Ήμουν ευτυχισμένος. Η κοπέλα μου κι εγώ βγαίναμε πάνω από ένα χρόνο και έτσι αποφασίσαμε να παντρευτούμε.
Οι γονείς μας, μας βοήθησαν με κάθε τρόπο, οι φίλοι μου με παρότρυναν και η κοπέλα μου ήταν ένα όνειρο! Ένα μόνο με απασχολούσε: Η πεθερά μου. Ήταν γυναίκα καριέρας, έξυπνη αλλά όμορφη και σέξι και μερικές φορές με φλέρταρε κάνοντάς με να νιώθω αμήχανα. Μια μέρα με κάλεσε σπίτι της να ελέγξουμε τις προσκλήσεις. Έτσι πήγα. Ήταν μόνη της και όταν έφτασα μου ψιθύρισε στο αυτί ότι είχε κάποια αισθήματα για μένα και επιθυμίες που δεν μπορεί να κατανικήσει. Έτσι πριν παντρευτώ και δεθώ μόνιμα με την κόρη της θα ήθελε να κάνουμε έρωτα έστω μια φορά μόνο. Τι να έλεγα... Ήμουν σε κατάσταση σοκ και δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Έτσι, μου είπε:
- Πάω στην κρεβατοκάμαρα και αν θέλεις κι εσύ έλα σε περιμένω... Έμεινα αποσβολωμένος να κοιτώ τον υπέροχο πισινό της καθώς ανέβαινε τις σκάλες. Για 1-2 λεπτά έμεινα ακίνητος και μετά προχώρησα προς την εξώπορτα. Την άνοιξα και βγήκα έξω. Ο πεθερός μου ήταν εκεί και με δάκρυα στα μάτια με αγκάλιασε και μου είπε, πολύ χαρούμενος ότι πέρασα το μικρό τους τεστ και ότι δεν θα έβρισκαν καλύτερο σύζυγο για την κόρη τους και με καλωσόρισε στην οικογένεια. Όσο για μένα... το μάθημα που έμαθα ήταν :> > > > >> > > > >> > > > >> > > > >> > > > >> > > > >> > > > >Πάντα να κρατώ τα προφυλακτικά στο αυτοκίνητο!
Πάει ένας γέρος 97 χρονών στο ασφαλιστήριο και λέει στον ασφαλιστή:
- "Καλημέρα παιδί μου. Θα ήθελα να κάνω μια ασφάλεια ζωής."
Απορημένος ο ασφαλιστής, ρωτάει:
- "Συγγνώμη για την αδιακρισία, αλλά την θα την κάνετε την ασφάλεια ζωής;"
- "Ξέρεις παιδί μου, θα ταξιδέψω με τον πατέρα μου στην Ευρώπη."
Ακόμη πιο απορημένος ο ασφαλιστής, ρωτάει:
- "Και πάλι συγγνώμη, αλλά πόσο χρονών είναι ο πατέρας σας;"
- "127."
- `127; Και τι θα κάνετε στην Ευρώπη;"
Απαντάει ο παππούς:
- "Θα πάμε στον γάμο του παππού μου."
Σοκαρισμένος πια ο ασφαλιστής, ρωτάει:
- "Και πόσο χρονών είναι ο παππούς σας;"
- "Είναι... Α! 150."
Και ο ασφαλιστής, περιμένοντας να ακούσει ο,τιδήποτε πια, ρωτάει:
- "Μα καλά, του παππού σας σ`αυτήν την ηλικία του ήρθε να παντρευτεί;"
- "Μαλακίες μωρέ, τον πιέζουν οι γονείς του!"
Η οικογένεια παρακολουθεί τηλεόραση. Κάποια στιγμή η σύζυγος κοιτάζει τον άντρα της και του κλείνει το μάτι. Εκείνος λέει στα δυό τους αγόρια:
- Παιδιά, φεύγουμε εμείς για λίγο, πάμε στην κρεβατοκάμαρα. Θα επιστρέψουμε σύντομα.
Όταν φεύγουν οι γονείς και αφού έχει περάσει λίγη ώρα, ο ένας πιτσιρικάς είναι αρκετά περίεργος να δει τι γίνεται επάνω. Ανεβαίνει λοιπόν τις σκάλες, στον όροφο προς την κρεβατοκάμαρα και βλέπει ότι η πόρτα δεν είναι εντελώς κλειστή. Προχωρεί προσεκτικά, βλέπει τι γίνεται εκεί μέσα και κατεβαίνει τρέχοντας την σκάλα. Πλησιάζει στον αδελφό του και τον οδηγεί πίσω στο δωμάτιο, όπου η πόρτα είναι ακόμη μισάνοιχτη. Του λέει να κοιτάξει μέσα από την πόρτα και λέει:
- Πριν κοιτάξεις εκεί μέσα, να θυμάσαι καλά ότι αυτή είναι η ίδια γυναίκα που μας βαράει στον πισινό όταν εμείς πιπιλάμε το δάχτυλό μας!
- Γιατί η Αννούλα σκότωσε τους γονείς της;
- Για να πάει εκδρομή με το ορφανοτροφείο.
- Γιατί σκότωσε και το θειο και τη θεια της;
- Για να πάρει και τα ξαδέρφια της μαζί.
- Γιατί λυπήθηκε και άρχισε να κλαίει;
- Γιατί η εκδρομή τελικά αναβλήθηκε.
- Τι είπε στους δικαστές;
- Λυπηθείτε με, είμαι ορφανή.
- Τι κάνει η μαμά της Αννούλας για την Αννούλας που δεν κάνουν οι υπόλοιπες μητέρες για τα παιδιά τους;
- Μνημόσυνο.
- Τι κάνει η Αννούλα που δεν κάνουν τα αλλά παιδιά;
- Χημειοθεραπεία.
- Γιατί η μικρή Αννούλα δεν μπορεί να χτενιστεί;
- Γιατί της έπεσαν όλα της τα μαλλιά από τη χημειοθεραπεία.
- Γιατί η μικρή Αννούλα γελάει;
- Γιατί τη γαργαλάνε τα σκουλήκια.
- Γιατί η μικρή Αννούλα νιώθει μοναξιά;
- Γιατί τα σκουλήκια πήγαν στον τάφο του Κωστάκη.
- Γιατί η μικρή Αννούλα δεν μπορεί να δει τον ουρανό;
- Γιατί την έχουνε θάψει μπρούμυτα.
- Γιατί ο θόλος του τάφου δεν είναι γυάλινος.
- Γιατί η μικρή Αννούλα δεν μπορεί να πάρει τα παιχνίδια της μαζί;
- Γιατί δεν χωράνε όλα στο φέρετρο.
- Γιατί η μικρή Αννούλα κλαίει;
- Γιατί έχουνε φυτρώσει κρεμμύδια γύρω από τον τάφο της.
Μια φορά κι ένα καιρό ένας φτωχούλης χωρικός σηκώνεται πρωί πρωί με την αυγουλά να αρμέξει την αγελάδα του. Πάει στο στάβλο και τη βρίσκει νεκρή. Η στενοχώρια του ήταν μεγάλη. Η αγελάδα ήταν η μόνη πηγή χρημάτων που είχε για να τρέφει την οικογένεια του. Πάνω στην απελπισία του κρεμάστηκε.
Πάει η γυναίκα του στο στάβλο, βρίσκει την αγελάδα νεκρή και τον άνδρα της κρεμασμένο και πάνω στην απελπισία της τον μιμείται.
Πάει ο γιος στο στάβλο, βλέπει το θέαμα και αποφασίζει να πάει να πέσει στον ποτάμι να πνιγεί. Ήταν έτοιμος να πνιγεί όταν ένα χέρι τον βγάζει από το νερό. Ήταν μια γυναίκα πανέμορφη. Ποτέ του δεν είχε ξαναδεί τόσο ωραία γυναίκα.
- Είμαι η νεράιδα του ποταμού. Ξέρω τι σου συνέβη. Αν με πη**εις πέντε φορές θα σε σώσω και θα αναστήσω τους γονείς σου και την αγελάδα.
Τη βάζει κάτω ο νεαρός την πη**ει μια, δυο, τρεις φορές αλλά στην τέταρτη τα φτύσε.
- Καταραμένε, άντε πνίξου.
Και επιστρέφει στο νερό μέσα και πνίγεται.
Πάει στο στάβλο και ο δεύτερος αδελφός, βλέπει κι αυτός το θέαμα και πάει κι αυτός να πέσει να πνιγεί. Έτοιμος ήταν να τον πάρει ο χάρος και η νεράιδα τον σώζει:
- Είμαι η νεράιδα του ποταμού. Ξέρω τι σου συνέβη. Αν με πη**εις δέκα φορές θα σε σώσω και θα αναστήσω τους γονείς σου, τον αδελφό σου και την αγελάδα.
Τη βάζει κι αυτός κάτω την πη**ει 8 φορές αλλά την ενάτη τα φτύσε.
- Καταραμένε, άντε πνίξου κι εσύ.
Και επιστρέφει στο νερό και πνίγεται.
Πάει και ο τρίτος αδελφός, βλέπει τι συνέβη και πάει κι αυτός να πνιγεί. Πάλι η νεράιδα τον σώζει.
- Είμαι η νεράιδα του ποταμού. Ξέρω τι σου συνέβη. Αν με πη**εις δεκαπέντε φορές θα σε σώσω και θα αναστήσω τους γονείς σου, τα αδέλφια σου και την αγελάδα.
- Μόνο δεκαπέντε, θες. Εγώ σε πη**ω και είκοσι.
- Α, έτσι μου σαι, ε λοιπόν τώρα θέλω είκοσι πέντε.
- Τριάντα.
- Κόλλα το.
Αρχίζει, λοιπόν να την πη**ει αλλά εκεί που την πη**σε σταματάει ξαφνικά και της λέει:
- Δε φαντάζομαι μετά το τριακοστό να πεθάνεις κι εσύ όπως η αγελάδα.
Τοτός!
Μια μέρα ήταν ο Τοτός και η αδελφή του η Τοτίνα.
Τα παιδιά πήγαιναν πάντα μαζί με τους γονείς τους όπου και αν πήγαιναν αυτοί. Μια μέρα λέει ο πατέρας στη μητέρα:
- "Τι μπελάς μας βρήκε ρε γυναίκα, αυτά τα παιδιά έρχονται συνέχεια όπου πάμε και εμείς, ούτε να γαμηθούμε μπορούμε."
Κάθονται και οι δύο σκεπτικοί και σε μια στιγμή ο πατέρας βρίσκει μια ιδέα:
- "Θα πλένεις εσύ τα πιάτα και θα έχεις τα παιδιά μαζί σου ενώ εγώ θα κάνω μπάνιο.
Θα σπάσεις ένα πιάτο και θα έρθεις μέσα στο μπάνιο και θα γαμηθούμε"
Πλένει η μαμά τα πιάτα, σπάει ένα πιάτο κάνει ότι κόπηκε και πάει στο μπάνιο για να το πλύνει. Κλειδώνει την πόρτα ο πατέρας και αρχίζουν να
Γαμιούνται!
Πάει και Τοτός και κοιτάει από την κλειδαρότρυπα να δει τι γίνεται. Βλέπει τον μπαμπά να γαμάει την μαμά.
Γυρνάει τότε ο Τοτός και λέει στην Τοτίνα:
- "Τοτίνα πρόσεχε μην σπάσεις κανένα πιάτο γιατί θα μας γαμήσει ο μπαμπάς!
Οι γονείς ενός τσοπάνη θέλουν να του κάνουν προξενιό με μια κοπέλα στο διπλανό χωριό.
Πάει η μητέρα του και του αγοράζει καινούργια ρούχα για να δείχνει περιποιημένος, και παίρνει και ένα μέτρο ύφασμα να του κάνει εσώρουχο.
Όμως το ύφασμα ήταν πολύ και περισσεύει το μισό μέτρο.
Φοράει ο τσοπάνης τα καινούργια ρούχα και είναι πολύ περήφανος και τα προσέχει. Έτσι στον δρόμο που πάει στην τουαλέτα, βγάζει το βρακί και το κρεμάει να μην λερωθεί, και ξεχνάει να το φορέσει, και μένει γυμνός κάτω από το παντελόνι.
Φτάνουν στο σπίτι της κοπέλας, βλέπονται, τα μιλάνε, τα συμφωνούνε και είναι έτοιμοι να πάνε για ύπνο.
Ο γαμπρός θέλει χαρούμενος να δείξει τα καινουργια βρακιά του, και κάνει μία χράτς και τα κατεβάζει!
- Ωωω! κάνει ο πεθερός.
Και λέει ο γαμπρός:
- Να σκεφτείτε ότι έχω κι άλλο μισό μέτρο σπίτι!