Στο νοσοκομείο ο υποψήφιος μπαμπάς περιμένει με αγωνία τα νέα για τη γέννηση του παιδιού του.
Σε μια στιγμή βγαίνει μια νοσοκόμα από το χειρουργείο οπότε αυτός τρέχει προς το μέρος της και τη ρωτά:
" Είναι καλά το παιδί μου;" και η νοσοκόμα απαντά "Αρκετά καλά, αλλά έχει ένα μικρό πρόβλημα. Του λείπει το ένα χέρι".
"Δεν πειράζει παιδί μου είναι", απαντά ο μπαμπάς. Μετά από λίγο βγαίνει η ίδια νοσοκόμα οπότε ξαναρωτά για το παιδί του. "Είναι πολύ καλά, αλλά έχει ένα μικρό πρόβλημα. Του λείπει και το άλλο χέρι".
"Δεν πειράζει παιδί μου είναι", ξαναπαντά ο μπαμπάς. Αργότερα η νοσοκόμα βγαίνει από το χειρουργείο και του λέει ότι το παιδί του έχει άλλο ένα πρόβλημα, ότι δηλαδή του λείπει και το σώμα. Ξανά αυτός απαντά ότι θα καταφέρει να το ξεπεράσει. "Συγγνώμη αλλά του λείπει και το κεφάλι", συνεχίζει η νοσοκόμα. "Τι να κάνω παιδί μου είναι δεν μπορώ να το παραμελήσω"
,λέει ο πατέρας. Για άλλη μια φορά βγαίνει η νοσοκόμα και ο πατέρας τη ρωτάει για την υγεία του μωρού και αυτή του λέει:
"Ξέρετε είναι μόνο ένα αυτί".
"Δεν πειράζει παιδί μου είναι θα το αγαπήσω".
"Και το τελευταίο νέο είναι και αυτό κουφό!".
Ένα ζευγάρι έχει δυο δίδυμα παιδιά, από τα οποία το ένα είναι κωφάλαλο.
Μετά από συνεχείς επισκέψεις στους πιο διάσημους γιατρούς, η μάνα δέχεται τη μοίρα τους. Ο πατέρας, όμως, πέφτει σε βαθιά μελαγχολία. Φεύγει από το σπίτι και αρχίζει να γυρνάει ρακένδυτος. Η γυναίκα του με τη βοήθεια ενός συναδέλφου του, τον βρίσκει μετά από μήνες κάτω από μια γέφυρα.
- "Ρε Κώστα, τι πράματα είναι αυτά που κάνεις;", του λέει ο συνάδελφός του.
- Τι να κάνω, ρε Τάκη; Το παιδί μου θα μείνει μουγκό και κουφό για όλη του τη ζωή.
Με τι κουράγιο να ζήσω;.
- "Σώπα, ρε! Εγώ ξέρω μια τσιγγάνα, που τα γιατρεύει όλα". Ο Κώστας παίρνει κουράγιο, μαζεύει όλες του τις οικονομίες και πάει να βρει την τσιγγάνα:
- "Θα ανέβεις στο βουνό, θα μαζέψεις τσάι και θα το δώσεις καυτό στο παιδί την πιο κρύα νύχτα του χειμώνα. Μετά θα το βουτήξεις 3 φορές στην παγωμένη θάλασσα. Μπορεί να πονέσει, αλλά η γλώσσα του θα πηγαίνει ροδάνι!". Ο Κώστας κάνει ό, τι του είπε η τσιγγάνα. Το πιο κρύο βράδυ του χειμώνα βράζει το τσάι και το δίνει στο παιδί. Μετά, ενώ εκείνο ουρλιάζει από τους πόνους, το παίρνει, το βάζει στο αμάξι και το πηγαίνει στη θάλασσα. Το βουτάει μια... "Μπαααα!", το βουτάει δυο... "Μααααα!", το βουτάει τρεις... "Μαλ**ααααααααα!". Έκπληκτος, παίρνει το παιδί, το τυλίγει σε μια κουβέρτα, το βάζει πάλι στο αμάξι και ξεκινά για το σπίτι. Μόλις φτάνει, βλέπει τη γυναίκα του στην πόρτα να τον κοιτά με ειρωνικό ύφος:
- "Τι έγινε;", τον ρωτά.
- "Γυναίκα, δε θα το πιστέψεις! Το παιδί μίλησε! Με είπε μαλάκα!".
- "Καλά σου είπε, αφού πήρες το άλλο μας παιδί!"