Ένας τύπος σε ένα ταξί θέλει να πει κάτι στον ταξιτζή.
Όπως είναι από πίσω του λοιπόν, κάνει λίγο μπροστά και τον χτυπάει ευγενικά στον ώμο με τα δάχτυλα. Ο ταξιτζής τρελαίνεται! Χάνει τον έλεγχο του αμαξιού, πέφτει πάνω σε ένα σκουπιδοτενεκέ, ανεβαίνει το πεζοδρόμιο, περνάει ξυστά από μία γριούλα και σταματάει λίγα εκατοστά μπροστά από μια βιτρίνα σε ένα μαγαζί. Γυρίζει στον πελάτη έξαλλος και του λέει:
- Είσαι τρελός; Κόντεψα να τα κακαρώσω!
- Μα κύριε, απλά σας ακούμπησα λίγο στον ώμο για να σας μιλήσω.
- Ναι ξέρετε, δίκιο έχετε, αλλά είναι πρώτη μέρα που δουλεύω ταξιτζής. Τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια οδηγούσα νεκροφόρα!
Πάει ένας τύπος σε ένα μαγαζί με εκκλησιαστικά είδη. Εκεί λοιπόν που χάζευε, βλέπει σε μινιατούρα την εκκλησία της Αγ. Σοφίας.
- Πόσο κάνει αυτό το σπιτάκι; ρωτάει τον μαγαζάτορα.
- Ρε άσχετε, αντίχριστε, δεν είναι σπιτάκι! Η εκκλησία της Αγ. Σοφίας είναι, απαντάει ο μαγαζάτορας. Τέλος πάντων 900 ευρώ κάνει, απαντάει όλο νεύρα...
- Ααα, πολύ ακριβή είναι! Δεν την θέλω!
Λίγο πιο δίπλα, βλέπει ένα καντήλι και λέει:
- Ωραίο αυτό το κεράκι, πόσο κάνει;
Ξανανευριάζει ο μαγαζάτορας και λέει:
- Δεν είναι κεράκι, καντήλι είναι αντίχριστε, και κάνει 500 ευρώ!
- Ααα, πολύ ακριβό είναι! Δεν το θέλω!
Πάει λίγο πιο πέρα, και βλέπει ένα σταυρό με τον Χριστό και λέει:
- Ωραίος αυτός ο σταυρός, πόσο έχει;
Ενθουσιασμένος ο μαγαζάτορας που επιτέλους αναγνώρισε κάτι, λέει:
- Ευτυχώς, ξέρεις και κάτι από θρησκεία, θα στον δώσω 1 ευρώ...
Και λέει ο κύριος:
- Μαζί με αυτόν τον τύπο επάνω;
Σε ένα χωριό ζούσε ένας άνθρωπος, ο Κίτσος, ο οποίος είχε την ικανότητα να σπάει καρύδια με το πουλί του.
Αράδιαζε τα καρύδια στο τραπέζι, τα χτύπαγε με το πουλί του και τα καρύδια έσπαζαν. Τα χρόνια πέρασαν και το όνομα του μπάρμπα Κίτσου έγινε θρύλος. Ένας δημοσιογράφος από την Αθήνα άκουσε την ιστορία του και αποφάσισε να κάνει ένα ρεπορτάζ σχετικά με το θέμα. Ξεκίνησε λοιπόν με το επιτελείο του για το χωριό. Όταν έφτασε συνάντησε κάποιον ντόπιο και τον ρώτησε.
- Μήπως γνωρίζετε την ιστορία του μπάρμπα Κίτσου;
- Ανθρωπέ μου, είσαι τυχερός, γιατί ο μπάρμπα Κίτσος ακόμα ζει. Μπορείς να μάθεις την ιστορία του από τον ίδιο. Θα τον βρεις στο τελευταίο σπίτι του χωριού.
Ο δημοσιογράφος πηγαίνει στο σπίτι του μπάρμπα Κίτσου και στην αυλή βλέπει έναν γεράκο 90 χρονών να σπάει με το πουλί του μεγάλες καρύδες.
Κατάπληκτος ο δημοσιογράφος τον ρωτά:
- Μπάρμπα Κίτσο, είναι δυνατόν όσο ήσουνα νέος και είχες όλες τις δυνάμεις σου να σπας καρύδια, ενώ τώρα που έγινες χούφταλο να σπας ολόκληρες καρύδες; Που είναι και πιο μεγάλες, και πολύ πιο σκληρές;
- Εεε, με πήραν τα χρόνια παιδάκι μου. Δεν βλέπω πια καλά...
Ναυαγούν σ ένα ξερονήσι ένας Γερμανός, ένας Γάλλος κι ένας Πόντιος. Ως εκ φύσεως πιο οργανωτικός, ο Γερμανός αναλαμβάνει να καταστρώσει ένα σχέδιο για να σωθούν. Προσπαθεί λοιπόν με σπαστά αγγλικά να συνεννοηθεί με τους άλλους.
- First we gather things. I bring water. You, λέει του Γάλλου, food. Ok?
- Ok.
Γυρνάει και στον Πόντιο.
- You supplies. Ok?
- Ok.
- We meet here twelve oclock tomorrow.
Φεύγουν λοιπόν προς διαφορετικές κατευθύνσεις για να βρει ο καθένας ό,τι είχε αναλάβει. Την άλλη μέρα κατά τις 11.30 φτάνει ο Γερμανός στο προσυμφωνημένο σημείο με φλασκιά γεμάτα γλυκό νερό, και ύστερα από 5-10 λεπτά και ο Γάλλος με φρούτα καρπούς και φέτες κρέας. Περιμένουν λοιπόν τον Πόντιο, ο οποίος δεν έχει φανεί, με κάποια ανησυχία. Φτάνει 12 παρά δέκα, παρά 5, παρά 3, πουθενά! Ώσπου στις 12 ακριβώς πετάγεται πίσω από έναν θάμνο με τα χέρια προτεταμένα και φωνάζει:
" Σαπλάιζ!"
Η ηχώ.
Καταφέρνουν δύο Εβραίοι να αποδράσουν από το στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Οι Εβραίοι τρέχουν, ενώ έχουν πάρει χαμπάρι την περίπολο που τους κυνηγάει.
Τρέχοντας συναντούν μία διχάλα στον δρόμο με δύο ταμπέλες. Η μία γράφει "Προς Βουνό" και η άλλη "Προς Χωριό".
Αποφασίζουν να πάνε στο χωριό μήπως και τους βοηθήσει κανένας, αλλά μετά συνειδητοποιούν ότι ο κόσμος θα φοβάται, και μια και ακούν την περίπολο να ζυγώνει αποφασίζουν να κρυφτούν στο πηγάδι.
Γυρνάει ο ένας και λέει στον άλλο:
- Κοίτα να δεις, για να μην μας πάρουν χαμπάρι θα κάνω την ηχώ και όλα καλά.
Φτάνει η περίπολος, βλέπουν τις ταμπέλες, και το πηγάδι και συζητούν.
- Που να έχουν πάει τα γουρούνια;
Ακούγεται από το πηγάδι:
- Τα γουρούνιαααα... τα γουρούνιαααα...
- Που να είναι τα καθίκια;
Ακούγεται πάλι από το πηγάδι:
- Τα καθίκιαααα... τα καθίκιαααα...
- Μήπως είναι στο βουνό;
- Στο βουνόοοο... στο βουνόοοο...
- Μήπως είναι στο πηγάδι;
- Στο βουνόοοο... στο βουνόοοο...