίο κυνηγό, πες του να μου κλάσει τ` αρχίδια!".
Ήταν 4 φίλοι, που πήγαιναν για κυνήγι, για πολλά χρόνια.
Φέτος, δύο μέρες πριν αναχωρήσουν, η γυναίκα του ενός, του Γιάννη, πατάει πόδι και του λέει ότι:
"Δεν θα πάς!"
Οι άλλοι τρεις θύμωσαν, απογοητεύτηκαν, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν και τίποτα.
Σε δύο μέρες, που έφθασαν στον προορισμό τους, βλέπουν τον Γιάννη (!) να έχει στήσει σκηνή, είχε μαζέψει ξύλα και ανάψει φωτιά, και είχε έτοιμο και το φαγητό !
- Καλά ρε φίλε, του λέει ο Κώστας, πόση ώρα είσαι εδώ?
- Για να σας πω την αλήθεια, λέει ο Γιάννης, ήρθα χθες το βραδάκι.
- Και πως έγινε αυτό; του λένε.
- Να, χθες το απογευματάκι, καθόμουν στην πολυθρόνα και έβλεπα τηλεόραση, όταν ήρθε η γυναίκα μου από πίσω, μου κάλυψε τα μάτια με τα χέρια της και με ρώτησε:
- "Μάντεψε, ποιος είναι;"
Της τράβηξα τα χέρια και φορούσε ένα ολοκαίνουριο σέξι νεγκλιζέ!. Με τράβηξε στο υπνοδωμάτιο, το οποίο είχε στολίσει με ροδοπέταλα και είχε ανάψει κεριά! Στο κρεβάτι, είχε χειροπέδες και σχοινιά. Μου είπε να την δέσω στο κρεβάτι, και όταν το έκανα μου είπε:
- Κάνε ότι γουστάρεις!
Να ‘μαι κι εγώ εδώ! Ήρθα!
Ένας κυνηγός ήταν άσχετος και δεν έπιανε τίποτα. Μια φορά εκεί που γκρίνιαζε, τον συμβουλεύει ένας φίλος να αγοράσει κυνηγόσκυλα. Πάει λοιπόν, αγοράζει δυό σκυλιά και πάει πάλι για κυνήγι. Με το που πυροβολεί όμως, τα σκυλιά κατατρόμαξαν και έφυγαν χιλιόμετρα μακριά!
Μιαν άλλη φορά, πάλι, με το που πυροβολεί, τα σκυλιά κατατρόμαξαν και έφυγαν πάλι χιλιόμετρα μακριά!
Πάει πάλι στον φίλο του και τον λέει:
- Φτού γαμώτο, κι εγώ που τα πήρα για κυνήγι, τί να κάνω;
- Να τα πας στην Κρήτη, σε γάμους, όπου ρίχνουν μπαλωθιές και θα συνηθίσουν.
Τα βάζει στο πλοίο της γραμμής και πάνε στην Κρήτη. Όπου γάμος και χαρά, ο κυνηγός πρώτος. Στους γάμους όταν αρχίζαν οι μπαλωθιές τα σκυλιά τρέχανε να κρυφτούνε από το φόβο τους χιλιόμετρα μακριά.
Πάνε σε έναν άλλο γάμο, αρχίζουν οι μπαλωθιές και τα σκυλιά τρόμαξαν και έφυγαν ένα χιλιόμετρο μακριά.
Στον επόμενο γάμο που πήγαν, αρχίζουν οι μπαλωθιές και τα σκυλιά τρόμαξαν και έφυγαν μισό χιλιόμετρο μακριά.
Γάμο με το γάμο, τα σκυλιά συνήθισαν τα τραγούδια, τους χορούς, τα γλέντια και τις μπαλωθιές. Χαρούμενος ο τύπος γυρνάει πίσω και ξαναπάει για κυνήγι. Και με το που πυροβολεί, τα σκυλιά δεν φοβήθηκαν αλλά άρχισαν να χορεύουν χορεύουν πεντοζάλη
Κάποτε ήταν δύο φίλοι κυνηγοί και συζητούσαν. Ξεκινάει ο ένας και λέει μια περιπέτειά του:
- Που λες φίλε, μια φορά, καθώς περπατούσα στο δάσος, πετάγεται μπροστά μου μια αρκούδα τεράστια!
- Άντε ρε, κι εσύ τι έκανες τότε;
- Αρχικά, έμεινα ακίνητος αλλά άρχισε να με πλησιάζει. Μετά προσπάθησα να την πυροβολήσω, αλλά μου τελείωσαν οι σφαίρες!
- Σοβαρά! Και μετά τι έκανες;
- Ε τί να κάνω; Άρχισα και έτρεχα!
- Και η αρκούδα;
- Η αρκούδα με πήρε στο κυνήγι. Τρέχαμε, τρέχαμε και σιγά σιγά με πλησίαζε η αναθεματισμένη. Ξαφνικά, κι ενώ πάει να με γραπώσει… πλατς! Γλυστράει η αρκούδα και ξεφεύγω για λίγο μέτρα.
- Έλα ρε. Και μετά;
- Η αρκούδα δε σταμάταγε και συνέχισε να με κυνηγά. Αλλά και πάλι, καθώς με πλησιάζει, πλατς, γλυστράει και ξαναξεφεύγω. Μετά από λίγο πάλι, με πλησιάζει, πλατς, ξαναγλυστράει και ξαναξεφεύγω. Για να μη στα πολυλογώ το ίδιο συνέβαινε ξανά και ξανά μέχρι που τελικά κατόρθωσα να ξεφύγω!
- Πρέπει να είσαι πολύ γενναίος! Εγώ στη θέση σου θα είχα χεστεί πάνω μου!
- Μα κι εγώ χέστηκα πάνω μου. Πού νομίζεις ότι γλύστραγε η αρκούδα;
Ήταν τρεις φίλοι, που πήγαιναν για κυνήγι κάθε χρόνο. Φέτος όμως η γυναίκα του ενός, του Κώστα, του απαγόρεψε να πάει.
Οι άλλοι δύο απογοητεύτηκαν, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Την επόμενη μέρα αφού έφτασαν στον προορισμό τους, βλέπουν τον Κώστα να έχει στήσει σκηνή, να έχει ανάψει φωτιά και να έχει έτοιμο και το φαγητό!
- Καλά ρε φίλε, του λένε, από πότε είσαι εδώ;
- Ήρθα χθες το βράδυ, τους λέει ο Κώστας.
- Και πως σε άφησε η γυναίκα σου;
- Να, χθες το απόγευμα, καθόμουν στο σαλόνι και έβλεπα τηλεόραση, όταν ήρθε η γυναίκα μου από πίσω, μου κάλυψε τα μάτια με τα χέρια της και με ρωτάει :
- «Μάντεψε, ποιός είναι;» Της τράβηξα τα χέρια και βλέπω ότι φόραγε σέξυ εσώρουχα! Πάμε στη κρεβατοκάμαρα, την οποία είχε στολίσει με ροδοπέταλα. Στο κρεβάτι μου είπε να την δέσω με χειροπέδες, και όταν το έκανα μου λέει : Τώρα κάνε ότι γουστάρεις!.
Ένας παπάς αποφάσισε μια Κυριακή για να πάει για κυνήγι αρκούδας. Καθώς περπατούσε, περπατούσε εις το δάσος όταν ο λύκος δεν ήταν εκεί, βλέπει από μακριά μια αρκούδα. Πλησιάζει σιγά-σιγά εκεί που αρκούδα έπινε νερό. Όμως, μη γνωρίζοντας περί ανέμων και πως οι αρκούδες μπορούν να σε μυρίσουν στα πενήντα μέτρα, μόλις πλησίασε πολύ, η αρκούδα γύρισε να τον αντιμετωπίσει.
Πολλοί ίσως να μην ξέρετε πως παρόλο που οι αρκούδες έχουν ένα άλφα όγκο και κάποια βήτα κιλά, είναι πολύ γρήγορα ζώα και εύκολα μπορούν να κυνηγήσουν έναν άνθρωπο στην ευθεία. Και έτσι κι έγινε. Η αρκούδα άρχισε να τρέχει κατά πάνω του, ο παπάς άρχισε να γίνεται παπα-σούζας. Μπροστά ο παπάς, πίσω η αρκούδα, αρχίζει ο παπάς να κατεβαίνει το βουνό με πόδια στους ώμους. Για κακή του τύχη όμως, σκοντάφτει σε μία ρίζα δέντρου, τρώει μια σούπα, φέρνει κάτι κουτρουβάλες και πάει και πέφτει σε ένα τεράστιο βράχο, σπάζοντας τα πόδια του. Η αρκούδα τώρα έχει τον έλεγχο του παιχνιδιού. Πλησιάζει τον παπά, έτοιμη να τον κάνει κομματάκια και να φωνάξει και τις φίλες της για μπάρμπεκιου.
Ο παπάς, μέσα στον πόνο του και την τρομάρα του, αρχίζει να προσεύχεται:
"Θεέ μου, συγγνώμη που σήμερα βγήκα για να κυνηγήσω αρκούδες. Σε παρακαλώ, συγχώρεσέ με τον αμαρτωλό και εκπλήρωσέ μου μια ευχή. Κάνε αυτή την αρκούδα να δει τις αξίες του Χριστιανισμού και να γίνει αμέσως ένας καλός Χριστιανός."
Με το που το λέει αυτό ο παπάς, η αρκούδα πέφτει στα γόνατά της, σκύβει το κεφάλι ευλαβικά μπροστά στον παπά και λέει:
"Σε ευχαριστώ Κύριε για το φαγητό που μου προσφέρεις σήμερα ..."
Ήταν ο James, περίφημος Άγγλος κυνηγός. Μια μέρα πάει στο δάσος για να κυνηγήσει αρκούδες. Βρίσκει μια μικρή αρκούδα. Μπαμ, την σκοτώνει.
Πλησιάζει να σιγουρευτεί ότι την σκότωσε και τότε νιώθει ένα χέρι να τον ακουμπά στον ώμο του.
Γυρνάει πίσω του και βλέπει μια μεγαλύτερη αρκούδα να του λέει:
- James, δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό. Έχεις 2 επιλογές: ή θα σε σκοτώσω ή. θα σε γ#μήσω! Έτσι ο James προτιμάει την ζωή από τον θάνατο!
Για μια βδομάδα ήταν στο κρεβάτι από τον πόνο.
Μόλις γίνεται καλά παίρνει πάλι τα βουνά ζητώντας εκδίκηση. Βρίσκει την αρκούδα και μπαμ την σκοτώνει. Το ίδιο σκηνικό.
Μία ακόμα μεγαλύτερη αρκούδα αυτήν την φορά του κάνει την ίδια πρόταση.
Ο James μην έχοντας άλλη επιλογή προτιμά ξανά την ζωή από τον θάνατο!
Αυτή την φορά χρειάστηκαν δύο βδομάδες για να αναρρώσει.
Τέλος πάντων, το ίδιο σενάριο συνέβαινε κάθε φορά που ο James, πεισμωμένος, έπαιρνε τα βουνά ζητώντας εκδίκηση.
Ώσπου ο James πήγε στο βουνό ψάχνοντας για την τελευταία και πιο μεγάλη, φυσικά, αρκούδα.
Ψάχνει για μέρες, παραφυλάει και τελικά την βρίσκει.
Μπαμ, την σκοτώνει!
Πλησιάζοντας για να θαυμάσει τον θρίαμβό του. Νιώθει ένα χέρι να τον σκουντάει στον ώμο.
Γυρνάει σαστισμένος και βλέπει μία τεράστια, πολική αυτήν τη φορά, αρκούδα η οποία του λέει:
- James, παραδέξου το. Δεν έρχεσαι για κυνήγι στο δάσος!
Μια φορά ήθελε ένας να πάει να κυνηγήσει αρκούδες, αλλά δεν ήξερε πως. Πάει στο φίλο του που ήταν κυνηγός να τον ρωτήσει.
"Αρκούδες;", απαντάει αυτός "είναι το πιο εύκολο πράγμα."
"Θα πάρεις την καραμπίνα σου, θα την αράξεις έξω από μια σπηλιά και θα φωνάξεις μέσα "ου...", εάν ακούσεις το ίδιο από μέσα, θα ξαναφωνάξεις μέσα δεύτερη φορά.."ου...".
Εάν ξανακούσεις δεύτερη φορά το ίδιο θα ξαναφωνάξεις για τρίτη φορά. Εάν το ξανακούσεις, άδειασε την καραμπίνα σου μέσα στη σπηλιά και πήγαινε πάρε την αρκούδα. θα είναι σίγουρα μέσα."
Αφού πήρε τις πληροφορίες του αυτός φεύγει.
Μετά από μία βδομάδα, μαθαίνει ο φίλος του ο κυνηγός, ότι ο φίλος του βρίσκεται στο νοσοκομείο με σπασμένα χέρια, πόδια, πλευρά κλπ. Έτσι αποφάσισε να πάει να τον δει.
- "Καλά, τι έπαθες;", τον ρωτά.
- "Κοίτα να δεις", του λέει. "Βρήκα μια ωραία σπηλιά και την άραξα απ έξω."
"Φωνάζω μέσα ου... και ακούω από μακριά ου... οπότε ξαναφωνάζω μέσα ¨ου...¨και ξανακούω από μέσα ου... φωνάζω λοιπόν και τρίτη φορά ου..."
- "Και τι έγινε;" τον ρωτά ο φίλος του.
- "Με πάτησε το τρένο...", του απαντά!