Δάσκαλος: Για πείτε μου παιδιά ποιο είναι το γρηγορότερο πράγμα στον κόσμο;".
Αννούλα:
"Το φως κύριε!"
Δάσκαλος:
"Μπράβο Αννούλα, μας το εξηγείς;"
Αννούλα:
"Γιατί τρέχει με 300.000 χιλιόμετρα κύριε!"
Δάσκαλος:
"Μπράβο Αννούλα!"
Πετάγεται η Μαρία από διπλά και λέει:
- "Όχι κύριε η σκέψη είναι το ποιο γρήγορο πράγμα στον κόσμο!"
Δάσκαλος:
"Μπράβο Μαρία, μας το εξηγείς;"
Μαρία:
"Γιατί όταν σκεφτούμε κάτι τότε έχουμε κατευθείαν την εικόνα στο μυαλό μας!"
Δάσκαλος:
"Μπράβο παιδί μου!"
Πετάγετε και ο Τοτός από δίπλα και λέει φωνάζοντας:
- "Όχι κύριε λάθος το είπανε! Το ποιο γρήγορο πράγμα στον κόσμο είναι η δυσκοιλιότητα!"
Δάσκαλος:
"Μπορείς να μου το εξηγήσεις γιατί πρώτη φωρά ακούω κάτι τέτοιο;"
Τοτός:
"Μάλιστα κύριε! Εγώ μια φορά που είχα δυσκοιλιότητα ούτε το φως πρόλαβα να ανάψω ούτε να το σκεφτώ καλά καλά δεν πρόλαβα και χέστηκα!"
Ήταν μία φορά ένας φαντάρος και φίλαγε σκοπιά. Ε, μετά από λίγες ώρες το φανταράκι το πήρε ο ύπνος οπότε κάποιοι άλλοι φαντάροι που το πήρανε χαμπάρι πάνε και του κλέβουν το όπλο. Μόλις ξυπνάει ο φαντάρος κοιτάει, πουθενά το όπλο.
- Ο ρε πο**στη μου τι γαμ**με τώρα, σκέφτεται.
Τι να κάνει, πάει στο λοχαγό για να ομολογήσει. Ο λοχαγός έξω φρενών του λέει ότι μόνο μια περίπτωση υπάρχει για να μην περάσει στρατοδικείο.
Λοχαγός: Θα σου ρίξω μια κλανιά. Δεν ξέρω τι θα κάνεις άλλα πρέπει να την πιάσεις και να μου την φέρεις πίσω. Συμφωνείς!
Φαντάρος: Σύμφωνοί κύριε λοχαγέ μου.
Λοχαγός: Έτοιμος;
Φαντάρος: Ναι κύριε λοχαγέ!
Λοχαγός: Πρρρρρ! Τρέξε πιαστεί ρε μα**κα!
Ο φαντάρος με τι μία αρχίζει να τρέχει. Πηδάει από το παράθυρο και γίνεται καπνός. Περνάνε 3 μέρες πουθενά ο φαντάρος. Την τέταρτη μέρα παρουσιάζεται στο γραφείο του λοχαγού μες τις μουτζούρες και με ξεσκισμένα ρούχα.
Λοχαγός: Τι έγινε παιδί μου; Την έπιασες την κλανιά;
Φαντάρος: Μάλιστα κύριε λοχαγέ μου!
Λοχαγός: Και που είναι για δώσε μου τι!
Φαντάρος: Πρρρρρ! Πάρτη κύριε λοχαγέ μου.
Ένας τύπος τον είχε πενήντα πόντους αλλά δεν μπορούσε να τον βολέψει πουθενά!
Τέτοια πίκρα. Πάει λοιπόν σε ένα γιατρό και του λέει... το και το! Ογιατρός του λέει:
- Kοίτα η επιστήμη δε μπορεί να κάνει τίποτα σε αυτή την περίπτωση, δεν πας στην τάδε μάγισσα; Τι να κάνει το παλικάρι μες στην απελπισία του δοκιμάζει και από αυτό. Πάει λοιπόν στη μάγισσα και αυτή του λέει:
- Θα πας στο δάσος και θα βρεις μια λίμνη που ζει ένας βάτραχος. Θα του ζητήσεις να σε παντρευτεί και αυτός θα σου πει ... Όχι! Κάθε φορά πουθα σου λέει το όχι θα σου μικραίνει δέκα πόντους! Tρελάθηκε ο τύπος πάει λοιπόν στην λίμνη και βρίσκει τον βάτραχο.
- Βατραχάκι θα με παντρευτείς;
- Όχι, λέει το βατραχάκι. Tη χουφτώνει και πράγματι είχε μικρύνει δέκα πόντους. Ξαναδοκιμάζει:
- Βατραχάκι θα με παντρευτείς;
- Όχι, λέει το βατραχάκι. Tη χουφτώνει και πράγματι είχε μικρύνει άλλους δέκα πόντους. Ωραία, σκέφτεται, τώρα είναι τριάντα πόντους, αν την κάνω είκοσι θα είναι πολύ καλά, θα είμαι περιζήτητος στις γυναίκες! Ξαναδοκιμάζει τελευταία φορά:
- Βάτραχε θα με παντρευτείς;
- Μα τι μαλάκας είσαι εσύ, πόσες φορές θα στο πω; Όχι, όχι, όχι!
"Ένα ανδρόγυνο, τα φέρνει βόλτα δύσκολα.
Τα χρήματα είναι λιγοστά και ο σύζυγος φεύγοντας από το σπίτι κάθε πρωί, αφήνει στη σύζυγο για τα καθημερινά ψώνια, ένα μόνο χιλιάρικο. Το μεσημέρι, γυρίζοντας στο σπίτι ο σύζυγος, βρίσκει για φαγητό, ψαρόσουπα και συναγρίδα μαγιονέζα.- Γυναίκα, ρωτάει. Πως μαγείρεψες τέτοιο φαί με ένα χιλιάρικο; -Ας είναι καλά, η Κοινωνική πρόνοια. Λέει η γυναίκα του. Την επόμενη, το γεύμα αποτελείται από γαλοπούλα γεμιστή, ρύζι πιλάφι κ. Λ. Π.- Γυναίκα, πως τα κατάφερες να φτιάξεις τέτοιο φαγητό, με ένα χιλιάρικο;-Ας είναι καλά η Κοινωνική Πρόνοια, απαντά και πάλι η σύζυγος. Μετά μερικές ημέρες, η σύζυγος, φορά ένα καινούργιο συνολάκι, χάριν και πάλι της Κοινωνικής Πρόνοιας. Εν τω μεταξύ, κακοκαιρία και ψύχος, αναγκάζουν το ζευγάρι να ανάψει μαγκάλι για να ζεσταθούνε. Η σύζυγος έχει αγκαλιάσει με τα πόδια της το μαγκάλι, για καλύτερη ζεστασιά και ο σύζυγος την παρατηρεί:
- Σιγά Γυναίκα, να μην ... Κάψεις την ... Κοινωνική Πρόνοια.!
Μια όμορφη γυναίκα μπαίνει σε ένα μαγαζί που πουλάνε ζωάκια. Μόλις ήρθε ο πωλητής του είπε ότι επειδή χώρισε πρόσφατα, έψαχνε ένα σκυλάκι για παρέα. Ο πωλητής της απαντά:
- Δεν ξέρω αν προσέξατε αλλά η ταμπέλα από έξω, έγραφε «ΕΞΩΤΙΚΑ ΖΩΑ», οπότε δυστυχώς δεν έχουμε σκυλάκια, αλλά έχω κάτι τέλειο για την περίπτωση σας και τις δείχνει ένα τεράστιο βάτραχο.
Η γυναίκα άρχισε να οδύρεται :
- Δεν πιστεύω να νομίζετε, ότι θα έχω για παρέα ένα βρωμοβάτραχο..
Ο πωλητής προσέχοντας μην τον ακούει κάποιος, της λέει ψιθυριστά:
- Αυτός ο βάτραχος, ήρθε από τον Αμαζόνιο και είναι ειδικά εκπαιδευμένος να «ικανοποιεί» μοναχικές γυναίκες, καταλάβατε;
Με το που ακούει η γυναίκα σκάει αμέσως ένα χαμόγελο και λέει βιαστικά στον πωλητή :
- Θα τον αγοράσω και δεν ενδιαφέρει πόσο ακριβός είναι, μόνο πείτε μου πως θα καταλάβει ότι πρέπει να κάνει «αυτά που πρέπει».
- Είναι απλό, γδυθείτε και ξαπλώστε δίπλα του στο κρεβάτι και θα καταλάβει. ʼμα όμως υπάρχει πρόβλημα, απλά πάρτε με τηλέφωνο.
Το παίρνει η γυναίκα περιχαρής και πάει σπίτι. Βάζει τον βάτραχο πάνω στο κρεβάτι, γδύνεται και αυτή και ξαπλώνει δίπλα του και ενώ περιμένει να πιάσει «δουλειά», ο βάτραχος δεν κουνιέται καν. «Θα θέλει σπρώξιμο ίσως», σκέφτεται και τον παίρνει και τον βάζει πάνω στο όργανο της, αλλά ο βάτραχος πάλι τίποτα. Δοκιμάζει διάφορες στάσεις και τακτικές αλλά ο βάτραχος πέρα βρέχει. Τρέχει και παίρνει τηλέφωνο τον πωλητή:
- Ο βάτραχος σας δεν κάνει τίποτα.
- Παράξενο, τον «σπρώξατε» λίγο;
- Τον «έσπρωξα» πολύ αλλά τίποτα.
- Πολύ παράξενο, περιμένετε και σε λίγο θα είμαι εκεί.
Όντως, μετά από λίγο φτάνει ο πωλητής και ζητά από την γυναίκα να ξαπλώσει γυμνή δίπλα στον βάτραχο, για να δει και αυτός τι τρέχει. Ξαπλώνει η γυναίκα, αλλά τίποτα. Τότε ο πωλητής, γδύνεται, ξαπλώνει δίπλα στη γυναίκα και γυρίζει και λέει στο βάτραχο:
- Βάτραχε, δεν είσαι καθόλου εντάξει. Λοιπόν θα στο δείξω τελευταία φορά πως γίνεται...
Ο τύπος με το μπλαζέ ύφος μπαίνει στο μαγαζί με τα υφάσματα. Κόσμος, ψωνίζει, διαλέγει κ. Λ. Π.
Ο υπάλληλος αμέσως τον πλησιάζει και με ευγένεια το ρωτά τι θα ήθελε. Εκείνος απαντά ό,τι ψάχνει κάτι σε μεταξοβάμβακο, αλλά όχι αυτό το συνηθισμένος σομόν, ούτε το πολύ χονδρό ριγέ. Ο υπάλληλος του δειγματίζει το ένα τόπι μετά το άλλο αλλά ο μπλαζέ τύπος δεν συγκινείται με τίποτα. Τελικά καταλήγουν σ ένα ολοκαίνουργιο τόπι στην κορυφή της σκάλας το οποίο κατεβάζει με πολύ κόπο ο υπάλληλος και κάθιδρος το ξετυλίγει στον πάγκο. Αυτό μάλιστα του λέει ο μπλαζέ. Πόσο θέλετε ρωτάει ο υπάλληλος; Κόψτε μου ένα κομμάτι 35Χ35cm. Τρελάθηκε ο υπάλληλος. Τι θα το κάνετε κύριε αυτό, μπάλωμα; ρωτάει. Ξέρεις, του απαντάει ο μπλαζέ, χειμώνας που έρχεται σκέφθηκα να ράψω ένα κουστουμάκι για τον π***** μου! Αλλά μιας και έκανα τον κόπο μήπως έχεις και κανένα ρόζ; Τι να κάνει ο υπάλληλος ανεβαίνει ξανά στη σκάλα κατεβάζει και το ρόζ τόπι ξανά τα ίδια 35Χ35cm. Την τρίτη φορά που ανέβηκε κόντεψε να τσακιστεί κι ευτυχώς γι αυτόν ήταν και η τελευταία.
Εντάξει κύριε του λέει περάστε από το ταμείο να πληρώσετε και στην παραλαβή να τα παραλάβετε.
Πληρώνει ο Μπλαζέ στην ταμία και αμέσως μετά ακούει την κοπέλα στην παραλαβή να ψάχνει φωναχτά τον κύριο με το ύφασμα για τα τρία κουστουμάκια για τον π***** του. Εγώ είμαι της απαντάει κι εκείνη του δίνει τέσσερα πακέτα! Μα εγώ ζήτησα τρία της εξηγεί, και τρία έχω πληρώσει. Κι η κοπέλα του απαντά:
"Αφού κύριε μπήκατε στον κόπο να ράψετε κουστουμάκια για τον π***** σας, η επιχείρηση σας έβαλε και ένα ύφασμα για ένα ταγιεράκι για το μ**** της μάνας σας"!