Έχει πάει ο Κωστίκας στο Λονδίνο και ταξιδεύει από Λονδίνο προς Πόρτσμουθ με το αυτοκίνητό του.
Στο ράδιο ακούει τραγούδια από κάποιον σταθμό του Λονδίνου.
Κάποια στιγμή ο ραδιοσταθμός σταματά το πρόγραμμα για να μεταδώσει μια έκτακτη είδηση:
- " Προσοχή προσοχή. Όσοι οδηγοί ταξιδεύουν από Πόρτσμουθ για Λονδίνο αυτή τη στιγμή και μας κάνουν ακρόαση να προσέχουν γιατί ένα αυτοκίνητο κινείται αντίθετα στο ρεύμα. "
Και ο Κωστίκας διερωτάται:
- " Τι λέει μωρέ ότι είναι ένα μόνο. Όλα κινούνται αντίθετα. "
Ήταν ένα ζευγάρι και από την ημέρα που γνωρίστηκαν βγαίνουν έξω σε μπαράκια, κλάμπ κτλ.
Αφού αραβωνιαστήκανε έβγαιναν λιγότερο. Μετά από κάνα δύο μήνες παντρεύτηκαν και έβγαιναν ακόμα πιο λίγο. Εεε, και μετά από ένα χρόνο κάναν ένα παιδί. Το παιδί όμως ήθελε προσοχή και έτσι δεν έβγαιναν καθόλου έξω. Αφού πέρασαν τα χρόνια το παιδί έγινε δύο χρονών έμαθε και να μιλάει. Μία μέρα λοιπόν γυρνάει ο άντρας και πετάει δύο εισιτήρια στο τραπέζι. Τα βλέπει η γυναίκα και διαβάζει :
Συναυλία "Rolling Stones" Το Σάββατο 22/7/06 και ώρα 19:00 (λέμε τώρα!)
Η γυναίκα βλέπει πως αυτή η ημερομηνία είναι η σημερινή! (λέμε τώρα!)
Και ρωτάει τον άντρα της :
"Δέ μου λες Μάκη. Τί είναι αυτά
Μάκης : Είναι τα εισιτήρια μας για την συναυλία!
Μαρία : Μα καλά, ποιός θα φροντίζει το μωρό;
Μάκης : Το φρόντισα και αυτό. Πήρα μια Ρωσίδα Νταντά.
Μαρία : Άχ Μάκη μου! Πόσο σε αγαπάω! Μετά από τόσο καιρό θα βγούμε!
Μετά από λίγες ώρες χτυπάει το τηλέφωνο.
Μαρία : Παρακαλώ.
Αγνωστη φωνή : Ναι! Εντω νταντα. Συγγνώμη μα ντεν μπορεί έρτει σήμερα. Γεια σας.
Μάκης : Ποιός ήτανε.
Μαρία : Η νταντά! Είπε πως δεν θα έρθει!
Μάκης : Έλα τώρα. Μην στενοχωριέσαι. Θα βάλουμε στο μωρό τον δίσκο με τα παραμύθια του και δεν θα πάρει χαμπάρι πως λείπουμε.
Μαρία : Αντε, καλά.
Αφού γυρνάνε σπίτι μετά την συναυλία ακούνε έξω από την πολυκατοικία "Θέλω! ΠΟΥΦ! ΘΕΛΩ! ΠΟΥΦ" Μπαίνουν στην πολυκατοικία και ακούνε "Θέλω! ΠΟΥΦ! ΘΕΛΩ! ΠΟΥΦ" Τρέχουν στο ασανσέρ και πάνε έξω από την πόρτα τους και ακούν "Θέλω! ΠΟΥΦ! ΘΕΛΩ! ΠΟΥΦ! Ανοίγουν γρήγορα την πόρτα και πάνε να δούν τι κάνει το μωρό και μπαίνουν μέσα στο δωμάτιο του μωρού και βλέπουν το γραμμόφωνο να είναι κολλημένο και να παίζει :
"Θέλετε να ακούσετε ένα παραμυθάκι;... Θέλετε να ακούσετε ένα παραμυθάκι;"
Και το μωρό φωνάζει :
"Θελω! Πουφ! Θελω! Πουφ!"
Ένας πλούσιος κάνει πάρτι δίπλα στην πισίνα του . Μετά από ώρες διασκέδασης , η μουσική σταματάει κι ο πλούσιος ανακοινώνει :
- Δίνω ένα εκατομμύριο δολάρια σ όποιον πάει απ την μια άκρη της πισίνας στην άλλη , κολυμπώντας ανάμεσα στους κροκόδειλους που έχει μέσα . Καμιά κίνηση . Όλοι φοβούνται .
- Δίνω δύο εκατομμύρια δολάρια κι ένα αυτοκίνητο σ όποιον κολυμπήσει μέσα στην πισίνα . Και πάλι κανείς δεν προσφέρεται . Ο πλούσιος όμως θέλει να διασκεδάσει .
- Δίνω τρία εκατομμύρια δολάρια , ένα αυτοκίνητο και μια όμορφη γυναίκα . Ακρα του τάφου σιωπή . Ο πλούσιος σκέφτεται , ρε μπας κι έχουμε κανέναν ανώμαλο εδώ μέσα ; - Δίνω τρία εκατομμύρια δολάρια , ένα αυτοκίνητο , μια όμορφη γυναίκα κι έναν πούσ** . Πλαφ ! πέφτει κάποιος μες στην πισίνα , κολυμπάει σαν πύραυλος και βγαίνει απ την άλλη μεριά λαχανιασμένος αλλά σώος . Μόλις πατάει στη γη το πρώτο πράγμα που φωνάζει είναι :
- Τον πούσ** , φέρτε μου τον πούσ** ! - Ηρέμησε , φίλε μου , θα στον φέρουμε .
- Τον πούσ** θέλω , σας λέω , φέρτε μου τον πούσ** ! - Μα θα στον φέρουμε , τι κάψα είν αυτή ; του λέει ο πλούσιος .
- Τον πούσ** θέλω , που μ έσπρωξε στην πισίνα , αυτόν τον πούσ** θέλω !
Ένας γύφτος παντρεύει την κόρη του και οργανώνει τα του γάμου.
Ψάχνει και βρίσκει μια γύφτικη κομπανία της περιοχής και τους λέει:
"Τέλω να τραγκουντήσιτι στο γκάμο. Από το πρωί που τα ντύνιτι η νύφη μέχρι το γλέντι. Αλλά τέλω να τραγκουντήσιτι κι ένα τραγκούντι για
"Αίματα" όταν τα βγουν τα σιντόνια με τα αίματα το άλλο πρωί"
Πράγματι, την ημέρα του γάμου οι γύφτοι από το πρωί τραγουδούσαν τη νύφη, το απόγευμα όταν ντυνόταν και μετά όλο το βράδυ στο γλέντι.
Όταν πήγαν ο γαμπρός και η νύφη να κοιμηθούν αυτοί έμειναν κάτω από το μπαλκόνι και περίμεναν μέχρι το πρωί να ξυπνήσουν, να βγουν τα ματωμένα σεντόνια και να τραγουδήσουν το τραγούδι με τα "αίματα".
Αργά το πρωί ανοίγουν τα εξώφυλλα και ο γαμπρός απλώνει τα ματωμένα σεντόνια στα κάγκελα του μπαλκονιού.
Και η γύφτικη κομπανία αρχίζει να τραγουδά:
"Εματα πως είσαι μάγκας, είσαι και μερακλής"
Είναι ένας τύπος, εντελώς μαμάκιας, κολλημένος δηλαδή με τη μάνα του... Και κάποια στιγμή αποφασίζει να παντρευτεί.
Η γυναίκα του, του μαγειρεύει, και όταν αυτός γυρίζει από το γραφείο και δοκιμάζει το φαγητό λέει:
- Καλό το φαγητό που μαγείρεψες, γυναίκα, αλλά της μαμάς είναι καλύτερο!
Η γυναίκα του σιδερώνει αλλά όταν αυτός γυρίζει από το γραφείο λέει:
- Καλά σιδερώνεις, γυναίκα, αλλά η μαμά μου τα ρούχα τα κολλάριζε!
Η γυναίκα του συγυρίζει το σπίτι αλλά όταν αυτός γυρίζει από το γραφείο λέει:
- Ωραία έχεις τακτοποιήσει το σπίτι, αλλά η μαμά μου όταν συγύριζε το διακοσμούσε κιόλας...!
Τα παίρνει κι η γυναίκα του μια μέρα, και πάει σε ένα μαγαζί και αγοράζει κάτι σέξι μαύρα εσώρουχα, ζαρτιέρες, στριγκ κ. Λ. Π. Σκέφτεται, θα τα φορέσω, θα ανάψω κεριά, θα βάλω απαλή μουσική και θα τον περιμένω. Τι στο καλό, θα την ξεχάσει τουλάχιστον για απόψε τη μάνα του...
Με το που γυρίζει ο τύπος από το γραφείο βλέπει τα φώτα στο σπίτι κλειστά, και τη γυναίκα του με τα μαύρα εσώρουχα και τρελαίνεται...
- Γιατί φοράς μαύρα; Έπαθε τίποτα η μάνα μου;!
Ήταν μια φορά, 2 μπο***λα το ένα απέναντι από το άλλο. Το ένα είχε συνέχεια δουλειά, ενώ στο άλλο βάραγαν μύγες. Αναρωτιέται η τσατσά τι τρέχει και δεν έχει δουλειά. Και καθαρό μπο***λο έχω, και ωραίες κοπέλες έχω, λέει, γιατί όμως δεν έρχεται κανείς;
Φωνάζει το μπράβο.
- "Μήτσο, πήγαινε απέναντι και κάνε τον πελάτη, να μου πεις γιατί έχει τόση δουλειά και εμείς όχι."
Πηγαίνει απέναντι λοιπόν. Χλιδή, καθαρά, και ωραίες πο***νες.
Έρχεται η τσατσά:
- "Τι θα θέλατε;"
- "Τι προσφέρετε εσείς;", ρωτάει ο Μήτσος.
- "Τα πάντα. Πισωκολλητό, απλό, παρτούζες, στάσεις 69, και φυσικά τσι***κι με τραγούδι!"
- "Τσι***κι με τραγούδι; δηλαδή", ρωτάει ο Μήτσος;
- "Θα σας παίρνει τσ***κι η κοπέλα και ταυτόχρονα θα σας τραγουδάει!"
- "Και πως γίνεται αυτό;"
- "Μυστικό!"
- "Καλά, λέει, αυτή την κοπέλα θέλω."
Μπαίνει στο δωμάτιο, έρχεται και η κοπέλα. Τον ρωτάει:
- "Τι θέλετε να ακούσετε.
- "Ρουβά", λέει αυτός.
Εντάξει λέει η κοπέλα, τον ξαπλώνει στο κρεβάτι, σβήνει το φως, αρχίζει να του παίρνει τσι****κι και να του τραγουδάει Ρουβά.
Τελειώνει, πληρώνει, και πηγαίνει στο μπο***λο που δουλεύει και λέει στην τσατσά ότι υπάρχει μια κοπέλα που του πήρε τσιμπούκι και ταυτόχρονα τραγουδούσε!
- "Πώς το έκανε", τον ρωτάει;
- "Δεν ξέρω, γιατί είχε σβήσει το φως."
- "Να πας ξανά", του λέει, "και να μάθεις."
Ξαναπηγαίνει, παίρνει την ίδια κοπέλα.
- "Τι θέλετε να ακούσετε τώρα;"
- "Καζαντζίδη."
- "Εντάξει", λέει. Αρχίζει το τσιi***κι και να τραγουδάει.
Ξαφνικά ο Μήτσος ανάβει το φως και βλέπει πάνω στο κομοδίνο ένα γυάλινο μάτι!
Ο Γιορίκας, οδηγός μιας νταλίκας, τρέχει στην εθνική και γεμάτος χαρά τραγουδάει:
"Με λένε Γιορίκα και οδηγώ νταλίκα"
. Ξαφνικά, βλέπει μια καλόγρια να του κάνει ωτοστόπ! Σταματάει κι εκείνη τον παρακαλεί να την πάρει μαζί του. Ο Γιορίκας γλείφεται και ξαναγλύφεται κοιτάζοντας την και κάποια στιγμή της λέει:
"Τι ωραίο στήθος είναι αυτό που έχεις; μπορώ να το πιάσω λίγο;"
"Μια στιγμή τέκνο μου να δω αν το επιτρέπει η Βίβλος" λέει εκείνη.
"Όχι, όχι, απαγορεύεται" του λέει αφού την έχει ξεφυλλίσει. Εκείνος απτόητος συνεχίζει να τραγουδάει "με λένε Γιορίκα και οδηγώ νταλίκα"
. Σε λίγο της λέει ξανά:
"Τι ωραίο κυλοτάκι φοράς; μπορώ να το χαϊδέψω λίγο;"
" μια στιγμή τέκνο μου -λέει εκείνη- να δω αν το επιτρέπει η Βίβλος".
"Οχι,οχι απαγορεύεται κι αυτό"
. Ξανά το ρίχνει στο τραγούδι ο Γιορίκας! Σε λίγο της λέει:
"Τι ωραίο ποπό που έχεις, μπορώ να τον πιάσω λίγο; "
Ξανά ξεφυλλίζει η καλόγρια τη Βίβλο ψάχνοντας να βρει αν το επέτρεπε! Γεμάτη χαρά του λέει:
"Ααα, αυτό το επιτρέπει!" Κι ο Γιορίκας δεν χάνει την ευκαιρία, πιάνει τον ποπό της, κατεβαίνουν και απο το αυτοκίνητο κάνουν τη "δουλειά"
Τους και γεμάτος χαρά ξεκινάνε για τον προορισμό τους. Όταν πια έφτασαν και η καλόγρια τον χαιρέτησε, ο Γιορίκας τη ρωτάει:
"Δεν μου είπες πώς σε λένε όμως και περάσαμε τόσα πολλά μαζί!".
Και η καλόγρια απαντά:
"Με λένε Μικέ και πάω σε μασκέ!".
Ένας τύπος μπαίνει σε ένα πιάνο-μπαρ και παραγγέλνει ένα ουίσκυ.
Ενώ το πίνει ήσυχος, εντελώς ξαφνικά εμφανίζεται μια μαϊμού, ανεβαίνει στην μπάρα, βουτάει τα παπάρια της στο ουίσκυ του και εξαφανίζεται.
Έκπληκτος ο τύπος ρωτάει τον διπλανό του αν είδε την σκηνή αυτή και εκείνος του απαντά:
- Αυτή είναι η μαϊμού του πιανίστα. Την φέρνει καμμιά φορά εδώ...
- Καλά, πρέπει σώνει και καλά να την κουβαλάει μαζί του την κωλο-μαϊμού; Τι σίχαμα!, απαντάει ο πρώτος θυμωμένος.
Ο δεύτερος, συμμεριζόμενος τα νεύρα του πρώτου, του λέει:
- Εγώ στη θέση σου θα πήγαινα στον πιανίστα και θα του ζητούσα τον λόγο!
Οπότε ο πρώτος, ακολουθώντας τα λόγια του δεύτερου, πηγαίνει στον πιανίστα και του λέει:
- Η μαϊμού σου βούτηξε τα παπάρια της στο ουίσκυ μου. Και συμπληρώνει: Το ξέρεις;
Οπότε παίρνει την εξής απάντηση από τον πιανίστα:
- Δεν το ξέρω το συγκεκριμένο, αλλά αν μου το τραγουδίσεις λίγο μπορώ να το παίξω!
Το λοιπόν γινόταν ένας γάμος στην Κρήτη, αλλά έγινε καυγάς χοντρός.
Παραλίγο να γίνουν και φονικά αλλά επενέβη η αστυνομία.
Μετά πάνε όλοι στο τμήμα, (ήρθε και ο Γόρτυς)
Για ανακρίσεις και εξετάσεις της υπόθεσης.
"Τι έγινε;" λέει ένας μπάτσος με μουστάκι τσιγκελωτό.
"Να σας πω κύριε πόλισμάν μου" λέει ο κουμπάρος.
"Χόρευα με την νύφη ένα χορό,
Αλλά η μουσική δεν σταματούσε και συνέχισα να χορεύω
Και δεύτερο και τρίτο τραγούδι.
Τότε σηκώνεται ο γαμπρός και δίνει μια κλωτσιά
Στα . . . απόκρυφα της νύφης.
Ε, μου έσπασε τρία δάχτυλα."