Μια 45χρονη γυναίκα έπαθε καρδιακή προσβολή και τη μεταφέρανε επειγόντως στο νοσοκομείο. Ενώ ήταν στο χειρουργείο, είχε μια υπερφυσική εμπειρία. Βλέποντας το Θεό, τον ρώτησε...
- Ηρθε η ώρα μου;
Εκείνος απάντησε:
- Οχι, έχεις να ζήσεις ακόμη για 43 έτη, 2 μήνες και 8 ημέρες.
Αφού ανάρρωσε, η γυναίκα αποφάσισε να παραμείνει στο νοσοκομείο και έκανε πλαστική προσώπου, λιπαναρρόφηση, μεγένθυνση μαστών και αφαίρεση κοιλιακού λίπους. Μάλιστα, κάλεσε και κομμώτρια να έρθει να της αλλαξει τα μαλλιά και έναν ορδοδοντικό να της κάνει "λίφτιγκ δοντιών". Σκέφθηκε, αφού είχε τόσο καιρό μπροστά της, ας τον ζούσε με τον καλύτερο τρόπο. Μετά την τελευταία της πλαστική εγχείριση και, αφού ανάρρωσε, βγήκε από το νοσοκομείο, πέρασε το δρόμο και την πάτησε ένα ασθενοφόρο. Περνώντας την πύλη του παραδείσου και φθάνοντας μπροστά στον Θεό, απαίτησε να μάθει τι συνέβη:
- Εσύ μου είπες ότι είχα ακόμη 43 χρόνια! Γιατί δεν με έσωσες από το ασθενοφόρο;
Κι εκείνος απάντησε...
- Δεν σε αναγνώρισα...
- Μωρό μου; Να σου καθαρίσω ένα μηλαράκι; / Εύα.
- Και μην τολμήσεις να έρθεις αν δεν μου βρεις την ενυδατική κρέμα που σου έγραψα στον πάπυρο / Πηνελόπη.
- Αν πεινάσεις, έχει φαγητό στο φούρνο. Εγώ και τα παιδιά θα αργήσουμε / Μήδεια.
- Αντε τελείωνε! Πλύνε τα χέρια σου και έλα να φας πριν κρυώσει το φαγητό / Η Μητέρα του Πόντιου Πιλάτου.
- Μωρό μου, είδα έναν υπέροχο χιτώνα. Μόνο τριάντα αργύρια! / Η γυναίκα του Ιούδα.
- Οσάμα, θα πάω στην Νέα Υόρκη με την μαμά - με διαφορετικές όμως πτήσεις / Η Κυρία Μπιν Λάντεν.
- Τζουτζούκο μου αυτά τα σαπουνάκια Μασσαλίας μου ξηραίνουν το δέρμα και δεν κάνουν αφρό / Εύα Μπράουν 1940
- Αγάπη, σήμερα λέω να πάρουμε το κάμπριο / Τζάκι Κέννεντι 1963
- Και ποιος είναι δηλαδή ο Μάο να έχει τοίχο και εμείς όχι; / Κυρία Ούλμπριχτ 1961
- Γιώργο, ο αχαϊρευτος ο γιος μας πάλι δεν μπήκε στο Πολυτεχνείο. Πρέπει να βρούμε ένα τρόπο για να μπει! / Δέσποινα Παπαδοπούλου 1973
Ήταν ένας πάμπλουτος ελληνοαμερικάνος που μετά από 40 και βαλέ χρόνια στο Αμερίκα αποφασίζει να γυρίσει στο Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα στο χωριό του που το είχε νοσταλγήσει!
Αφού έφτασε στο χωριό του αποφάσισε να πάει να κάνει μια βόλτα να θυμηθεί τα μέρη οπού έπαιζε όταν ήταν παιδί! Εκεί λοιπόν που προχωρούσε σε ένα λιβάδι βλέπει έναν νέο περίπου στα 25 να κάθεται κάτω από ένα δέντρο, με το τσιγάρο του και την φραπεδιά του, και να ρεμβάζει! Πλησιάζει λοιπόν ο ελληνοαμερικάνος και του λέει:
- Καλά εσύ νέο παιδί και κάθεσαι και τεμπελιάζεις; Γιατί δεν πας να βρεις μια δουλεία; Νέος: και γιατί να βρω δουλεία ρε γέρο;
Ελλ.: Μα για να κάνεις λεφτά φυσικά.
Νέος: Και άμα κάνω λεφτά τι θα γίνει;
Ελλ: Μετά θα κάνεις κι άλλα λεφτά και θα αποκτήσεις την δική σου δουλειά.
Νέος: Ε ναι ωραία και μετά;
Ελλ: Μετά θα κάνεις πιο πολλά λεφτά και θα κάνεις και επιχείρηση όπως έκανα και εγώ!
Νέος: Ναι ρε μπάρμπα, απαντά τσαντισμένος ο νέος, μετά τι θα γίνει.
Ελλ: Μετά, αφού θα κουραστείς πολύ πρώτα, θα μεγαλώσεις τις επιχειρήσεις σου και θα έχεις πολλά λεφτά.
Νέος: Οκ και μετά τι;
Ελλ.: Μετά θα κάθεσαι.
Νέος: Και γιατί ρε μπάρμπα, απαντά ο νεοέλληνας, εγώ τώρα τι κάνω;