Μπαίνει ένας κύριος μεσα σε ένα pet shop και ρωτάει:
- Πόσο έχει αυτός ο παπαγάλος; - Αυτός ο παπαγάλος κοστίζει 300 ευρώ, του απαντάει ο πωλητής.- 300 ευρώ...; Μα καλά, γιατί τόσο πολύ; ρωτάει απορημένος ο πελάτης.- Ξέρετε κύριε, μπορεί και μιλάει 2 ξένες γλώσσες, λέει ο πωλητής.- Καλά, δεν με ενδιαφέρει, λέει ο πελάτης και δείχνει έναν άλλο πιο πίσω σε ένα κλουβί. Αυτός εκεί πίσω; Πόσο κοστίζει;- Αυτός κοστίζει 600 ευρώ, απαντάει ο πωλητής.
- 600 Ευρώ...! Δεν είναι δυνατόν! - Αυτός κύριε, του λέει ο πωλητής, γνωρίζει 2 ξένες γλώσσες, στενογραφία και κομπιούτερ. Κάγκελο ο πελάτης... Δείχνει έναν παπαγάλο παραπίσω και ρωτάει την τιμή του.- Α, αυτός ο παπαγάλος δεν πωλείται, του απαντάει ο πωλητής.- Γιατί, τι ιδιαίτερο κάνει αυτός; ρωτάει ο πελάτης.
- Δεν ξέρω τι κάνει, αλλά κάθε πρωί που ανοίγω το μαγαζί οι υπόλοιποι παπαγάλοι του λένε:
"Καλημέρα σας, κύριε Καθηγητά"!
Μια μέρα στη ζούγκλα τα ζώα παίζανε ποδόσφαιρο με τα έντομα.
Το πρώτο ημίχρονο έληξε με σκορ 39-0 με σκόρερ τον ελέφαντα. Το δεύτερο ημίχρονο άρχισε με μια αλλαγή για την ομάδα των εντόμων. Βγήκε η σφήκα και μπήκε η σαρανταποδαρούσα. Από τα πρώτα λεπτά του δεύτερου ημιχρόνου η ομάδα των εντόμων άρχισε να σκοράρει. Η σαρανταποδαρούσα έκανε καλή δουλειά, τρέχοντας πάνω κάτω. Τέλεια στην άμυνα, Περίφημη στην οργάνωση. Και πολύ καλή στην επίθεση σαν κεντρικός κυνηγός. Σκόραρε όλα τα γκολ για την ομάδα της. Τελικά ο αγώνας έληξε με 39-41 με νικητή την ομάδα των εντόμων. Όταν αποσύρονταν στα αποδυτήρια ο αρχηγός της ομάδας των ζώων, συζητούσε με τον αρχηγό της ομάδας των εντόμων.
- Η σαρανταποδαρούσα είναι τέλειος παίκτης, γιατί δεν την χρησιμοποίησες από το πρώτο ημίχρονο; -Καλή αλλά, χρειάζεται πάνω από μίση ώρα να φορέσει τα παπούτσια της!?
Ήταν κάποτε δύο άντρες που πήραν από μία γάτα. Είχαν όμως ένα πρόβλημα: δεν ήξεραν πώς να τις ξεχωρίσουν.
Λέει λοιπόν ο ένας:
- Έχω μια ιδέα! Λέω να κόψουμε το αυτί της μίας. Έτσι θα τις ξεχωρίζουμε εύκολα...
- Πολύ καλή ιδέα!
Κόβουν λοιπόν το αυτί της μίας γάτας...
Πράγματι για λίγο καιρό τις ξεχωρίζανε πολύ εύκολα τις 2 γάτες. Όμως μια μέρα, η γάτα που είχε και τα δύο αφτιά μπλέκει σε μια σκυλομαχία και... πάει το αυτί της!
- Πω, ρε γαμώ το! Τι θα κάνουμε τώρα; Πώς θα ξεχωρίζουμε τις γάτες;
- Το βρήκα! Λέω να βγάλουμε το μάτι της μίας και έτσι θα τις ξεχωρίζουμε πολύ εύκολα.
Βγάζουν λοιπόν το μάτι της καημένης της γάτας. Για λίγο καιρό τις ξεχωρίζανε, όμως η γάτα με τα δύο μάτια έμπλεξε σε έναν γατοκαβγά και έχασε και αυτή το ένα μάτι της!
- Τι θα κάνουμε τώρα;
- Λέω να κόψουμε την ουρά της μίας γάτας. Θα τις ξεχωρίζουμε πολύ εύκολα!
Κι έτσι κόβουν την ουρά της μίας γάτας...
Για λίγο καιρό τις ξεχωρίζανε τις 2 γάτες, όμως μια μέρα ένα αυτοκίνητο πατάει την ουρά της άλλης γάτας, και της την κόβει...
- Ρε γαμώ την τύχη μου, τι θα κάνουμε τώρα;
- Ρε συ; Αφού και οι δύο είναι αρσενικές, ας κόψουμε στη μια τα μπαλάκια της.
Κόβουνε στη μία τα μπαλάκια της λοιπόν και τις ξεχώριζαν εύκολα για λίγο καιρό...
Όμως έγινε κάποια μέρα ένα ατύχημα με τον κηπουρό και κόβονται τα μπαλάκια και της άλλης γάτας...
- Τι θα κάνουμε τώρα;
- Να σου πω... Εγώ βαρέθηκα. Πάρε εσύ την άσπρη να πάρω εγώ τη μαύρη να τελειώνουμε!
Ένα ζεστό και ηλιόλουστο καλοκαίρι, ενώ το μυρμήγκι κουρασμένο και καταϊδρωμένο κουβαλούσε, χωρίς να παραπονιέται, τις προμήθειές του για τον χειμώνα, εμφανίζεται μπροστά του ο κυρ Τζίτζικας.
Οδηγούσε ένα πλήρως εκσυγχρονισμένο τζιπ και μαζί του ήτανε δύο Σουηδέζες. Πίσω, είχε εξοπλισμό για τη θάλασσα καθώς και θαλάσσια σκι. «Έλα μαζί μας», λέει στο μυρμήγκι.
Το μυρμήγκι όμως σκέφτηκε πιο λογικά, και είπε από μέσα του ότι τον χειμώνα θα είναι στο σπιτάκι του με τις προμήθειές του ενώ ο τζίτζικας θα πεθαίνει από το κρύο.
Έτσι αρνήθηκε ευγενικά.
Την άλλη μέρα το πρωί, ενώ το μυρμήγκι κουρασμένο και καταϊδρωμένο κουβαλούσε, χωρίς να παραπονιέται, τις προμήθειές του για τον χειμώνα, ξανά-εμφανίζεται μπροστά του ο κυρ Τζίτζικας.
Οδηγούσε ένα πλήρως εκσυγχρονισμένο τζιπ και μαζί του ήτανε και πάλι δύο Σουηδέζες.
Πίσω, είχε εξοπλισμό για τη θάλασσα καθώς και θαλάσσια σκι.
- «Έλα μαζί μας», ξαναείπε στο μυρμήγκι.
Το μυρμήγκι όμως φανερά ενοχλημένο αρνήθηκε ξανά. Αυτή η ιστορία συνεχιζότανε για όλο το καλοκαίρι, και τα νεύρα του μυρμηγκιού είχαν σπάσει.
Τελείωσε το καλοκαίρι, μπήκε το φθινόπωρο, ήρθε ο χειμώνας αλλά ούτε φωνή, ούτε ακρόαση από τον κυρ Τζίτζικα.
Μια πολύ βαριά χειμωνιάτικη μέρα, ενώ έξω χιόνιζε και φυσούσε δυνατά, το μυρμήγκι καθότανε στο ζεστό του το σπιτάκι, μπροστά από το τζάκι του τρώγοντας κάστανα και ήταν ευτυχισμένο.
Ξαφνικά ακούγονται τρία ξεψυχισμένα χτυπήματα στην πόρτα.
Το μυρμήγκι κατάλαβε ότι ήταν ο κυρ Τζίτζικας και σκέφτηκε:
- «Τόσο καιρό ερχόσουνα με τις Σουηδέζες και πήγαινες για μπάνια ενώ εγώ δούλευα σαν το σκυλί έ; Τώρα θα σου δείξω εγώ όμως.»
Ανοίγει την πόρτα και βλέπει μπροστά του τον κυρ Τζίτζικα, με το γούνινό του το παλτό, τα γάντια του και τον σκούφο του και πίσω βλέπει ένα πλήρως εκσυγχρονισμένο 4Χ4 Land Rover και μέσα δύο Σουηδέζες και πάλι.
- «Έλα μαζί μας για σκι» του προτείνει ο κυρ Τζίτζικας.
- «Ρε αϊ σιχτίρ, και αν δεις και τον Αίσωπο πες του να πάει να γαμηθεί»!