Ήταν ο Γιωρίκας, ο Κωστίκας, ο Νικολάκης και εγώ σε ένα αυτοκίνητο. Οδηγούσα, τρακάρουμε και πεθαίνουν όλοι εκτός από μένα. Στεναχωρέθηκα φοβερά και μετά από 2 χρόνια πέθανα. Στη πύλη του παραδείσου βλέπω τον Απόστολο Πέτρο.
- Σε παρακαλώ άφησε με να πάω στον παράδεισο έστω για να πω συγνώμη στους φίλους μου για αυτό που έκανα.
Με κοιτάει επίμονα ώσπου λέει:
- Εντάξει αλλά πρόσεχε μην πατήσεις τη πράσινη φούσκα.
Τον κοίταξα περίεργα και μου είπε πως θα καταλάβω.
Στην πρώτη πόρτα του παραδείσου βλέπω τον Κωστίκα να πηδάει μια γριά ζαρωμένη σωστό χάλι.
- Πως κατάντησες έτσι ρε Κωστίκα;
- Ασε πάτησα την πράσινη φούσκα.
Στη δεύτερη πόρτα βλέπω τον Γιωρίκα να πηδάει μια γριά χειρότερη από την πρώτη.
- Ρε Γιορίκα εσύ ωραίο παιδί πως ξέπεσες έτσι;
- Ασε πάτησα την πράσινη φούσκα.
Στην τρίτη πόρτα βλέπω τον Νικολάκη να πηδάει μια 2μετρη μουνάρα, ξανθιά με γαλανά μάτια.
- Ρε Νικολάκη τι γίνεται; Πως έτσι;
Οπότε πετάγεται η ξανθιά και λέει.
- Ασε ρε φίλε πάτησα τη πράσινη φούσκα!
Tο ταξί που πετούσε!
Ένας Κρητικός ήρθε στην Αθήνα και τον πήρε ο ύπνος μέσα στο ταξί. Όταν μισοξύπνησε, περνούσε πάνω από μια γέφυρα και βλέποντας άλλα αυτοκίνητα από κάτω λέει:
"Ωχ τα ταξί εδώ πετάνε"!
Πήγε πίσω στο χωριό και το έλεγε στο καφενείο. Όλοι γέλαγαν και τον κορόιδευαν. Όμως εκείνος επέμενε. Τότε του λέει ένας:
"Εγώ θα πάω το Σάββατο στην Αθήνα σε μια κουμπαριά, κι αν τα ταξί πετάνε θα κάτσω να με γαμ***ς, αν δεν πετάνε όμως θα σε γαμ***ω εγώ".
"Πάει το στοίχημα", του λέει ο άλλος με σιγουριά.
Μπαίνει στο καράβι και το πρωί παίρνει ένα ταξί από τον Πειραιά. Τον ρωτάει ο ταξιτζής κοιτώντας τον από τον καθρέφτη:
"Φίλε, που να σε πετάξω?"
"Οοοο" λέει ο Κρητικός. "Πήγαινε στην Βουλιαγμένης"
Τον ρωτάει ο ταξιτζής ξανά:
"Σε τι ύψος?"
Και λέει ο Κρητικός:
"Κουμπάρε, το γαμ***ι δεν το γλιτώνω που δεν το γλιτώνω, πέτα τουλάχιστον χαμηλά, να μην σκοτωθούμε κιόλας!"
Ο σύζυγος απουσιάζει από την οικία και η σύζυγος βρίσκεται στο κρεββάτι με τρεις εραστές.
Ξάφνου, ακούγεται το αυτοκίνητο του συζύγου. Βιαστικά η σύζυγος, αφού ντυθήκαν, βάζει τον έναν εραστή στην κουζίνα, τον άλλο στο μπάνιο και τον άλλο τον βγάζει στο μπαλκόνι και κλείνει τις μπαλκονόπορτες (όχι τα παντζούρια). Μπαίνει ο σύζυγος, χαιρετά τη γυναίκα του και πάει στο μπάνιο να πλυθεί και βλέπει τον έναν.
- Τι κάνεις εσύ εδώ; ρωτάει.
- Είμαι υδραυλικός και ήρθα να επισκευάσω το καζανάκι, με φώναξε η σύζυγος.
- Α, καλά, είναι εντάξει τώρα;
- Ναι.
- Τι χρωστάμε;
- Εεε... δέκα χιλιάδες.
- Ορίστε.
Του δίνει το δεκαχίλιαρο και πάει στην κουζίνα να πιει ένα ποτήρι νερό και βλέπει τον άλλο.
- Τι κάνεις εσύ εδώ; ρωτάει.
- Είμαι ηλεκτρολόγος και ήρθα να επισκευάσω το φούρνο, με φώναξε η σύζυγος.
- Α, καλά, είναι εντάξει τώρα;
- Ναι.
- Τι χρωστάμε;
- Εεε... δέκα χιλιάδες.
- Ορίστε.
Και του δίνει ένα δεκαχίλιαρο.
Και εκείνη τη στιγμή, ο τρίτος που παρακολουθούσε ανελλιπώς τα δρώμενα από το μπαλκόνι, χωρίς όμως να μπορεί να ακούσει τους διαλόγους, ανοίγει τη μπαλκονόπορτα και προχωράει προς τον σύζυγο με απλωμένο χέρι λέγοντας:
- Και εγώ γάμησ.., και εγώ γάμησ...
Κάνανε μάθημα γραμματικής τα παιδιά στην τάξη, όπου ήταν παρών και ο επιθεωρητής.
Λέει λοιπόν η δασκάλα στα παιδιά να κάνουν μια πρόταση που να έχει την φράση κάθε ενδεχόμενο.
Αρχίζουν και σηκώνουν τα παιδάκια το χέρι και κάνουν προτασούλες με την συγκεκριμένη φράση.
Λέει η δασκάλα στην Ελένη, για πες μου: να κυρία εμείς στο σπίτι έχουμε όλες τις λάμπες να ανάβουμε τα φώτα, αλλά ο μπαμπάς έχει και άλλες στην άκρη για κάθε ενδεχόμενο. Μπράβο Ελενίτσα.
Αφού συνέχισαν και άλλα παιδάκια, να σου και ο Μπόμπος σήκωνε το χέρι και φώναζε: κυρία-κυρία... Τον ακούει η δασκάλα και του λέει, εντάξει Μπόμπο, για πες μου κι εσύ.
Να κυρία,-να σε ρωτήσω κάτι-,της λέει δειλά-δειλά. Λέγε του λέγει η δασκάλα.
Κυρία! Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος παντρεύεται! Οπότε έκπληκτη η Κυρία αρχίζει να του εξηγεί, γιατί οι ιεράρχες δεν παντρεύονται και πρέπει να μένουν ελεύθεροι.
Αφού ο Μπόμπος ακούει την δασκάλα ατάραχος, γυρίζει και της απαντά:
E! Κυρία τότε: Την πο**σα του την έχει για κάθε ενδεχόμενο
Είναι ένα ζευγάρι που ζει σε κάποιο χωριό, μακριά από την πόλη.
Το ζευγάρι δεν μπορεί να κάνει έρωτα γιατί η γυναίκα δεν τη βρίσκει με τίποτα και την ώρα που κάνουν έρωτα διαβάζει εφημερίδα, καπνίζει και άλλα συναφή. Μια μέρα του τη δίνει του άνδρα με την κατάσταση αυτή και λέει λοιπόν στη γυναίκα:
- "Γυναίκα, αύριο θα πάμε στην πόλη σε μια κλινική να σ εξετάσουν
Γιατί δεν είναι κατάσταση αυτή."
Η γυναίκα λοιπόν συμφωνεί και την άλλη μέρα φτάνουν στη πόλη και πηγαίνουν στην κλινική. Περιμένοντας στην ρεσεψιόν της κλινικής βλέπουν κάτι τύπους με άσπρα σακάκια και άσπρα παντελόνια. Ο άνδρας πλησιάζει έναν απ αυτούς και του λέει:
- "Γιατρέ μου η γυναίκα μου έχει αυτό κι αυτό το πρόβλημα και μπλα, μπλα...
- Ελάτε μέσα στο δωμάτιο δεξιά να σας εξετάσουμε, λέει ο ένας στη γυναίκα.
Αυτή μπαίνει μέσα στο δωμάτιο και ο άνδρας της περιμένει στη ρεσεψιόν. Αμέσως ο άντρας με αποφασιστικές κινήσεις βάζει τη γυναίκα να ξαπλώσει, της βγάζει τα ρούχα και αρχίζει να την πηδάει. Αυτή αδιάφορα παίρνει ένα περιοδικό και αρχίζει να το διαβάζει.
Ο γιατρός τελειώνει την "εξέταση" και σαστίζει με την αδιαφορία της γυναίκας. Φωνάζει κάποιον απ έξω:
- "Ρε συ Μιχάλη έλα να δεις μια περίπτωση".
Μόλις μπαίνει μέσα αυτός του εξηγεί και μη χάνοντας χρόνο αρχίζει να πηδάει κι αυτός. Η γυναίκα αδιαφορώντας για ότι γίνεται καπνίζει ένα τσιγάρο. Τελειώνει και ο Μιχάλης με την "εξέταση" αλλά η γυναίκα αδιάφορη.
- Ρε δε φωνάζουμε τον Μάρκο που έχει ένα πουλί σαν του γαϊδάρου, μήπως αυτός καταφέρει κάτι;
Τον φωνάζουν λοιπόν, ρίχνει κι ο Μάρκος μια από τα ίδια, αλλά η γυναίκα τίποτα. Τέλος εξαντλημένοι βγαίνουν απ το δωμάτιο και βλέποντάς τους ο άνδρας της γυναίκας τους ρωτάει για τ αποτελέσματα της εξέτασης. Κι αυτοί του λένε:
- Η γυναίκα σας έχει σοβαρό πρόβλημα, πρέπει να τη δει ένας γιατρός!
- Γιατί, εσείς τι είσαστε; ρωτάει ο άνδρας.
- Εμείς εδώ βάφουμε. Ελαιοχρωματιστές είμαστε...
Μια φορά ένας πλασιέ πάει στην Πάτρα. Αλλά τα ξενοδοχεία ήταν γεμάτα και δεν έβρισκε πουθενά δωμάτιο όποτε πάει σε έναν γνωστό του ξενοδόχο και του λέει:
- Ρε συ Νίκο ένα δωμάτιο θέλω για μια νύχτα κάνε κάτι πουθενά δεν υπάρχει τίποτα.- Μα σου είπα και πριν ότι δεν έχω.- Ρε μια νύχτα θέλω μόνο.- Κοιτά δεν έχω εκτός... αν σε βάλω να κοιμηθείς με ένα κοριτσάκι μικρό που λείπει για απόψε η μανά του.- Aντε ρε Νίκο κάνε κάτι με ξέρεις είμαι Aγιος άνθρωπος δεν θα κάνω τίποτα με ξέρεις χρόνια. Και τον έβαλε να κοιμηθεί στο δωμάτιο του κοριτσιού σε άλλο κρεβάτι. Πήγε ο άνθρωπος στο μπάνιο πλύθηκε και βγήκε με το μπουρνούζι να πάρει εσώρουχα από την βαλίτσα του όποτε του πέφτει το μπουρνούζι και βλέπει η πιτσιρικά τον π***ο του.- Α τι είναι αυτό; τον Ρώτα.- Ε τίποτα δεν είνα ι... μια κούκλα άπαντα ταραγμένος.- Θέλω να παίξω του λέει - Αυτό αποκλείεται της λέει. Και πέφτει να κοιμηθεί. Το πρωί γύρω στις 2:30 βλέπει ο ξενοδόχος τον άνθρωπο να φεύγει νευριασμένος βρίζοντας και να του πετάει μερικά χρήματα χτυπώντας τις πόρτες. Ανεβαίνει ο ξενοδόχος επάνω τρέχοντας και ρωτάει τι μικρή τι έγινε. Και η μικρή.- Ε, να ο κύριος είχε μια κούκλα την ζήτησα να παίξω και δεν μου την έδωσε το βράδυ όμως που κοιμήθηκε εγώ την έπαιξα αλλά εκείνη με έφτυσε και εγώ την ξεμάλλιασα.
Ήταν ο Τοτός στην 4η Δημοτικού μέσα στο μάθημα της αριθμητικής.
Κάποια στιγμή η δασκάλα ρωτάει τους μαθητές, αν κάθονται τρία πουλάκια πάνω σε ένα δέντρο και ένας κακός κυνηγός σκοτώσει το ένα πόσα θα μείνουν πάνω στο δέντρο; Με, όπως πάντα, υπερβολικό ζήλο σηκώνει το χέρι της η μικρή Ελενίτσα φωνάζοντας, "κυρία, κυρία, κυρία..."! Δίνει λοιπόν, η δασκάλα, τον λόγο στην Ελενίτσα η οποία με θάρρος απάντα πως θα μείνουν δύο πουλάκια πάνω στο δέντρο. "Μπράβο", λέει η δασκάλα στην Ελενίτσα, "Πολύ σωστή σκέψη!". Ο Τοτός όμως, που είχε τσαντιστεί με όλη αυτή την σκηνή επίδειξης γνώσεων της Ελενίτσας, σηκώνει το χέρι του και λέει στην δασκάλα, "Εγώ κυρία νομίζω πως δεν θα μείνει κανένα πουλάκι πάνω στο δέντρο αφού και τα υπόλοιπα δύο θα τρομάξουν και θα φύγουν". Η δασκάλα απαντά, "Τοτό, εδώ κάνουμε απλή αριθμητική αλλά μου αρέσει ο τρόπος που σκέπτεσαι". Κάθεται λοιπόν ο Τοτός για λίγη ώρα σκεπτικός και φανερά προσβεβλημένος, μέχρι που ξανασηκώνει το χέρι του, - Κυρία, να σας κάνω μία ερώτηση; - Και βέβαια Τοτό, απαντά η δασκάλα.
- Κάθονται τρεις γυναίκες σε ένα πάρκο και τρώνε παγωτό χωνάκι. Η πρώτη το γλύφει, η δεύτερη το δαγκώνει και η τρίτη το χώνει όλο βαθιά μέσα στο στόμα, ποια απο τις τρεις είναι παντρεμένη; - (Μετά απο λίγη σκέψη) Υποθέτω αυτή που το χώνει όλο μέσα στο στόμα της.
- Λάθος, απαντάει ο Τοτός, είναι αυτή που φοράει βέρα αλλά μου αρέσει ο τρόπος που σκέπτεστε!