Δημοφιλή ανέκδοτα

Είναι ένα μικρό κορίτσι 10-12 χρόνων που έχει κάποιο γυναικολογικό πρόβλημα και η μαμά του το στέλνει σε ένα καλό γυναικολόγο που είναι και φίλος της οικογένειας.
- Πήγαινε, της λέει, ο γιατρός είναι φίλος και θα σε προσέξει κάπως περισσότερο. Θα τον πληρώσω εγώ μόλις συναντηθούμε. Το κορίτσι πηγαίνει και σε 1-2 ώρες γυρίζει. Η μητέρα της την ρωτάει:
- Τι έγινε τελικά, πήγες στο γιατρό; - Πήγα καλέ μαμά... απαντά το κορίτσι.
- Ωραία, και τι έγινε; επιμένει η μητέρα.
- Να καλέ μαμά, με εξέτασε ο γιατρός και μου είπε ότι δεν έχω τίποτα.
- Βρε, της λέει η μητέρα, εγώ για αυτό σε έστειλα; Για να μου λες ότι δεν έχεις τίποτα; Θέλω να μου πεις με λεπτομέρειες... πως σε εξέτασε, τι σου είπε κλπ... Για αυτό νομιζεις πληρωνω εγω τους γιατρους...; Το κορίτσι... κάπως φοβισμένο της λέει.
- Ννννα καλέ μαμά, ο γιατρός με εξέτασε κανονικά και μου είπε ότι... έχω μια κλειτορίδα σαν... Πεπόνι! - Τι έκανε λέει; ξαναλέει η μαμα. Τι εννοεί δηλαδή σαν πεπόνι,... μεγάλη σαν πεπόνι; - Οοοχι καλέ μαμά... Γλυκιά σαν πεπόνι... μου είπε ο γιατρός!
Μια 45χρονη γυναίκα έπαθε καρδιακή προσβολή και τη μεταφέρανε επειγόντως στο νοσοκομείο. Ενώ ήταν στο χειρουργείο, είχε μια υπερφυσική εμπειρία. Βλέποντας το Θεό, τον ρώτησε...
- Ηρθε η ώρα μου;
Εκείνος απάντησε:
- Οχι, έχεις να ζήσεις ακόμη για 43 έτη, 2 μήνες και 8 ημέρες.
Αφού ανάρρωσε, η γυναίκα αποφάσισε να παραμείνει στο νοσοκομείο και έκανε πλαστική προσώπου, λιπαναρρόφηση, μεγένθυνση μαστών και αφαίρεση κοιλιακού λίπους. Μάλιστα, κάλεσε και κομμώτρια να έρθει να της αλλαξει τα μαλλιά και έναν ορδοδοντικό να της κάνει "λίφτιγκ δοντιών". Σκέφθηκε, αφού είχε τόσο καιρό μπροστά της, ας τον ζούσε με τον καλύτερο τρόπο. Μετά την τελευταία της πλαστική εγχείριση και, αφού ανάρρωσε, βγήκε από το νοσοκομείο, πέρασε το δρόμο και την πάτησε ένα ασθενοφόρο. Περνώντας την πύλη του παραδείσου και φθάνοντας μπροστά στον Θεό, απαίτησε να μάθει τι συνέβη:
- Εσύ μου είπες ότι είχα ακόμη 43 χρόνια! Γιατί δεν με έσωσες από το ασθενοφόρο;
Κι εκείνος απάντησε...
- Δεν σε αναγνώρισα...
Είναι 4 νεαροί μουσικοί που νοίκιασαν ένα διαμέρισμα.
Αρχίζουν λοιπόν το πρώτο βράδυ να παίζουν μουσική, στο διπλανό διαμέρισμά
Μένει ένας παππούς, εκνευρισμένος με τη φασαρία που γίνετε τρέχει και κουδουνάει στην πόρτα τους, τους ρωτάει τι συμβαίνει.
Αυτοί του λένε ότι αύριο έχουν να δώσουν μια συναυλία και πως είναι η τελευταία τους πρόβα έτσι και τα καταφέρουν θα σκίσουν.
Το ίδιο σκηνικό γίνετε για πολλά βράδια, αλλά δυστυχώς ο παππούς στο ερώτημα του κάθε φορά έπαιρνε πάντα την ίδια απάντηση.
Κάποτε ο παππούς σταμάτησε να τους χτυπά την πόρτα και να ρωτά τα ίδια και τα ίδια.
Οι νεαροί όμως που συνήθισαν την παρουσία του τόσες μέρες ανησύχησαν οπότε πάνε στο διαμέρισμά του να δουν μήπως και έπαθε κάτι.
Βρίσκουν την πόρτα ανοιχτή και περνούν μέσα, τα φώτα όλα κλειστά, αριστερά, δεξιά ψάχνουν κανένας, στο βάθος βλέπουν το φως από το μπάνιο
Αναμμένο, ανοίγουν την πόρτα και έκπληκτοι βλέπουν το γέρο αραχτό με τα δυο του χέρια να την παίζει.
Ο ένας από αυτούς τον ρωτά: Παππού τι κανείς εδώ;
Νααα μια τελευταία πρόβα, έτσι και μου σηκωθεί έρχομαι να σας γαμ... Ω όλους!
Ω Θεέ μου!
Τέσσερις μητέρες συζητάνε πίνοντας το καφεδάκι τους. Η μία από αυτές όλο περηφάνια λέει για τον γιό της που είναι ιερέας.
- Ο γιός μου είναι τόσο αγαπητός στην ενορία του που όπου κι αν πηγαίνει όλοι τον καλούν Πάτερ μου και περάστε Πάτερ μου.
Η δεύτερη λέει.
- Ο δικός μου είναι αρχιμανδρίτης. Όλοι τον προσφωνούν Αιδεσιμότατε και καλώς ήρθατε Αιδεσιμότατε.
Η τρίτη με την σειρά της λέει για τον δικό της γιό.
- Ο δικός μου είναι αρχιεπίσκοπος και όλοι τον φωνάζουν Παναγιότατο.
Η τέταρτη μητέρα συνεχίζει να πίνει τον καφέ της ακούγοντας τις άλλες σιωπηλή οπότε οι άλλες την κοιτάνε και την ρωτούν για τον γιό της.
- Λοιπόν ο δικός σου γιός τι είναι;
- Α! Ο δικός μου γιός είναι ένας παίδαρος 1.90 με σώμα μποντιμπίλτερ και είναι στρίπερ. Κάθε που βγάζει τα ρούχα του όλοι λένε; Ω ΘΕΕ ΜΟΥ!
Ένας που βρισκόταν σε μια ερημική περιοχή κάπου ανάμεσα σε Αθήνα και Λαμία.
Ήταν χειμώνας, έκανε παγωνιά. Έκανε ώτο- στοπ για να πάει μέσα στην πόλη. Η ώρα ήταν περασμένες 2:00 τα μεσάνυχτα. Από τα λιγοστά αυτοκίνητα που πέρασαν κανένα δεν σταμάτησε. Τα χέρια του είχαν κοκαλώσει, μελάνιασε από το κρύο.
Καταλάβαινε πως αν δεν σταματήσει κάποιος μέσα σε λίγη ώρα θα έφτανε το τέλος του. Ελπίδες δεν είχε. Σκέφτηκε και είπε ε! αφού θα πεθάνω που θα πεθάνω ας ξαπλώσω στη μέση του δρόμου για να με βρουν. Εκεί που ξάπλωσε, από μακριά βλέπει ένα αυτοκίνητο να έρχεται με μικρή ταχύτητα, σηκώνεται τρέχει, ανοίγει την πόρτα μπαίνει μέσα.
Ααχ! παράδεισος είναι εδώ. Χίλια ευχαριστώ που σταμα... Στα.. Γυρίζει και βλέπει το κάθισμα του οδηγού άδειο. Το τραύλισμα άρχισε να μετατρέπεται σε πανικό όταν το αυτοκίνητο συνέχιζε να προχωράει! Αμάν το αμάξι είναι στοιχειωμένο! έκανε να ανοίξει την πόρτα να κατέβει αλλά ο τσουχτερός αέρας του άλλαξε το μυαλό.
Μπριτς! που θα κατέβω! στοιχειωμένο, ξεστοιχειωμένο εγώ εδώ θα μείνω. Το αυτοκίνητο εν τω μεταξύ συνέχιζε την πορεία του κανονικά είχε μπει στην εθνική και κάπου αργότερα έστριψε σ` ένα βενζινάδικο πήρε βενζίνη, σε λίγο ανοίγει η πόρτα του οδηγού, και μπαίνει ένας μέσα.
- "Αχ! μη! μη κύριε μπαίνετε σ` αυτό το αμάξι! είναι στοιχειωμένο!"
- "Πιο στοιχειωμένο ρε μαλάκα! απ` τα διόδια το σπρώχνω!"