Ήταν ο Τοτός στην 4η Δημοτικού μέσα στο μάθημα της αριθμητικής.
Κάποια στιγμή η δασκάλα ρωτάει τους μαθητές, αν κάθονται τρία πουλάκια πάνω σε ένα δέντρο και ένας κακός κυνηγός σκοτώσει το ένα πόσα θα μείνουν πάνω στο δέντρο; Με, όπως πάντα, υπερβολικό ζήλο σηκώνει το χέρι της η μικρή Ελενίτσα φωνάζοντας, "κυρία, κυρία, κυρία..."! Δίνει λοιπόν, η δασκάλα, τον λόγο στην Ελενίτσα η οποία με θάρρος απάντα πως θα μείνουν δύο πουλάκια πάνω στο δέντρο. "Μπράβο", λέει η δασκάλα στην Ελενίτσα, "Πολύ σωστή σκέψη!". Ο Τοτός όμως, που είχε τσαντιστεί με όλη αυτή την σκηνή επίδειξης γνώσεων της Ελενίτσας, σηκώνει το χέρι του και λέει στην δασκάλα, "Εγώ κυρία νομίζω πως δεν θα μείνει κανένα πουλάκι πάνω στο δέντρο αφού και τα υπόλοιπα δύο θα τρομάξουν και θα φύγουν". Η δασκάλα απαντά, "Τοτό, εδώ κάνουμε απλή αριθμητική αλλά μου αρέσει ο τρόπος που σκέπτεσαι". Κάθεται λοιπόν ο Τοτός για λίγη ώρα σκεπτικός και φανερά προσβεβλημένος, μέχρι που ξανασηκώνει το χέρι του, - Κυρία, να σας κάνω μία ερώτηση; - Και βέβαια Τοτό, απαντά η δασκάλα.
- Κάθονται τρεις γυναίκες σε ένα πάρκο και τρώνε παγωτό χωνάκι. Η πρώτη το γλύφει, η δεύτερη το δαγκώνει και η τρίτη το χώνει όλο βαθιά μέσα στο στόμα, ποια απο τις τρεις είναι παντρεμένη; - (Μετά απο λίγη σκέψη) Υποθέτω αυτή που το χώνει όλο μέσα στο στόμα της.
- Λάθος, απαντάει ο Τοτός, είναι αυτή που φοράει βέρα αλλά μου αρέσει ο τρόπος που σκέπτεστε!
- Στο Ναϊρόμπι της Κένυα μαζεύονται το βράδυ στο ξενοδοχείο κυνηγοί από σαφάρι και μαζί τους ένας πόντιος. Κουβεντιάζουν τις επιτυχίες τους. Εγώ σκότωσα ένα λιοντάρι λέει ο αμερικανός.
- Εγώ σκότωσα ένα ελέφαντα λέει ο γάλλος. Εγώ σκότωσα μια τσίτα λέει ο άγγλος. Εγώ σκότωσα ένα νομιστεράκι λέει ο πόντιος.
Τον κοιτάζουν παράξενα οι άλλοι αλλά δεν λένε τίποτα. Την επόμενη μέρα τα ίδια όλοι λένε τι σκότωσαν. Εγώ δυο νομιστεράκια λέει ο πόντιος.
- Την τρίτη μέρα τα ίδια λένε οι άλλοι. Εγώ σκότωσα τρία νομιστεράκια λέει ο πόντιος. Οπότε δεν κρατιόνται οι άλλοι και τον ρωτούν.
Μα τι είναι αυτά τα νομιστεράκια κύριε;
- Και ο πόντιος δεν ξέρω ρε παιδιά κάτι μαύρα πράγματα που βγαίνουν μέσα από τους θάμνους και φωνάζουν : ΝΟ ΜΙΣΤΕΡ ΝΟ ΜΙΣΤΕΡ!.
Ένας κυνηγός νυκτώθηκε στην ερημιά και όχι μόνο αυτό τον έπιασε και μια φοβερή καταιγίδα.
Μέσα στην ερημιά αυτή και στην φοβερή καταιγίδα αναζητούσε με αγωνία ένα μέρος να ξαποστάσει. Ύστερα από πολλές ώρες βλέπει κάπου μακριά ένα αμυδρό φως. Με πολλή ελπίδα πλησιάζει και βλέπει ότι το φως ήταν ένα καντήλι μέσα σε ένα πολύ μικρό καμαράκι- προσκυνητάρι. Με πολλή προφύλαξη πλησίασε και κοίταξε μέσα ,όπου είδε ότι ήταν ξαπλωμένες τσίμα- τσίμα τρεις καλόγριες. Κτυπά λοιπόν το τζάμι της μικρής πόρτας και σε λίγο του ανοίγει μια καλόγρια.
- Τι θέλετε ,ρωτάει.
- Τι ερώτηση είναι αυτή. δεν με βλέπεις Χριστιανή μου. Μούσκεμα είμαι και θέλω να μ΄πω να ξαποστάσω.
- Εδώ δεν μπορείς να μπεις γιατί είναι ένας μικρός οίκος του Θεού μόνο για μοναχές και εξ άλλου δεν έχουμε χώρο.
- Τι είναι αυτά που λες... Έτσι είπε Ο Χριστός , να αφήνουμε αυτούς που έχουν ανάγκη στην μοίρα τους.
Τα τελευταία του λόγια ανάγκασαν τις μοναχές να το ξανασυζητήσουν και τελικά αποφάσισαν να του επιτρέψουν να μπει μέσα στο καμαράκι.
Αυτός σε λίγο ζήτησε την άδεια να του επιτρέψουν να βγάλει τα βρεγμένα του ρούχα ,πράγμα που έγινε.
Έβγαλε λοιπόν τα ρούχα του και έμεινε μόνο με το εσώρουχο. Aρχισε όμως να τουρτουρίζει από το φοβερό κρύο. Οι μοναχές βλέποντάς τον να υποφέρει ,στριμώχτηκαν λίγο και έκαναν χώρο να ξαπλώσει δίπλα στην πρώτη μοναχή και σκεπαστεί.
Αυτός μόλις σκεπάστηκε και ζεστάθηκε λίγη άρχισε να πασπατεύει την πρώτη καλόγρια.
Οι μοναχές άρχισαν να προσποιούνται ότι ροχαλίζουν.
Οπότε η πρώτη που δεχόταν ήδη τα χάδια του κυνηγού ακούστηκε :
- Γκρρρ ... Γκρρρ... Γκρρρ... Αχ τι ωραία που είναι.
Οπότε αυτή που ήταν προς τον τοίχο ακούστηκε :
- Γκρρρ... Γκρρρ... Γκρρρ... Έλα και από εδώ...
Οπότε η μεσαία ακούστηκε:
- Γκρρρ... Γκρρρ... Γκρρρρ... Μη χαλάς την σειρά...
Ο Γιωρίκας και ο Κωστίκας πήγαν για κυνήγι. Ο Γιωρίκας με ένα ρόπαλο, ο Κωστίκας με ένα σωρό σύγχρονα όπλα. Κάθε μέρα όμως ο Γιωρίκας με το ρόπαλο σκότωνε κάτι ενώ ο Κωστίκας με τόσα όπλα τίποτε. Αγανακτισμένος ο Κωστίκας λέει στο Γιωρίκα:
- Καλά πως είναι δυνατόν εγώ με τόσα όπλα να μην σκοτώνω τίποτε και εσύ με ένα ρόπαλο να φέρνεις συνέχεια κάτι;
- Οπότε ο Γιωρίκας του λέει:
- "Α! είναι απλό, πάω μπροστά σε μία τρύπα και φωνάζω ΑΑΑΑΑΑ! και τότε το θηρίο φωνάζει ουουου! Βγαίνει έξω, το χτυπάω στο κεφάλι και το σκοτώνω."
- Πετάει λοιπόν ο Κωστίκας τα όπλα και παίρνει ένα ρόπαλο.
Την άλλη μέρα πάει ο Γιωρίκας στο καφενείο που είχαν ραντεβού και μαθαίνει πως ο Κωστίκας είναι στο νοσοκομείο. Τον βρίσκει στο νοσοκομείο οπότε ο Κωστίκας του λέει:
- "Να βράσω εσένα και τις μεθόδους σου. Πάω μπροστά σε μια τρύπα και φωνάζω αλλά δεν παίρνω απάντηση. Το ίδιο και στην δεύτερη. Στην τρίτη τρύπα ΑΑΑΑ! Εγώ, ουουου! Το θηρίο ΑΑΑΑ! Εγώ ουουου! Το θηρίο:
"ΑΑΑΑΑ"! και μετά βγήκε το τρένο και με πάτησε..."
Μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεστε...
Η δασκάλα ρωτάει τα παιδιά στο μάθημα της αριθμητικής:
- "Υπάρχουν δύο πουλάκια πάνω στο δέντρο. Αν ο κυνηγός πυροβολήσει το ένα από αυτά, πόσα θα μείνουν;".
Οπότε σηκώνει το χέρι της η Μαρία.
- "Ναι Μαρία", λέει η δασκάλα.
- "Ένα", απαντάει η Μαρία.
Ωστόσο ο Τοτός σηκώνει επίμονα το χέρι του φωνάζοντας:
- "Όχι."
Η δασκάλα λοιπόν του απευθύνει το λόγο.
- "Δεν θα μείνει κανένα, αφού και το δεύτερο πουλάκι θα ακούσει τον πυροβολισμό, θα τρομάξει και θα φύγει", της λέει ο Τοτός.
- "Όχι, Τοτέ, τώρα κάνουμε αριθμητική, οπότε θα μείνει ένα πουλάκι, εντάξει; Ωστόσο μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι."
- "Καλά κυρία."
Μετά της λέει:
- "Μπορώ να πω και εγώ ένα;"
- "Ναι", του λέει η δασκάλα.
- "Λοιπόν, σε ένα παγκάκι κάθονται τρεις κυρίες και τρώνε παγωτό, η μια το γλείφει, η άλλη το δαγκώνει και η άλλη το βάζει όλο μέσα. Ποια είναι παντρεμένη;".
Οπότε η δασκάλα προβληματισμένη, αρχίζει να σκέφτεται και του απαντάει:
- "Αυτή που το βάζει όλο μέσα."
- "Όχι κυρία", της απαντάει ο Τοτός, "παντρεμένη είναι αυτή που φοράει βέρα, αλλά μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεστε."