Skip to main content
Ένας κυνηγός πάει σαφάρι στην Αφρική και παίρνει μαζί το σκύλο του.
Ενώ ο σκύλος περιφέρεται στη ζούγκλα, βλέπει μια λεοπάρδαλη να κατευθύνεται προς το μέρος του, φανερά πεινασμένη. Ο σκύλος σκέφτεται, «Ωχ μπλέξαμε!» Τότε βλέπει κάτι κόκαλα λίγο πιο πέρα και αρχίζει να τα ροκανίζει, με την πλάτη του στην λεοπάρδαλη. Ενώ εκείνη είναι έτοιμη να του χιμήξει, ο σκύλος λέει, «Πολύ νόστιμη αυτή η λεοπάρδαλη. Αναρωτιέμαι αν υπάρχουν άλλες εδώ τριγύρω.» Η λεοπάρδαλη, κι ενώ ήδη βρίσκεται στον αέρα παγώνει, και εξαφανίζεται πίσω από κάτι δέντρα. «Παραλίγο», λέει «λίγο έλειψε. Αυτός ο σκύλος σχεδόν με είχε.»
Ένας πίθηκος, παρακολουθώντας όλο το σκηνικό από ένα δέντρο, σκέφτεται ότι μπορεί να εξασφαλίσει την εύνοια της λεοπάρδαλης και να γλιτώσει το τομάρι του εξηγώντας της αυτό που είχε συμβεί. Πάει προς το μέρος της και εξηγεί τα πάντα. Η λεοπάρδαλη, έξαλλη για την κοροϊδία, λέει στον πίθηκο «Έλα, πίθηκε. Ανέβα στη ράχη μου να δεις από κοντά τι πρόκειται να πάθει ο σκύλος»
Ο σκύλος βλέπει τη λεοπάρδαλη να έρχεται προς το μέρος του με τον πίθηκο καβάλα. «Τι θα κάνω τώρα;» σκέφτεται. Τότε, αντί να το βάλει στα πόδια, κάθεται με την πλάτη γυρισμένη στους δυο. Όταν η λεοπάρδαλη και ο πίθηκος έχουν πλησιάσει αρκετά, ο σκύλος λέει, «Που είναι αυτός ο ηλίθιος πίθηκος; Ποτέ δεν μπορώ να τον εμπιστευτώ, τον έστειλα πριν από μισή ώρα να μου φέρει άλλη μια λεοπάρδαλη κι ακόμα να φανεί!»
Οι... αρκουδες!
Δύο κυνηγοί αρκούδων συζητούν. "Πώς καταφέρνεις και τις πιάνεις τόσες αρκούδες;", ρωτά ο ένας. "Α, απλό, απλούστατο", λέει ο άλλος. "Οι αρκούδες είναι χαζές. Αρκεί να βρεις τη σπηλιά τους, μπαίνεις μέσα και φωνάζεις: Ουουουουου. Φωνάζει κι αυτή: Ουουουουου. Περιμένεις να πλησιάσει, να δεις καλά τα μάτια της να γυαλίζουν, σηκώνεις το όπλο, σημαδεύεις ανάμεσά τους και πυροβολείς! Αυτό είναι. Τέζα η αρκούδα".
"Μάλιστα", λέει ο άλλος και κατευθείαν, βγαίνει για κυνήγι και... ξυπνάει στο νοσοκομείο τσακισμένος! "Τι έπαθες, ρε;", του λέει ο φίλος του. "Ασε", λέει αυτός. "Βρίσκω, που λες, τη σπηλιά, μπαίνω μέσα και φωνάζω: Ουουουουου. Ακούω: Ουουουουου. Προχωράω και, όπως μου το χες πει, βλέπω τα μάτια να γυαλίζουν. Συγκινημένος, ξαναφωνάζω: Ουουουουου. Ξανακούω: Ουουουουου. Περιμένω και μόλις βλέπω τα μάτια της να πλησιάζουν πολύ, σηκώνω το όπλο, σημαδεύω, πυροβολώ και τότε... βγαίνει το τρένο!"
Δύο κυνηγοί αρκούδων συζητούν.
"Πώς καταφέρνεις και τις πιάνεις τόσες αρκούδες;", ρωτά ο ένας.
"Α, απλό, απλούστατο", λέει ο άλλος. "Οι αρκούδες είναι χαζές. Αρκεί να βρεις τη σπηλιά τους, μπαίνεις μέσα και φωνάζεις: Ουουουουου. Φωνάζει κι αυτή: Ουουουουου. Περιμένεις να πλησιάσει, να δεις καλά τα μάτια της να γυαλίζουν, σηκώνεις το όπλο, σημαδεύεις ανάμεσά τους και πυροβολείς! Αυτό είναι. Τέζα η αρκούδα".
"Μάλιστα", λέει ο άλλος και κατευθείαν, βγαίνει για κυνήγι και... ξυπνάει στο νοσοκομείο τσακισμένος!
"Τι έπαθες, ρε;", του λέει ο φίλος του.
"Ασε", λέει αυτός. "
Βρίσκω, που λες, τη σπηλιά, μπαίνω μέσα και φωνάζω: Ουουουουου. Ακούω: Ουουουουου. Προχωράω και, όπως μου το χες πει, βλέπω τα μάτια να γυαλίζουν. Συγκινημένος, ξαναφωνάζω: Ουουουουου. Ξανακούω: Ουουουουου. Περιμένω και μόλις βλέπω τα μάτια της να πλησιάζουν πολύ, σηκώνω το όπλο, σημαδεύω, πυροβολώ και τότε... βγαίνει το τρένο!"
Και ο Θεός έπλασε τον άντρα !
Μια μέρα στον κήπο της Εδέμ η Εύα πάει στο Θεό και του λέεί :
- Κύριε , έχω ένα πρόβλημα ...
- Τι τρέχει Εύα ; τη ρωτάει Εκείνος .
- Κύριε , δεν είμαι αχάριστη . Ξέρω ότι έφτιαξες για μένα όλα αυτά . Τον πανέμορφο αυτόν κήπο με τα υπέροχα ζώα , το τεράστιο φιδάκι , αλλά να , παρ όλα αυτά , δεν είμαι ευτυχισμένη . Αισθάνομαι αφόρητη μοναξιά ασε που έχω σιχαθεί να τρώω μήλα .
Αφού σκέφτεται για λίγο ο Θεός της λέει :
- Λοιπόν , Εύα , μία λύση υπάρχει . Θα δημιουργήσω έναν άντρα για σένα .
- Τι είναι " άντρας " , Κύριε ;
- Λοιπόν , αυτός ο άντρας θα είναι ένα ελαττωματικό πλάσμα με επιθετικό χαρακτήρα , πολύ εγωιστής και δεν θα μπορεί να σε καταλάβει ούτε θα σε ακούει . Με λίγα λόγια θα σου κάνει τη ζωή πολύ δύσκολη . Αλλά θα είναι πιο σωματώδης και πιο δυνατός από σένα . Θα είναι πολύ καλός στην πάλη και στο κλώτσημα μιας μπάλας και θα είναι κυνηγός των γυναικών . Θα βοηθήσει επίσης στην αύξηση του πληθυσμού της γης .
- Ωραίο ακούγεται , λέει η Εύα με ειρωνικό ύφος .
- Εν πάση περίπτωση , είναι ότι καλύτερο που μπορείς να έχεις . Αλλά μπορείς να τον έχεις μόνο υπό έναν όρο .
- Και ποιός είναι αυτός , Κύριε ;
- ΘΑ πρέπει να τον αφήσεις να πιστεύει ότι έφτιαξα πρώτα αυτόν !
Οι κάτοικοι του μικρού χωριού είναι απαρηγόρητοι.
Ο ξαφνικός θάνατος του λατρευτού τους δασκάλου, τούς έχει συντρίψει. Μαζεμένοι όλοι στην εκκλησία, περιμένουν να αρχίσει η κηδεία, που ήδη είχε αργήσει 1 ώρα. Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, η νεκροφόρα με το πτώμα του δασκάλου, τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα για να προλάβει την τελετή. Σε μια απότομη στροφή, τουμπάρει το φέρετρο, ανοίγει η πίσω πόρτα και το πτώμα πέφτει στο δρόμο. Μετά από λίγα λεπτά, περνά ένα Ι. Χ., πατά το πτώμα, σταματά απότομα, και βγαίνουν έξω οι επιβάτες:
- Πω, πω τι πάθαμε! Τι κάνουμε τώρα;
- Τι θες να κάνουμε; Αν μας πιάσουν, πάμε μέσα για ανθρωποκτονία εξʼ αμελείας. Βάλε ένα χεράκι να τον πετάξουμε στο ρέμα.
Πράγματι, αφήνουν το πτώμα στο ρέμα και το σκεπάζουν πρόχειρα με κλαδιά για να μη φαίνεται. Δεν προλαβαίνουν να περάσουν 20 λεπτά, και στη ρεματιά πλησιάζουν 2 κυνηγοί:
- Λαγός στη ρεματιά! Πάνω του!
Αρχίζουν τις τουφεκιές, πλησιάζουν προς το πτώμα και λέει ο ένας στον άλλον:
- Που τον είδες τον λαγό, ρε χαμένε; Τον σακατέψαμε τον άνθρωπο.
- Και τι κάνουμε τώρα;
- Τι θες να κάνουμε, έτσι όπως τα κατάφερες; Θα τον βάλουμε στο ΙΧ να τον πετάξουμε στη θάλασσα.
Έτσι και έγινε! Πέταξαν το πτώμα στη θάλασσα, αλλά μετά από μισή ώρα, πλησιάζει ένα αλιευτικό σκάφος:
- Ροφός στη θάλασσα! Πάνω του!
Άρχισαν να ρίχνουν με τα καμάκια προς το άτυχο πτώμα, φυσικά όμως απογοητεύτηκαν μόλις πλησίασαν:
- Μεγάλε, είσαι αχτύπητος. Ροφός ε; Όχι για ψαράς δεν κάνεις ούτε για για φυλάς γίδια στο βουνό.
- Τι κάνουμε τώρα θεέ μου; Aλίμονο μας!
- Δεν υπάρχει άλλη λύση. Θα πετάξουμε το πτώμα στην ακτή.
Από την τρομάρα τους όμως οι ψαράδες εγκατέλειψαν άρον-άρον το πτώμα καταμεσής του δρόμου. Μετά από 2 λεπτά περνά ένα ΙΧ, ξαναπατά το πτώμα, αυτή τη φορά όμως οι επιβάτες ήταν ευσυνείδητοι:
- Πω, πω, τι πάθαμε!
- Μπορεί ια ζει ακόμα. Να τον πάμε γρήγορα στο κοντινότερο νοσοκομείο.
Πηγαίνουν το πτώμα στο νοσοκομείο, το βάζουν γρήγορα στην εντατική και μετά από 2 ώρες βγαίνει από το χειρουργείο απογοητευμένος ο γιατρός. Γεμάτοι αγωνία οι επιβάτες τον ρωτούν:
- Γιατρέ πες μας, θα ζήσει;
Και ο γιατρός:
- Τι να σας πω, ρε παιδιά; Αν μας τον φέρνατε μισή ώρα γρηγορότερα, θα τον είχαμε γλυτώσει!
Είναι 2 κανίβαλοι, πατέρας και γιος και έχουν βγει για κυνήγι.
Περνάει στην αρχή ένας πολύ χοντρός.
- Αυτόν, αυτόν, λέει ο γιος. Να τον πάρουμε στο σπίτι να τον φάμε.
- Μπα, είναι πολύ χοντρός, θα πάθουμε τίποτε με τόσο λίπος.
Περνάει ένας πολύ λεπτός.
- Αυτόν, αυτόν, λέει ο γιος. Να τον πάρουμε στο σπίτι να τον φάμε.
- Μπα, είναι πολύ λεπτός, ούτε για ορεκτικό δεν κάνει.
Περνάει μετά μία πανέμορφη γυναίκα και λέει ο γιος:
- Αυτήν, αυτήν! Να την πάρουμε στο σπίτι να την φάμε.
- Μην είσαι χαζός, λέει ο πατέρας του. Αυτήν θα την πάρουμε στο σπίτι και θα φάμε την μάνα σου!
Ένας παππούς 80 χρονών πάει στο γιατρό για γενικό τσεκάπ, και ο γιατρός τον ρωτάει:
- Πώς αισθάνεστε;
- Ποτέ δεν ένοιωσα καλύτερα! Είμαι παντρεμένος με μια 25χρονη, με την οποία περνάω θαυμάσια, και μάλιστα είναι και έγκυος! Μου ετοιμάζει παιδί!
Ο ιατρός αφού τον κοιτάει για λίγα δευτερόλεπτα σκεπτικός, του λέει:
- Να σας πω μια ιστορία... Ήταν ένας φίλος μου κυνηγός, ο οποίος καθώς έφευγε από το σπίτι του, αντί να πάρει το όπλο του, πήρε την ομπρέλα. Αφού περπατούσε για κάμποση ώρα στο δάσος, είδε μπροστά του ξαφνικά μια τεράστια αρκούδα. Σηκώνει λοιπόν την ομπρέλα του και κάνει να πυροβολήσει, αλλά ΦΡΑΠ! ανοίγει η ομπρέλα. Παρόλα αυτά η αρκούδα έπεσε κάτω νεκρή, τέζα!
- Αποκλείεται! φωνάζει ο παππούς. Κάποιος άλλος την πυροβόλησε!
- Και εγώ βασικά εκεί το πήγαινα... του λέει και ο γιατρός.
Ήταν 2 ψείρες στο σώμα μίας γυναίκας, και είπαν να το εξερευνήσουν.
- Εγώ θα πάω προς τα πάνω, λέει η μία, πήγαινε εσύ προς τα κάτω, και συνάντηση στον αφαλό.
Συναντιούνται πράγματι μετά από μέρες και λέει η πρώτη.
- Εγώ φιλενάδα πήγα προς τα πάνω. Είδα δύο βουνά, και έκανα τον γύρο τους. Εσύ;
- Εγώ κατέβηκα, μπήκα σε ένα δάσος, συνεχίζω και βρίσκω μία σπηλιά. Μπήκα μέσα να ξεκουραστώ, και σε λίγο μπαίνει ένας καράφλας και με αρχίζει στο κυνήγι.
- Αντε, λέει η άλλη. Και τι έγινε;
- Α, ευτυχώς δεν με έπιασε! Με κυνήγαγε, με κυνήγαγε και στο τέλος τα έφτυσε!
Ένας ογδοντάχρονος, πηγαίνει στον γιατρό του για το τακτικό, ετήσιο τσεκ απ. Ανάμεσα στα υπόλοιπα και μετά από κάποιες εξετάσεις που του κάνει ο γιατρός, τον ρωτά πώς νιώθει τελευταία.
Ο γεράκος του απαντά:
- Γιατρέ μου, νιώθω ΠΕΡΙΦΗΜΑ. Δεν θα ήταν υπερβολή να σου πω ότι δεν έχω νιώσει καλύτερα στην ζωή μου. Για να καταλάβεις, έχω παντρευτεί μια 18χρονη, πανέμορφη κοπέλα, η οποία είναι έγκυος. Ναι γιατρέ μου, όπως το ακούς. Έχει το παιδί μου μέσα της. Πώς σου φαίνεται, τώρα, αυτό;
Ο γιατρός σκέφτεται και μετά από λίγο του απαντά:
- Θα σου πω μια μικρή ιστορία. Έχω έναν φίλο, είναι μανιώδης κυνηγός. Δεν έχει χάσει ΠΟΤΕ του, ούτε μια κυνηγετική σαιζόν. Κάθε χρόνο, παίρνει τα σκυλιά του και τα όπλα του και καβαλάει τα βουνά και τους λόφους. Ήταν λοιπόν μια μέρα, που αποφάσισε να πάει για κυνήγι. Ετοιμάστηκε, πήρε τον εξοπλισμό του, άρπαξε το όπλο του και έφυγε. Μόνο που στην βιασύνη του, αντί για το όπλο, πήρε χωρίς να το καταλάβει την μαύρη του ομπρέλα. Έφτασε στο δάσος όπου και συνάντησε μια τεράστια καφέ αρκούδα. Εκείνη τον αντιλήφθηκε και τον πλησίασε. Όταν τον είχε πλησιάσει αρκετά κοντά, ο φίλος μου σηκώνει την ομπρέλα του, σημαδεύει την αρκούδα και πατάει το κουμπί της. Ξέρεις τι έγινε;
Ο γεράκος γεμάτος περιέργεια λέει:
- Όχι, τι έγινε;
- Ε λοιπόν, η αρκούδα σωριάστηκε στο έδαφος, νεκρή.
- Αυτό είναι αδύνατον. Κάποιος άλλος θα την πυροβόλησε την αρκούδα.
- Χμμ, ακριβώς εκεί ήθελα να καταλήξω και εγώ από την αρχή...
Ήταν ένας κυνηγός και εκεί που έψαχνε το λαγό βλέπει μπροστά του ένα φασιανό. Μπαμ! του ρίχνει μια, τον σκοτώνει και τον πηγαίνει σπίτι του. Μετά από μια ώρα τον παίρνει η γυναίκα του να τον μαγειρέψει, χωρίς να βγάλει τα σκάγια, όμως.
Τον ετοίμασε, τον έβαλε στο τραπέζι και σερβίρισε. Αφού τον έφαγαν, πάει ο μικρός γιος στη τουαλέτα και βγήκε έκπληκτος.
Τον ρωτά ο πατέρας του:
- "Τι έπαθες παιδί μου;"
- "Πατέρα", λέει, "εκεί που κατουρούσα πετάχτηκαν σκάγια"
- "Πω πω παιδάκι μου, αυτό το έπαθε και η μητέρα σου πριν λίγο."
Μετά από λίγη ώρα πάει και ο δεύτερος γιος να κατουρήσει. Βγαίνει κι αυτός έκπληκτος.
Τον ρωτά κι αυτόν ο πατέρας του:
- "Τι έπαθες παιδί μου;"
- "Πατέρα", λέει, "εκεί που κατουρούσα πετάχτηκαν σκάγια"
- "Κι εσύ παιδάκι μου;"
Πάει και ο τρίτος στο δωμάτιο του παππού και βγαίνει τρομοκρατημένος. Πάει στον πατέρα του και του λέει:
- "Πω πω μπαμπά τι έκανα!"
Ο πατέρας του φοβισμένος:
- "Τι έπαθες παιδάκι μου;", του λέει.
- "Εκεί που τράβαγα μα... Ία σκότωσα τον παππού!"
Λοιπόν ήταν ένας παππούς και πήγε σε ιδιωτική κλινική να κάνει αιματολογικές εξετάσεις. Πάει μετά από δύο μέρες να τις πάρει και ρωτάει τον γιατρό:
- Γιατρέ όλα καλά;
- Όχι, λέει ο γιατρός, έχεις κάτι προβληματάκια.
- Μα τι λες, λέει ο παππούς, εγώ νιώθω ατρόμητος. Αφού σκέψου, παντρεύτηκα μία τριαντάρα και έχει μείνει έγκυος, και τώρα είναι 5 μηνών.
- Αποκλείεται, λέει ο γιατρός.
- Γιατί; λέει ο παππούς.
- Θα σου πω, λέει ο γιατρός. Μία φορά ήταν ένας κυνηγός και πήγε πρωί-πρωί στο κυνήγι και αντί να πάρει μαζί του το όπλο του, πήρε μία ομπρέλα και όταν έφτασε στο βουνό βγήκε μία αρκούδα. Και πήγε αυτός να την χτυπήσει και άνοιξε η ομπρέλα. Και ξαφνικά η αρκούδα σωριάζεται νεκρή. Μπορείς να μου το εξηγήσεις αυτό;
- Μπορώ, λέει ο παππούς, μήπως την πέτυχε άλλος;
- Εκεί, λέει ο γιατρός, θέλω να καταλήξω, παππούλη μου!
Ήταν κάποτε ο Ιησούς, ο Μωυσής και ένας παππούλης.
Αποφασίζουν λοιπόν να παίξουν γκολφ σε μία πίστα που είχε λίμνη στη μέση.
Ρίχνει πρώτος ο Ιησους, και μπλουμ, πέφτει η μπάλα μέσα στη λίμνη. Περπατάει λοιπόν ο Ιησούς πάνω στην λίμνη φτάνει στο σημείο όπου έπεσε η μπάλα, την ανυψώνει με το χέρι του, χτυπάει, και κατευθείαν μπαίνει η μπάλα στην τρύπα.
Δεύτερος παίζει ο Μωυσής. Χτυπάει την μπάλα και αυτή πέφτει στο νερό. Προχωράει λοιπόν ο Μωυσής, φτάνει στην λιμνούλα, ανοίγει τα νερά στην μέση, περπατάει στο βυθό της λίμνης, βρίσκει την μπάλα, και την ρίχνει κατευθείαν στην τρύπα.
Τρίτος είναι ο παππούλης. Ρίχνει την μπάλα και για άλλη μια φορά η μπάλα μπαίνει στο νερό. Εκείνη τη στιγμή πηγαίνει ένα ψάρι και τρώει την μπάλα. Βλέποντας το ψάρι, ένας πεινασμένος γλάρος, ορμάει και το τρώει. Εκεί κοντά ένας άνθρωπος είχε βγει για κυνήγι. Βλέπει τον γλάρο και πυροβολεί. Πέφτει ο γλάρος, και έτσι όπως έπεφτε, ανοίγει το στόμα. Βγαίνει λοιπόν το ψάρι, και έτσι όπως σπαρταρούσε, του φεύγει η μπάλα απτο στόμα, και πέφτει κατευθείαν στην τρύπα.
Κοιτάει λοιπόν ο Ιησούς τον παππούλη και λέει:
- Aμάν ρε πατέρα, ένα γκολφ είπαμε να παίξουμε, αλλά εσύ το ξεφτίλισες...!