Skip to main content
Ήτανε ένας ζητιάνος έξω από μία πολυκατοικία, και κανείς δεν του έδινε λεφτά.
Μόνο ένας κύριος, κάθε φορά που τον έβλεπε του έδινε 2 ευρώ.
Μετά από έναν χρόνο όμως, ο κύριος το μείωσε και του έδινε 1,5 ευρώ.
Μετά από κάνα εξάμηνο μειώθηκε στο 1 ευρώ, και...
Μετά πάλι μειώθηκε, ώσπου τελικά δεν του έδινε τίποτε.
Τον πιάνει λοιπόν μία μέρα ο ζητιάνος και τον ρωτάει:
- Γιατί δεν μου δίνεις πια καθόλου λεφτά;
- Κοίτα, λέει ο κύριος, στην αρχή παντρεύτηκα και στριμώχτηκα λίγο. Ύστερα ήρθε και το πρώτο παιδί και ξόδεψα πολλά λεφτά... Ε, μετά έκανα και το δεύτερο, και...
- Καλά ρε μ..., τον διακόπτει ο ζητιάνος, με τα δικά μου τα λεφτά θα κάνεις εσύ παιδιά;
Σ ένα μπαρ στον 30ό όροφο ενός ουρανοξύστη καθόντουσαν και τα έπιναν 2 τύποι. Ξαφνικά, γυρνάει ο ένας και λέει στον άλλο:
- Ρε φίλε, βάζουμε στοίχημα 20.000 ότι τώρα όπως είμαστε, μπορώ να ανοίξω το παράθυρο, να βγω έξω και ο αέρας να είναι τόσο δυνατός ώστε να αποτρέψει το πέσιμό μου;
- Μέσα, λέει ο άλλος απορώντας.
Πράγματι, ανοίγει το παράθυρο ο πρώτος, βγαίνει έξω, στέκεται στον αέρα και ξαναμπαίνει μέσα εισπράττοντας τα 20 χιλιάρικα από τον έκπληκτο θαμώνα. "Αφού το έκανε αυτός, τότε μπορώ να το κάνω και εγώ" σκέφτεται ο δεύτερος.
- Ει φίλε, πάμε στοίχημα 40.000 ότι μπορώ να κάνω το ίδιο!
- Μέσα, λέει ο πρώτος.
Σίγουρος για τον εαυτό του ο δεύτερος ανοίγει το παράθυρο και βγαίνει έξω πέφτοντας 30 πατώματα προς το θάνατό του. Τότε γυρνάει ο μπάρμαν στον πρώτο τύπο και του λέει:
- Α ρε Souperman, τι κακός που είσαι όταν είσαι μεθυσμένος!
Πάει ενας τύπος με τη γυναίκα του σε ένα σουβλατζίδικο, πάει στον μάγειρα και του λέει:
- Κοίτα φίλε, θέλω πέντε μερίδες. Μια γύρο, που ο γύρος να μην είναι ψημένος απο την κάτω μεριά, με χθεσινές πατάτες, ανάλατες και καμένη πίτα. Η δεύτερη θέλω να είναι μπιφτέκι που θα είναι ωμό και απο τις δυο πλευρές, ανάλατες και καμμένες πατάτες και ληγμένη μουστάρδα. Η τρίτη θέλω να είναι αρνάκι με καμμένο ρύζι, ωμή πίτα και το κοντοσούβλι απο πάνω ξεροψημένο και απο κάτω ωμό. Η τέταρτη θέλω να είναι κοτομπουκιές, με κομμάτια λίπους μέσα, καμμένες στο κάτω μέρος και παγωμένη πίτα, και η πέμπτη θέλω να είναι σουβλάκι καμμένο και ζαρωμένο, με πολύ αλάτι, χθεσινές πατάτες και ωμή ζύμη.
- Μα τι λέτε κύριε; λέει αναστατωμένος ο μάγειρας. Πώς να τα κάνω όλα αυτά;
Και απαντάει ο τύπος:
- Την προηγούμενη φορά που τα έκανες έτσι χωρίς να στο ζητήσουμε εύκολο ήταν;
Τρεις δικηγόροι και τρεις γιατροί, πρέπει να παρακολουθήσουν ένα συνέδριο σε μια επαρχιακή πόλη και ο μόνος τρόπος για να πάνε εκεί, είναι με το τραίνο. Στον σταθμό, οι τρεις γιατροί βγάζουν τρία εισιτήρια και βλέπουν τους δικηγόρους να βγάζουν μόνο ΕΝΑ εισιτήριο.
- Πώς θα ταξιδέψετε, τρία άτομα, με μόνο ένα εισιτήριο;
- Κοιτάξτε και θα δείτε, απαντάει ο ένας από τους δικηγόρους.
Ανεβαίνουν στο τραίνο και οι γιατροί κάθονται στις θέσεις τους και παρακολουθούν τους δικηγόρους να στριμώχνονται σε μια τουαλέτα και να κλείνουν την πόρτα πίσω τους.
Το τραίνο αναχωρεί και λίγο αργότερα, ο εισπράκτορας φτάνει για να ελέγξει τα εισιτήρια. Χτυπά την πόρτα της τουαλέτας και φωνάζει Eισιτήρια, παρακαλώ. Η πόρτα ανοίγει και ένα χέρι βγαίνει από μέσα με το εισιτήριο. Ο εισπράκτορας το ακυρώνει και φεύγει. Αμέσως μετά, οι δικηγόροι βγαίνουν και κάθονται στις θέσεις.
Οι γιατροί το βλέπουν αυτό και συμφωνούν ότι είναι πολύ έξυπνη ιδέα. Έτσι, μετά το συνέδριο, αποφασίζουν να αντιγράψουν τους δικηγόρους και στον σταθμό, βγάζουν μόνο ένα εισιτήριο, για το ταξίδι της επιστροφής. Βλέπουν όμως τους δικηγόρους, οι οποίοι δεν αγόρασαν ΚΑΝΕΝΑ εισιτήριο αυτήν την φορά.
- Πώς θα ταξιδέψετε στο τραίνο χωρίς καν εισιτήριο;
- Κοιτάξτε και θα δείτε.
Ανεβαίνουν στο τραίνο. Οι τρεις γιατροί στριμώχνονται σε μια τουαλέτα και οι δικηγόροι σε μιαν άλλη κοντινή. Το τραίνο αναχωρεί. Λίγο αργότερα, ένας από τους δικηγόρους βγαίνει από την τουαλέτα τους, περπατά προς την τουαλέτα των γιατρών, σταματά, χτυπά την πόρτα και λέει:
- Eισιτήρια, παρακαλώ...
Πεθαίνει ένας πλούσιος πατέρας και αφήνει μια μεγάλη κληρονομιά στους δυο γιους του.
Συναντιέται, λοιπόν, ο μεγάλος με το μικρό να συζητήσουν τη μοιρασιά:
Μεγάλος: Λοιπόν αδελφάκι μου, εγώ δεν θέλω να σ αδικήσω. Ακου, λοιπόν, την πρότασή μου κι αν διαφωνείς τη ξανασυζητάμε. Λοιπόν, τη βίλλα στην Κηφισιά θα την πάρω εγώ, τη γκαρσονιέρα στην Καλλιθέα θα την πάρεις εσύ.
Μικρός: Εντάξει, φιλάκια!
Μεγάλος: Τη Φεράρι του μπαμπά, θα την πάρω εγώ, το φιατάκι εσύ.
Μικρός: Εντάξει φιλάκια!
Μεγάλος: Τη Χάρλευ του μπαμπά θα την πάρω εγώ, τη βέσπα εσύ.
Μικρός: Εντάξει φιλάκια!
Μεγάλος: Το κότερο του μπαμπά θα το πάρω εγώ. Το φουσκωτό εσύ.
Μικρός: Εντάξει φιλάκια!
Μεγάλος: Την πολυκατοικία στο Χολαργό, θα την πάρω εγώ. Τη μονοκατοικία στον Ταύρο, εσύ.
Μικρός: Εντάξει φιλάκια!
Μεγάλος: Τα μαγαζιά στη στοά της Πανεπιστημίου θα τα πάρω εγώ, τα μαγαζιά στο Μπουρνάζι εσύ.
Μικρός: Εντάξει φιλάκια!
Μεγάλος: Τους λογαριασμούς στην Ελβετία θα τους πάρω εγώ. Τους λογαριασμούς στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος εσύ.
Μικρός: Εντάξει φιλάκια!
Μεγάλος: Το εξοχικό στη Μύκονο θα το πάρω εγώ. Το σπιτάκι στο Αγκίστρι εσύ.
Μικρός: Εντάξει φιλάκια!
Μεγάλος: Τα κτήματα στην Κρήτη θα τα πάρω εγώ. Τα ξερικά στη Μάνη εσύ.
Μικρός: Εντάξει φιλάκια!
Ο μεγάλος βρήκε από την αρχή παράξενη τη συμπεριφορά του αδελφού του και τον κοιτούσε παράξενα κάθε φορά που έστελνε φιλάκια. Στο τέλος δεν συγκρατήθηκε και ρώτησε περίεργος:
Μεγάλος: Καλά βρε αδελφάκι μου, εγώ τόση ώρα σε αδικώ κι εσύ το μόνο που έχεις να μου πεις είναι "φιλάκια".
Μικρός: Ναι βρε αδελφάκι μου, το κατάλαβα ότι θα γαμηθούμε για την περιουσία και είπα ν αρχίσω τα προκαταρκτικά μια ώρα αρχύτερα.
Μπαίνει ένας τύπος σε ένα μπαρ και έχει στον ώμο του έναν γύπα!
Λέει στον μπάρμαν:
- Μια βότκα δικιά μου, μια τεκίλα για το γύπα, ένα δικό σου και κέρασε όλο το μαγαζί!
Σε 10 λεπτά του την έχουν πέσει οι τρεις καλύτερες γκόμενες !
Αφήνει 200 ευρώ φιλοδώρημα, παίρνει τις γκόμενες και φεύγει...
Το άλλο βράδυ πάλι το ίδιο σκηνικό. Ο τύπος με το γύπα στον ώμο κερνάει όλο το μαγαζί, του την πέφτουν οι καλύτερες γκόμενες, τις παίρνει και φεύγοντας αφήνει και 100 ευρώ πουρμπουάρ...
Μετά από μια βδομάδα κι αφού γινόταν κάθε βράδυ το ίδιο σκηνικό, ο μπάρμαν τον ρωτάει:
- Συγγνώμη κύριε μου, αλλά με έχει φάει η περιέργεια. Κάθε βράδυ έρχεστε, σκορπάτε τόσα χρήματα, σας την πέφτουν οι καλύτερες γκόμενες και έχετε και αυτόν τον γύπα στον ώμο...
- Κοίταξε Τάκη, του λέει ο τύπος. Πριν από λίγο καιρό εκεί που περπατούσα βρήκα στο δρόμο ένα λυχνάρι. Μόλις το έτριψα βγήκε ένα τζίνι και μου είπε ότι θα μου πραγματοποιήσει τρεις επιθυμίες. To πρώτο που του ζήτησα ήταν να μην αδειάζουν ποτέ οι τσέπες μου από λεφτά...
Το δεύτερο ήταν να μου την πέφτουν πάντα οι ωραιότερες γυναίκες...
- Και το τρίτο ; τον ρωτάει ο μπάρμαν.
- Το τρίτο που του ζήτησα ήταν να μου δώσει ένα μεγάλο πουλί...
Και μου δωσε αυτον τον μαλακα!
- Μία οικογένεια πάει διακοπές στο παραθαλάσσιο εξοχικό της.
Δίπλα στο εξοχικό χτίζεται ένα άλλο. Η εξάχρονη κορούλα δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κατασκευή του νέου κτηρίου και τη διασκεδάζει να κάνει παρέα και να συζητάει με τους μαστόρους.-Οι μαστόροι, καλόκαρδοι άνθρωποι, τη βλέπουν σαν τη μασκότ τους, την παίζουν, την πειράζουν, την κερνούν μεζέδες την ώρα της ανάπαυλας και τη βάζουν να κάνει και καμιά μικροδουλίτσα, έτσι για να την κάνουν να αισθάνεται σημαντική.-Μόλις συμπλήρωσε η μικρή μια βδομάδα "εργασίας", της έδωσαν 1 ευρώ για πληρωμή. Η μικρή έσπευσε στη μάννα της και της έδειξε περήφανη τα κέρδη από την εργασία της.- Η μάνα περήφανη κι αυτή για την κόρη της, που άρχισε από τόσο μικρή να αντιλαμβάνεται πως ζουν οι ενήλικες. Tην πείθει να ανοίξει ένα λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και να καταθέσει το μισθό της εκεί.-Πηγαίνουν, λοιπόν, στην τράπεζα και όπως ήταν φυσικό ο ταμίας εξεπλάγη από το γεγονός ότι ένα κοριτσάκι κερδίζει τον πρώτο του μισθό σε τόσο μικρή ηλικία. Το κοριτσάκι του λέει περήφανα:
"Βοήθησα μια ολόκληρη βδομάδα τους χτίστες να χτίσουν ένα σπίτι"."Μπράβο.- λέει ο ταμίας- Είσαι πολύ άξιο κορίτσι. Θα δουλέψεις και την επόμενη εβδομάδα;"
Και απαντά το κοριτσάκι :
- "Εάν ο πούστης ο προμηθευτής μας φέρει εκείνα τα γαμημένα τα τούβλα, ναι"