Skip to main content
Ένας Γενικός Διευθυντής μιας εταιρίας, επιβιβάζεται στο τρένο μαζί με έναν νεαρό υπάλληλο του για να πάνε Θεσσαλονίκη.
Δεν μπορούν να βρουν όμως άλλο μέρος να καθίσουν, εκτός απο ένα βαγόνι όπου απέναντι τους κάθεται μία γιαγιά με την όμορφη εγγονή της. Ύστερα απο λίγο, είναι φανερό ότι υπάρχει ενδιαφέρον μεταξύ των δυο νεαρών, απο τις ματιές που ανταλλάζουν. Στο ύψος της Λαμίας, το τρένο περνάει μέσα απο ένα τούνελ και στο βαγόνι γίνεται πίσσα σκοτάδι. Ξαφνικά, ακούγεται ο ήχος ενός φιλιού και ο θόρυβος απο ένα δυνατό χαστούκι. Όταν το τρένο βγαίνει απο το τούνελ, και οι τέσσερις κάθονται όπως πριν, αμίλητοι. Η γιαγιά σκέφτεται μέσα της :
"Θράσος που το είχε ο νεαρός να φιλήσει την εγγονή μου! Πάντως χαίρομαι που τον έβαλε στην θέση του με αυτό τo χαστούκι"
Ο Γεν. Διευθυντής, σκεπτόταν κάπως ενοχλημένος :
"Δεν ήξερα ότι ο νεαρός ήταν τόσο θαρραλέος για να φιλήσει τη κοπέλα! Σίγουρα όμως θα προτιμούσα να μην είχε αστοχήσει αυτή στο χαστούκι της γιατί αντί αυτόν πέτυχε εμένα"
Η εγγονή πάλι σκεφτόταν :
" Χάρηκα που με φίλησε ο τύπος, αλλά με στενοχώρησε που η γιαγιά μου τον χαστούκισε"Ο νεαρός υπάλληλος απο την άλλη, καθόταν με ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπο του. "Κοίτα να δεις τι ωραία που είναι η ζωή μερικές φορές" σκεπτόταν, "πόσο συχνά έχει κάποιος την ευκαιρία να φιλήσει μια όμορφη κοπέλα και ταυτοχρόνως να τραβήξει και ένα χαστούκι στον Διευθυντή του!"
Ήταν ο θεός και κατέβηκε στην γη να δει πως φέρονται οι άνθρωποι στους συνανθρώπους τους. Ντύνεται σαν ζητιάνος και ξεκινάει.
Χτυπάει στο πρώτο σπίτι:
- Μήπως έχετε λίγα λεφτά να μου δώσετε;
- Δώσαμε, δώσαμε, του λένε.
Χτυπάει στο δεύτερο σπίτι:
- Μήπως έχετε λίγα λεφτά να μου δώσετε;
- Δώσαμε, δώσαμε, του λένε.
Χτυπάει στο τρίτο σπίτι:
- Μήπως έχετε λίγα λεφτά να μου δώσετε;
- Δώσαμε, δώσαμε, του λένε.
Χτυπάει και στο τέταρτο σπίτι:
- Μήπως έχετε λίγα λεφτά να μου δώσετε;
- Φιλαράκι, δεν έχω λεφτά, αλλά έχω τσιγαριλίκι. Θες ένα;
- Μέσα, λέει ο θεός.
Καπνίζει το τσιγαριλίκι και ο άλλος τον ρωτάει:
- Ένιωσες, φιλαράκι;
- Μπα...
- Σώπα ρε, και δεν σε είχα για σκληρό καρύδι...
Του δίνει μία πρέζα, την χτυπάει ο θεός.
- Ένιωσες;
- Μπα...
Εκνευρίστηκε ο άνθρωπος και του κάνει ένα κοκτέιλ από ναρκωτικά.
- Τώρα ένιωσες;
- Μπα, εγώ είμαι ο θεός αγόρι μου, και δεν νιώθω!
- Αν ένιωσες λέει!
Ένα ζευγάρι εφοπλιστών, τρώει σ ένα κυριλέ ρεστοράν. Ξαφνικά, μια πανέμορφη ξανθιά πέφτει πάνω στο σύζυγο και αρχίζει να τον φιλάει, να τον χαϊδεύει και να τον αποκαλεί "τζουτζούκο μου", "μωράκι μου" και τέτοια. Μόλις η πιτσιρίκα φεύγει, η εμβρόντητη σύζυγος σηκώνεται αγριεμένη και φωνάζει:
- Ατιμε, προδότη, θα σε χωρίσω! -Είσαι σίγουρη; αντιγυρίζει εκείνος με απόλυτη ηρεμία.
- Αν είμαι; βρε θα σε κάνω ρεζίλι! -Ξεχνάς το προγαμιαίο συμβόλαιο; Αν με χωρίσεις, θα χάσεις τα πάντα: Λεφτά, κοσμήματα, αυτοκίνητα, ταξίδια! Η κυρία το ξανασκέφτεται, βάζει μπροστά το συμφέρον της, καταπίνει την πληγωμένη περηφάνια της και το βουλώνει. Συνεχίζουν να τρώνε αμίλητοι ώσπου η σύζυγος σχολιάζει:
- Καλέ, εκείνος εκεί κάτω, ο Παπατρέχας ο βιομήχανος δεν είναι; Μμμ, ναι, αυτός είναι.
- Κι αυτή μαζί του ποια είναι; Γιατί σίγουρα η γυναίκα του δεν είναι! Η ερωμένη του είναι! -Πφφφ! Η δικιά μας είναι πιο καλή!
Οικονομολογία...
Ένας πεπειραμένος και ένας λιγότερο πεπειραμένος οικονομολόγος περπατάνε στον δρόμο και βλέπουν μία κουράδα.
- Αμα την φας, λέει ο πεπειραμένος, σου δίνω 20000 ευρώ!
Ο λιγότερο πεπειραμένος στήνει στο μυαλό του ένα οικονομομετρικό μοντέλο, κατεβάζει τις εξισώσεις και καταλήγει ότι τον συμφέρει να την φάει. Το κάνει λοιπόν, και τσεπώνει το παραδάκι.
Συνεχίζουν και πιο κάτω βλέπουν άλλη μια κουράδα. Λέει ο πιο άπειρος ψιλοτσαντισμένα και ψιλομετανιωμένα:
- Αμα την φας εσύ, θα σου δώσω εγώ 20000 ευρώ.
Κατεβάζει οικονομομοντέλα-και-εξισώσεις ο πεπειραμένος, την τρώει, και τσεπώνει το παραδάκι.
Συνεχίζουν τον δρόμο τους, και παρατηρεί ο λιγότερο πεπειραμένος.
- Χμ, τελικά είμαστε και οι δύο στα λεφτά μας, αλλά και οι δυο φάγαμε από μία κουράδα. Και δεν βλέπω να κερδίσαμε και τίποτε.
Και ο πιο πεπειραμένος:
- Έχεις δίκιο μόνο φαινομενικά, γιατί παραβλέπεις ότι έτσι κινήθηκε η οικονομία, και δημιουργήθηκε τζίρος 40.000 ευρώ!
Ο Παπαδόπουλος ήταν ένας πολύ άτυχος στρατιώτης, αφού εν μέσω της θητείας του, του ήλθε η απρόσμενη είδηση του θανάτου του αδελφού του.
Ο Λοχαγός αναθέτει το σκληρό καθήκον της αναγγελίας του θανάτου στον Λοχία...
Ο Λοχίας μια και δυο, παίρνει τα μικρόφωνα του στρατοπέδου και ανακοινώνει:
- Καλείται ο στρατιώτης Παπαδόπλος, να παρουσιασθεί στον Λόχο του, διότι πέθανε ο αδελφός του!...
Περιττό να πούμε ότι από το σοκ της αναγγελίας ο Παπαδόπουλος λιποθύμησε και χρειάσθηκε να μεταφερθεί στο αναρρωτήριο για τις πρώτες βοήθειες ... Ο Λοχαγός αγρίεψε τον Λοχία για τον απότομο τρόπο που το είπε, αλλά το κακό είχε γίνει...
Μετά από ένα μήνα, πεθαίνει και η αδελφή του Παπαδόπουλου, ο Λοχαγός αναθέτει το άγγελμα του θανάτου πάλι στον Λοχία, ο οποίος πρωί-πρωί, μετά το "ημιανάσ"και "προϊσοχίου" καταλήγει:
- Α! ... και να μην το ξεχάσω Παπαδόπλε, πέθανε η αδελφή σου!...
Πάλι λιποθυμίες ο Παπαδόπουλος και πάλι παρατηρήσεις ο Λοχαγός, αλλά βεβαίως το κακό είχε γίνει και ο Λοχαγός έριξε νερό στο κρασί του και δεν τιμώρησε τον Λοχία...
Μετά από ένα μήνα το κακό τριτώνει και πεθαίνει και η μητέρα του στρατιώτη Παπαδόπουλου. Και αυτή τη φορά ο Λοχίας αναλαμβάνει το πικρό καθήκον, αφού όμως έχει δεχθεί και τις νουθεσίες του Λοχαγού.
Αυτή τη φορά βγάζει αναφορά τον Παπαδόπουλο για να πάρει άδεια. Σαλταρισμένος ο Παπαδόπουλος από τα χτυπήματα της μοίρας, βλέπει ως βάλσαμο στον πόνο του τις μέρες άδειας που κανόνισε ο Λοχίας, αλλά, μετά τα καθιερωμένα "Στρατιώτης Παπαδόπουλος, λαμβάνω την τιμή να σας αναφέρω ότι αιτούμαι πενθημέρου αδείας", ο Λοχαγός αυτή τη φορά του λέει:
- Και έπρεπε να βγείς στην αναφορά παιδί μου Παπαδόπουλε για να πας στην κηδεία της αδελφής σου;...
Ξερός ο Παπαδόπουλος και αυτή τη φορά, ενώ ο Λοχαγός από την τσαντίλα του που τον εξέθεσε ο Λοχίας, ρίχνει και του Λοχία πέντε μέρες φυλακή! ...
Φαίνεται ότι ο νόμος του Μέρφυ είχε προσβάλει τον Παπαδόπουλο, αφού μετά από ένα μήνα και ο Πατέρας του Παπαδόπουλου, εκπνέει...
Το συνταρακτικό νέο το μαθαίνει πρώτος ο Λοχαγός, αισθάνεται απαίσια και καλεί τον Λοχία να του αναθέσει το θλιβερό καθήκον ...
- Αυτή τη φορά Λοχία δεν θέλω κανένα λάθος, γιατί θα σε χώσω στο κρατητήριο για όλη την θητεία σου!...
- Μη φοβάστε κ. Λοχαγέ και το έχω μάθει το μάθημά μου! ... Τον διαβεβαιώνει ο Λοχίας, και πράγματι καλεί συγκέντρωση Λόχου:
Αφού όλος ο Λόχος συντάσσεται, ο Λοχίας τους λέει:
- Προσέξτε τι θα σας πω μην κάνετε λάθος! ... Όσοι έχετε Πατέρα, να κάνετε ένα βήμα μπροστά!...
Πράγματι όλοι οι στρατιώτες κάνουν μπροστά ένα βήμα, οπότε ο Λοχίας μπήζει μια φωνή:
- Που πα ρε Παπαδόπουλεεεε!...
Φίλε μου, εσύ που κάνεις τον κόπο να διαβάσεις αυτό εδώ το κείμενο, άκουσε μια συμβουλή. Μην διαβάσεις παρακάτω. Δεν έχει τίποτα να σου πει αυτό το κείμενο. Τίποτα απολύτως, κανένα νόημα, καμμιά ουσία.
Σε βλέπω όμως αρκετά επίμονο και περίεργο, ακόμη, θα έλεγα. Συνεχίζεις ακόμη να διαβάζεις. Μα αφού σου είπα, αυτό το κείμενο δεν έχει τίποτα να σου δώσει. Εσύ εκεί. Επιμένεις. Σε έχει φάει η περιέργεια. Εχεις ήδη φτάσει στην μέση κι όμως συνεχίζεις ακόμη να διαβάζεις. Όταν όμως φτάσεις στο τέλος και συνειδητοποιήσεις ότι δεν έβγαλες τίποτα, μην τα βάλεις μαζί μου.
Εγώ σε είχα προειδοποιήσει. Για όλα φταίει η ακατανίκητη περιέργειά σου, που ενώ σου λέω, από την αρχή, ότι αυτό το κείμενο γράφτηκε απλά για να γραφτεί, εσύ εξακολουθείς να επιμένεις να το διαβάσεις ολόκληρο.
Σταμάτα να διαβάζεις τώρα. Όσο είναι ακόμη καιρός. Δείξε δυνατός. Δείξε ότι έχεις θέληση. Έχεις ακόμη λίγο χρόνο για να αλλάξεις γνώμη. Είσαι όμως τόσο ξεροκέφαλος που το έφτασες στο τέλος του. Και τώρα που το τέλειωσες, μπράβο σου! Τι κατάλαβες;