Ένας άντρας ήθελε να ξεφορτωθεί την γάτα του. Μη ξέροντας τι να κάνει, μια μέρα στο καφενείο ρωτούσε τους γύρω του! Ένας του λέει:
- Μην στεναχωριέσαι ρε φίλε, έχω εγώ την λύση! Θα πας να την αφήσεις στον διπλανό χωριό. Έτσι δεν θα μπορέσει να βρει τον δρόμο πίσω!
Πάει την άλλη μέρα στο καφενείο ο άντρας τον βλέπει ο άλλος που του έδωσε την λύση και του λέει:
- Να μην σε ρωτήσω, σίγουρα θα πέτυχε ε;
- Δυστυχώς όχι! Έκανα όλα όσα μου είπες αλλά η γάτα βρήκε τον δρόμο! απαντάει ο άντρας.
- Εντάξει μωρέ, μην ανησυχείς! Θα σου πω τι να κάνεις! Τώρα θα την αφήσεις στον Παρνασσό! Είναι σίγουρο πως δεν θα μπορέσει να γυρίσει!
Την άλλη μέρα στο καφενείο...
- Τι έγινε; Φυσικά δεν γύρισε ε;
- Γύρισε δυστυχώς, γύρισε!
- Μα καλά, πως;
- Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω!
- Μην στεναχωριέσαι. Με αυτό που θα σου πω τώρα αποκλείεται να βρει τον δρόμο! Λοιπόν, θα πας σε αυτό το χωριό. Σε εκείνο το σημείο θα συναντήσεις μια διασταύρωση. Θα στρίψεις δεξιά και θα συνεχίσεις ευθεία. Μετά θα στρίψεις αριστερά, θα πας όλο ευθεία και μετά πάλι αριστερά! Θα σου σχεδιάσω και ένα χάρτη!
Την άλλη μέρα...
- Τι έγινε ρε φίλε; Πες μου τα αποτελέσματα του περίφημου σχεδίου μου...
- Ασε ρε φίλε! Καλά που ήταν και η γάτα μαζί μου γιατί αλλιώς δεν θα έβρισκα τον δρόμο πίσω!
·Ένας σκύλος μπαίνει σε ένα κρεοπωλείο, πλησιάζει τον χασάπη και του γαυγίζει.
Ο χασάπης τον ρωτάει τι θέλει. Ο σκύλος πηγαίνει εκεί που ήταν το χοιρινό και γαυγίζει. Ο χασάπης πάλι με την σειρά του τον ρωτάει πόσες χοιρινές μπριζόλες θέλει. Ο σκύλος γαυγίζει τέσσερις φορές, και αμέσως πηγαίνει δίπλα στο ταμείο για να πάρει το ανάλογο ποσό ο χασάπης από το πορτοφόλι που είχε
Στο περιλαίμιο του. Ο χασάπης παίρνει τα χρήματα και φορτώνει το σκύλο με το κρέας.
Παραξενευμένος ένας πελάτης αποφασίζει να παρακολουθήσει το σκύλο. Μετά από μερικά τετράγωνα, ο σκύλος πηγαίνει σε κάποιο σπίτι και γρατζουνά την πόρτα.
Και μετά από λίγο το αφεντικό του, του ανοίγει την πόρτα.
Ενθουσιασμένος ο παρατηρητής φωνάζει στο αφεντικό του σκύλου:
- Κύριε μου έχετε ένα πολύ έξυπνο σκύλο!
- Μπα, δεν είναι και τόσο έξυπνο... πάλι ξέχασε τα κλειδιά του...
Ο Γιώργης ζει σε ένα χωριό και αποφασιζει να βαλει δορυφορικο πιατο.
Κατεβαίνει στην πόλη για να αγοράσει ένα. Πάει λοιπόν στην πόλη, το αγοράζει, επιστρέφει στο χωριό, το εγκαθιστά στην ταράτσα του, αλλά σκέφτεται:
"Πωπώ, αν μάθουν στο χωριό ότι πιάνω δορυφορική τηλεόραση θα έρχονται συνέχεια να βλέπουν σπίτι μου και θα με πρήξουν. Καλύτερα να κάνω ένα τοιχάκι γύρω του, για να μην βλέπουν τί υπάρχει στην ταράτσα μου."
Χτίζει το τοιχάκι.
Την άλλη μέρα περνά ένας χωριανός, βλέπει το τοιχάκι και ρωτάει.
- Ρε Γιώργη, τί είναι αυτό το τοιχάκι που έχεις βάλει στην ταράτσα σου;
- Α, αγόρασα έναν σκύλο, αλλά επειδή είναι πολύ μεγάλος και άγριος τον έχω περιφράξει για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο.
Φεύγει ο χωριάτης, το λέει στους χωριανούς, και θέλουν όλοι να δουν τον σκύλο.
Μία μέρα ο Γιώργης κατεβαίνει στην πόλη πάλι, πάνε οι χωριανοί, και ανεβαίνει ένας στην ταράτσα να δει τί έχει τελικά αυτό το τοιχάκι μέσα.
Ρίχνει αυτός μία ματιά και κατεβαίνει τρέχοντας.
- Τί έγινε ρε; Τί είδες; Τί έχει μέσα το τοιχάκι;
- Τί να σας πω ρε παιδιά! Πρέπει να είναι τεράστιος. Δεν ήταν ο σκύλος μέσα, αλλά είδα το πιάτο που ΤΡΩΕΙ!
Ήταν ένας τύπος και κάθε πρωί περνούσε από ένα pet-shop για να πάει στην δουλειά του.
Εκεί ο παπαγάλος που ήταν έξω του έλεγε:
"Καλημέρα μαλάκα" ενώ στον άλλο κόσμο έλεγε απλώς καλημέρα. Αυτό συνεχίστηκε για δύο μήνες ακόμα.
Μια μέρα όμως πάει ο τύπος μέσα στο μαγαζί και ρωτάει πόσο έκανε ο παπαγάλος. Έκανε 900ευρώ. Μαζεύει ότι οικονομίες είχε και δεν είχε και πάει να τον αγοράσει.
Και μόλις τον αγοράζει του σκέφτεται:
"Τώρα ρε κερατά, θα σε φτιάξω εγώ!" και πάνε σπίτι.
Μόλις έφτασαν τον έβαλε μέσα σε μια τσάντα και άρχισε να τον κοπανάει στον τοίχο, στο πάτωμα, στο κρεβάτι, στο τραπέζι, παντού για ένα τέταρτο.
Μετά κουρασμένος σωριάζεται κάτω, ανοίγει η τσάντα και ζαλισμένος ο παπαγάλος λέει:
- Θεέ μου, έγινε σεισμός και μόνο εγώ και ο μαλάκας μείναμε!
Ένας βοσκός πήγε για πρώτη φορά στην ζωή του στην πόλη. Βλέπει ένα μεγάλο κτίριο και ρωτάει τον φύλακα τι είναι αυτό. Αυτός του λέει πως είναι σχολείο. Βαζεις μοσχάρια (αμόρφωτους ανθρώπους) και βγάζεις μορφωμένους ανθρώπους.
Ο βοσκός που ήταν ανόητος άφησε ένα μοσχάρι εκεί. Μετά από ένα χρόνο επιστρέφει και ζητάει να δει τον μόσχο. Ο φύλακας όμως είχε αλλάξει και δεν ήξερε το περιστατικό, οπότε τον στέλνει στον διευθυντή του σχολείου που κατά σύμπτωση λεγόταν Μόσχος.
Μπαίνει ο βοσκός στο γραφείο του διευθυντή:
- Μόσχο μου, είσαι καλά;
- Σας γνωρίζω, κύριε;
- Μόσχο μου, ξέχασες που σε τάιζα χορταράκι στα λιβάδια;
Τον πετάει έξω ο διευθυντής.
Την επόμενη μέρα ξανάρχεται ο βοσκός με ένα μεγάλο μοσχάρι και ξαναπάει στον διευθυντή:
- Κύριε, τί είναι αυτό;
- Εμένα δεν με θυμάσαι, μόσχο μου... Αλλά την μάνα σου;