Πάνε για κυνήγι ένας ψυχολόγος ένας θεολόγος κι ένας μηχανικός.
Πιάνει μια καταιγίδα και οι τρεις κυνηγοί αναζητούν καταφύγιο. Το κοντινότερο χωριό είναι 3 ώρες δρόμο αλλά για καλή τους τύχη βρίσκουν μια πέτρινη καλύβα.
Προχωρούν προς αυτή και φωνάζουν τον ιδιοκτήτη.
Δεν παίρνουν απάντηση και αποφασίζουν να μπουν αφού η πόρτα ήταν ανοιχτή.
Μπαίνοντας μέσα στο καλύβι βρίσκονται μπροστά σε ένα πολύ παράξενο θέαμα.
Όλα μέσα στην καλύβα ήταν όπως θα τα περίμενε κανείς. Ένα χτιστό κρεββάτι, μερικά κούτσουρα για καρέκλες, ένα προχειροφτιαγμένο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο και μια στρογγυλή μεγάλη ξυλόσομπα... κρεμασμένη με συρματόσκοινα από το ταβάνι στη μέση του δωματίου.
- Α! κάνει ο ψυχολόγος! η ανάγκη επιστροφής στη μήτρα που λέει ο Φρόυντ! Αυτός εδώ ο άνθρωπος είναι τόσο μονος έδω πάνω ώστε αισθάνεται πιο έντονη αυτή την ανάγκη!
- Τραβηγμένο από τα μαλλιά αδερφέ μου! λέει ο θεολόγος. Μα δε βλέπεις ότι είναι ακριβώς όπως ένα τεράστιο θυμιατό; Απλά ο άνθρωπος θελει να ικανοποιήσει το θρησκευτικό του συναίσθημα!
- Τρελλός παππάς σας βάφτισε! Την κρέμασε ΑΚΡΙΒΩΣ στο κέντρο ώστε να ακτινοβολεί τη θερμότητα ομοιόμορφα και να μη χάνει ούτε θερμίδα από τα λίγα ξύλα που θα έχει για κάψιμο, λέει ο μηχανικός. Όμως έχει κάνει ένα λαθάκι! Έπρεπε να την τοποθετήσει στο κέντρο του δαπέδου, έτσι ώστε εκτός από την ακτινοβολία να εκμεταλλεύεται και την μετάδοση θερμότητας μέσω συναγωγής που έτσι πάει όλη στο ταβάνι. Αμα θα έρθει θα του εξηγήσω ότι είναι ανώφελο αυτό εκεί το κρέμασμα.
Πάνω στην κουβέντα έφτασε κι ο ιδιοκτήτης της καλύβας. Τους ρίχνει μια έκπληκτη και καχύποπτη ματιά.
Μετά κουνάει αδιάφορα τους ώμους του, ξεφορτώνει τα εφόδια του από το σακίδιο του και ρωτά:
- Πως από δω ρε παιδιά;
- Να! Ήμασταν κυνήγι και μας έπιασε ο παλιόκαιρος. Να στεγνώσουμε λίγο φίλε και μετά θα φύγουμε.
- Τι λέτε ρε παιδιά! Καθήστε όσο θέλετε! Να! τυχεροί είστε, έφερα κι ένα τσίπουρο πρώτο πράμα να πιούμε. Παντα χαίρομαι άμα έχω παρέα...
Αφού τα τσούξανε, έσπασε ο πάγος και αποφάσισαν να θέσουν το ερώτημα που τους απασχολούσε. "Τι γυρεύει μία σόμπα κρεμασμένη στη μέση του δωματίου;"
- Να μωρέ! Δεν είχα αρκετή σωλήνα, αλλά είχα πάρα πολλά συρματόσκοινα...
Η ζηλιάρα σύζυγος για να σιγουρευτεί ότι ο άντρας της, που είναι αντιπρόσωπος και ταξιδεύει, σε κάθε ταξίδι του, του ζωγραφίζει ένα λαγό στα οπίσθια.
- Αμα σβηστεί ο λαγός, του λέει, πάει να πει ότι με απάτησες.
Σ ένα ταξίδι πράγματι του τυχε κάτι καλό του ανθρώπου. Να τ άφηνε να πάει χαμένο;
Έλα όμως που σβήστηκε ο λαγός μετά απ τη δουλειά;
Πιάνει μπογιά και πινέλο και ζωγραφίζει έναν λαγό. Απ τη βιασύνη του όμως τον ζωγραφίζει στη λάθος μεριά. Γυρίζει σφυρίζοντας σπίτι του. Η γυναίκα του μόλις μπαίνει μέσα, του κάνει τον καθιερωμένο έλεγχο. Έκπληκτη βλέπει τον λαγό στην άλλη μεριά κι όχι σ αυτή που τη ζωγράφισε αυτή.
- Με απάτησες, απάτησες, του λέει, πήγες μ άλλη.
- Μα γυναίκα, δε σβήστηκε ο λαγός.
- Ναι, αλλά είναι στη λάθος μεριά.
- Α, δε σου πα. Συνάντησα κάτι φίλους και βγήκα μαζί τους για κυνήγι.
Ξαφνικά πέφτει μια πιστολιά πολύ κοντά μου. Ε, κι ο λαγός τρόμαξε κι άλλαξε μεριά.
Mια μέρα ένας κυνηγός πάει στο δάσος για να κυνηγήσει αρκούδες. Εκεί που περπάταγε βλέπει πίσω από έναν θάμνο μια τεράστια αρκούδα. Σηκώνει το όπλο ... σημαδεύει ... και μπαμ, μπουμ ... αδειάζει όλες τις σφαίρες του επάνω στην αρκούδα.
Λίγα δευτερόλεπτα μετά αφού καθαρίζει το τοπίο από τον καπνό αρχίζει να ψάχνει για την αρκούδα. Ξαφνικά, σηκώνεται η αρκούδα και πάει και τον πλησιάζει!
"Καλώς το παλικάρι", του λέει... "Πως από τα μέρη μας; Δεν πιστεύω να έχεις έρθει να κυνηγήσεις αρκούδες εεε;"
Κυριολεκτικά παιγμένος ο κυνηγός απαντάει "εεεε... εγώ όχι . Όχι ... περαστικός είμαι!"
Τον κοιτάει η αρκούδα από πάνω μέχρι κάτω, τον βουτάει και τον ξαπλώνει στα τέσσερα και δώστου ... του άλλαξε τα φώτα!
Την επόμενη ημέρα κυριολεκτικά έξαλλος ο κυνηγός με την αρκούδα "βιαστή" ξαναπάει στο δάσος οπλισμένος με δύο οπλοπολυβόλα και καμιά δεκαριά χειροβομβίδες! ... Ψάχνει από εδώ, ψάχνει από εκεί και σε κάποια φάση μετά από αρκετές ώρες εντοπίζει την αρκούδα πίσω από μια συστάδα θάμνων. Με το που την βλέπει αρχίζει ... μπαμ μπουμ ... Πετούσε χειροβομβίδες κλπ.
Χαμός από τους θάμνους δεν έχει μείνει τίποτα! Με το που καθαρίζει το τοπίο, σηκώνεται η αρκούδα μέσα από τα χώματα και τον πλησιάζει!
"Βρε βρε καλώς το παλικάρι μας. Πάλι από τα μέρη μας;"
"Δεν πιστεύω να ήρθες για κυνήγι αρκούδας και τέτοιες μαλακίες εεεε;"
"Εεεεεεεεεε, μααα εεε εγώ όχι , όχι απλά περαστικός είμαι !", απαντά έντρομος ο κυνηγός.
Τον κοιτάει η αρκούδα από πάνω μέχρι κάτω:
"ΕΕΕεμ άμα δεν έχεις έρθει για κυνήγι αρκούδας τότε για το γαμήσι έρχεσαι!" και τον στήνει στα τέσσερα.
Κάποτε σ ενα χωριό ένας κυνηγός διηγούνταν σε συγχωριανούς του μια ιστορία που του συνέβει στην Αφρική, κατά τη διάρκεια ενός σαφάρι.
- Λέει, λοιπόν πως ενώ κυνηγούσε στη ζούγκλα, είδε ξαφνικά πίσω από έναν θάμνο ένα λιοντάρι να τον αγριοκοιτάζει. Τότε, αν και τρόμαξε, έστρεψε το όπλο του εναντίον του και πυροβόλησε, αλλά αστόχησε. Τότε άρχισε το λιοντάρι να τον κυνηγάει. Ενώ αρχικά είχε μια απόσταση 50 μέτρων,το λιοντάρι όλο και πλησίαζε, μέχρι που σχεδόν τον έφθασε και ετοιμάσθηκε να του χυμήσει. Ω του θαύματος όμως,το λιοντάρι την τελευταία στιγμή γλυστρά και ο κυνηγός καταφέρνει και αποκτά πάλι μια απόσταση ασφαλείας 50 μ. πάλι. Το κυνηγητό όμως συνεχίζεται,σύμφωνα με τη διήγησή του. Μόλις το λιοντάρι τον ξαναπλησιάζει, μα τι τύχη! Ξαναγλυστρά και ξαναπέφτει. Η ομήγυρη που ακούει την ιστορία δαγκώνει τα νύχια της από την αγωνία. Η διήγηση συνεχίζεται με 3-4 παρόμοιες σκηνές,οπότε ο σπαστικός της παρέας παρεμβαίνει και λέει:
"Σώπα ρε μεγάλε με την κωλοφαρδία σου! Τόσες φορές σε πλησίασε το λιοντάρι και κάθε φορά γλυστρούσε κι εσύ ξέφευγες. Εγώ θα είχα χεστεί από τον φόβο μου!
- Οπότε ο άλλος γυρίζει και του απαντάει:
Κι εσύ που νομίζεις ρε φίλε ότι πατούσε το λιοντάρι και γλύστραγε κάθε φορά!
Ο Ιησούς, ο Μωυσής και ένας γεράκος παίζουν γκολφ.
Πιάνει πρώτος ο Μωυσής το μπαστούνι και ρίχνει μία... τσααααφ και η μπάλα πέφτει μέσα σε μία λιμνούλα με νερό.
Πάει προς τα εκεί, ακουμπάει τη λιμνούλα το ραβδί του (όπως στο Νείλο) και... κλααατς... ανοίγουν τα νερά. Περπατά μέσα στην κοίτη, ρίχνει μία με το μπαστούνι του και να η μπάλα μέσα στην τρύπα.
Σειρά του Ιησού:
Ρίχνει μια μακρινή μπαλιά βζζζιιιινν και μπλούμ πάλι η μπαλίτσα μέσα στη λιμνούλα..
Πάει ο Ιησούς περπατάει πάνω στα νερά κάνει ένα νεύμα με το χέρι του, η μπαλίτσα ανεβαίνει στην επιφάνεια και στέκεται. Την χτυπά ξανά ο Ιησούς, και αυτή πάει μέσα στην τρύπα και για αυτόν.
Σειρά του γεράκου τώρα:
Aλλά με τι καρδιά να παίξει με όλα αυτά που βλέπει;
Ρίχνει μια με το μπαστούνι βζζζιιιινν... και η μπάλα πέφτει μέσα στο νερό και την καταπίνει ένα ψάρι.
Εκείνη την ώρα πετάει ένας γλάρος, βουτάει πιάνει το ψάρι από τη λιμνούλα και το καταπίνει. Όπως σηκώνεται να φύγει ο γλάρος πετάγεται ένας κυνηγός μέσα από κάποιους θάμνους και με την καραμπίνα του ρίχνει μια και τον πετυχαίνει.
Όπως τον παίρνουν τα σκάγια ο γλάρος ανοίγει το στόμα του και ελευθερώνει το ψάρι.
Το ψάρι πέφτει κάτω και όπως σπαρταράει του φεύγει η μπαλίτσα μέσα από το στόμα η μπαλίτσα η οποία χοροπηδά και μπαίνει στην τρύπα!
Γυρίζει τότε ο Ιησούς και λέει στον γεράκο:
- Ρε συ πατέρα είπαμε να παίξουμε γκόλφ. Μη το ξεφτιλίσουμε και τελείως...
Ένας Αμερικανός, ένας Έλληνας και ένας Πόντιος, πάνε για κυνήγι στην Αφρική. Την πρώτη μέρα του κυνηγιού:
Αμερικανός:
- Σήμερα σκότωσα μια τίγρη.
Έλληνας:
- Σήμερα σκότωσα δυο αντιλόπες.
Πόντιος:
- Σήμερα σκότωσα 30 νομιστεράκια
Την δεύτερη μέρα του κυνηγιού:
Αμερικανός:
- Σήμερα σκότωσα τρείς ρινόκερους.
Έλληνας:
- Σήμερα σκότωσα δυο κροκόδειλους.
Πόντιος:
- Σήμερα σκότωσα 50 νομιστεράκια.
Την τελευταία μέρα του κυνηγιού:
Αμερικανός:
- Σήμερα σκότωσα 3 λιοντάρια, 2 πάνθηρες και 9 ζέβρες.
Έλληνας:
- Σήμερα σκότωσα 2 ελέφαντες, 5 λεοπαρδάλεις και 10 καμηλοπαρδάλεις.
Πόντιος:
- Σήμερα σκότωσα 500 νομιστεράκια.
Αμερικανός και Έλληνας:
- Τι στο καλό είναι αυτά τα νομιστεράκια;
Πόντιος:
- Δε ξέρω κι εγώ ρε παιδιά, είναι κάτι μαύρα πράγματα με άσπρα δόντια, που μόλις τα σημαδεύεις χοροπηδάνε και φωνάζουν:
"Νο μιστερ! Νο μιστερ!"
Μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι...
Ήταν ο Τοτός στην τάξη και ρωτάει η δασκάλα:
Δασκαλα:
- Παιδιά, αν κάθονται 5 πουλάκια σε ένα δέντρο και περάσει ένας κυνηγός και σκοτώσει τα 3, πόσα θα μείνουν;
Ελενιτσα:
- Θα μείνουν μόνο 2.
Δασκαλα:
- Μπράβο Ελενίτσα, πολύ σωστά.
Τοτοσ:
- Εγώ κυρία, λέει ο Τοτός (τσαντισμένος που δεν τον άφησε η δασκάλα να απαντήσει και που πήρε μπράβο η Ελενίτσα που τον σνομπάρει) νομίζω πως δεν θα μείνει κανένα πουλάκι στο δέντρο, αφού τα άλλα δύο θα τρομάξουν και θα φύγουν.
Δασκαλα:
- Τοτό, εδώ κάνουμε απλή αριθμητική, αλλά μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι.
Ο Τοτός μένει λίγη ώρα σκεφτικός, και μετά προσβεβλημένος σηκώνει το χέρι του και λέει στην δασκάλα:
Τοτοσ:
- Κυρία, να σας κάνω μία ερώτηση;
Δασκαλα:
- Και βέβαια Τοτό.
Τοτοσ:
- Κάθονται 3 γυναίκες σε ένα πάρκο και τρώνε παγωτό χωνάκι. Η πρώτη το γλύφει, η δεύτερη το δαγκώνει και η τρίτη το χώνει βαθιά στο στόμα της. Ποια από όλες είναι παντρεμένη;
Δασκαλα:
- Χμμμ, αυτή που το χώνει όλο στο στομα της;
Τοτοσ:
- Λάθος, αυτή που φοράει βέρα, αλλά μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεστε...
Ο Μανόλης που γυρίζει από το ψάρεμα συναντάει τον φίλο του Κώστα που τυχαίνει να γυρίζει από το κυνήγι.
- Τι έγινε ρε Μανόλη; ρωτάει ο Κώστας, είχαμε καμιά επιτυχία σήμερα;
- Aσε Κώστα σήμερα έπιασα μια σαρδέλα 12 κιλών αλλά επειδή την άφησα εκεί δίπλα μου μέχρι να φύγω ήρθαν κάτι γάτες και μου την φάγανε! Εσύ τι έκανες?
- Να εγώ ρε Μανόλη εκεί που περπατούσα στο δασός βλέπω πίσω από ένα θάμνο κάτι μαύρο να κουνιέται. Νόμιζα ότι είναι αγριογούρουνο και του δίνω μια και παρ το κάτω.
- Σώπα ρε θηρίο το σκότωσες;
- Το σκότωσα αλλά τελικά δεν ήταν αγριογούρουνο αλλά κάποιος που έκανε την ανάγκη του. Το χειρότερο όμως είναι ότι εκεί που τον τραβούσα για να τον θάψω με είδε ένα ζευγάρι που έκανε πικ-νικ.
- Και τι έκανες ρε Κώστα παραδόθηκες;
- Τι είναι αυτά που λες φίλε μου τους ρίχνω από μια σφαίρα και παρ τους κάτω.
- Σωπα ρε Κώστα τι είναι αυτά που μου λες;
- Αυτά δεν είναι τίποτα Μανόλη, όπως τους τραβούσα για να τους θάψω με είδε ένα ολόκληρο λεωφορείο που είχε σταματήσει πιο πάνω για να κάνει ο οδηγός την ανάγκη του..
- Μη μου πεις ρε Κώστα ότι τους σκότωσες και αυτούς γιατί αρχίζω να μην σε πιστεύω.
- Κώστα μου άμα δεν κόψεις κανένα κιλό από την σαρδέλα νομίζω πως δεν θα σταματήσω να σκοτώνω!
Αφιερωμένο στους φίλους ψαράδες που ξεχνούν τη ζυγαριά στο σπίτι!
"
Δυο φίλοι συζητούν:
- Τι κάνεις, βρε Κώστα; Πώς πάει το ψάρεμα;
- Τέλεια! Χθες έπιασα ένα ροφό 25 κιλά!
- Ναι, ε;
- Αλήθεια σου λέω! Εσύ; Πώς πάει το κυνήγι;
- Πού να σου τα λέω! Είχα πάει την Πέμπτη για λαγό. Βλέπω έναν, μπαμ, του ρίχνω μία, πάρτον κάτω. Εκεί που περπατούσα βλέπω τον δασοφύλακα και ξαφνικά θυμήθηκα ότι τις Πέμπτες απαγορεύεται το κυνήγι του λαγού. Πανικοβλήθηκα! Τι να κάνω, τι να κάνω, μπαμ, ρίχνω μια και στον δασοφύλακα!
- Τι; Σκότωσες τον άνθρωπο, κακούργε;
- Ε, τι να έκανα; Θα μου έπαιρναν την άδεια. Τέλος πάντων, τον βάζω στην πλάτη και εκεί που περπατούσα περνάει μια οικογένεια μεσα σε ένα τζιπ και καταλαβαίνω ότι με είδαν. Με έπιασε πανικός και... μπαμ, τους καθάρισα όλους!
- Όλους! Μα πώς μπόρεσες;
- Ε, τι να έκανα; Με είχαν δει και θα πήγαινα φυλακή! Τέλος πάντων, τους φορτώνω όλους μέσα στο τζιπ και ξεκινάω για να πάω να τους πετάξω κάπου. Και ξαφνικά... περνάει ένα σχολικό με 20 παιδάκια!
- Ως εδώ! Μην μου πεις ότι σκότωσες και τα παιδάκια παλιοκάθαρμα!
- Ακου να σου πω, ΑΝ ΔΕΝ ΑΦΑΙΡΕΣΕΙΣ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 20 ΚΙΛΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΡΟΦΟ ΔΕΝ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ ΟΥΤΕ ΡΟΥΘΟΥΝΙ!