Παντρεύτηκε κάποιος και πήγε για δέκα μέρες γαμήλιο ταξίδι. Έδωσε εντολή στους υπαλλήλους του να μην τον ενοχλήσουν για κανέναν και για τίποτα. Την τρίτη όμως ημέρα χτυπά το τηλέφωνο του και στη γραμμή ακούει έναν υπάλληλο του να του λέει:
- "Αφεντικό!"
- "Τι είναι ρε! Δεν σας είπα να μην με ενοχλήσει κανείς;"
- "Να αφεντικό σε πήρα να σου πω πως έσπασα το φτυάρι!"
- "Και πως το έσπασες;"
- "Να το έσπασα καθώς άνοιγα ένα λάκκο."
- "Και γιατί άνοιγες το λάκκο;"
- "Για να θάψω το σκυλί."
- "Γιατί ψόφησε το καλό μου το σκυλί; πως έγινε αυτό;"
- "Να κάηκε αφεντικό όταν πήρε φωτιά ο στάβλος!"
- "Πήρε φωτιά ο στάβλος; Από τι;"
- "Πετάχτηκε μια σπίθα όταν πήρε φωτιά το σπίτι!"
- "Πήρε φωτιά το σπίτι; ποιος την έβαλε;"
- "Η μητέρα σου κρύωνε και άναψε το μαγκάλι, αλλά αυτό έγειρε και πήρε φωτιά όλο το σπίτι και κάηκε. Α! αφεντικό κάηκε και η μητέρα σου!"
Μόλις άκουσε αυτός τα μαντάτα άρχισε να χτυπιέται και να λέει:
- "Τι είμαι εγώ ένα τίποτα δεν είμαι! Δεν έχω σκύλο, δεν έχω στάβλο, δεν έχω σπίτι, δεν έχω και μάνα. Όλα αρνητικά μου πάνε στη ζωή, όλα αρνητικά!"
Τότε ο υπάλληλος άρχισε να φωνάζει από την άλλη άκρη της γραμμής.
- "Αφεντικό έχεις ένα θετικό, έχεις ένα θετικό!"
- "Τι θετικό έχω μου λες;"
- "Να θυμάσαι που έκανες εξετάσεις για το AIDS; να λοιπόν ήρθε ένα γράμμα βγήκε Θετικό!"
Ήταν μια φορά ένας αγρότης, σε όλη του τη ζωή δούλευε σκληρά και σιγά σιγά από ένα χωραφάκι που είχε κατάφερε να αποκτήσει πολλά και να έχει πολλούς ανθρώπους για να τον βοηθάνε.
Για να κάνει όμως μια τόσο μεγάλη περιουσία δεν είχε πάει ποτέ στη ζωή του διακοπές και γενικά δεν είχε χαρεί τίποτα στη ζωή του ούτε τα χρήματα που είχε κερδίσει ούτε την οικογένειά του.
Αποφάσισε λοιπόν μια φορά να πάει μόνος του διακοπές για ένα μήνα για να ξεκουραστεί και να ξεδώσει λιγάκι. Πριν φύγει λοιπόν έδωσε ρητή εντολή να μην τον ενοχλήσει κανείς εκτός και αν ήταν μεγάλη ανάγκη. Τους έδωσε λοιπόν έναν αριθμό τηλεφώνου στον οποίο θα μπορούσαν να τον βρουν μονάχα αν ήταν μεγάλη ανάγκη και έφυγε.
Μετά από μια βδομάδα χτυπάει το τηλέφωνο και ήταν ένας εργάτης του. «για σου αφεντικό» του λέει «σε πήρα για να σε ρωτήσω αν μπορώ να πάρω ένα καινούριο φτυάρι γιατί το παλιό μας έσπασε»
- «Μα καλά δεν σας είπα να μην με πάρετε τηλέφωνο για ασήμαντα πράγματα? Και στο κάτω κάτω πως έσπασε το φτυάρι μας αφού τα χωράφια μας έχουν χώμα με ελάχιστες πέτρες.» του απάντησε το αφεντικό.
- «Ε μα δεν σκάβαμε στα χωράφια μας αλλά στο βουνό.»
- «Και γιατί σκάβατε στο βουνό?»
- «Για να θάψουμε το σκύλο»
- «Πέθανε ο σκύλος? Μα καλά από τι?»
- «Αφηνιάσανε τα άλογα από τη φωτιά στο στάβλο και άρχισαν να τρέχουν και ποδοπάτησαν το σκύλο και τον σκότωσαν»
- «Έπιασε φωτιά ο στάβλος και γιατί έπιασε φωτιά?»
- «Ε… είχε πιάσει φωτιά στο σπίτι σας και μετά επεκτάθηκε και η φωτιά στο στάβλο»
- «Έπιασε φωτιά το σπίτι μου από τι?»
- «Ένα από τα κεράκια δίπλα στο φέρετρο της γυναίκας σας έπεσε κάτω και πήρε φωτιά το σπίτι»
- «Πέθανε η γυναίκα μου? Από τι?» ο καημένος είχε πια απηυδήσει.
- «Αυτοκτόνησε από τον καημό της όταν ο γιος σας πνίγηκε στο ποτάμι»
- «Πνίγηκε ο μοναχογιός μου στο ποτάμι! Μα καλά δεν έχεις τίποτα θετικό να μου πεις?»
Σκέφτεται για λίγο και του απάντα «ναι αμέ θυμάστε κάτι εξετάσεις AIDS που κάνατε? Ε θετικές είναι».
Ένας τύπος πάει σε ένα μπαρ, αφού παραγγέλνει ένα ποτό λέει στο μπάρμαν;
- "Βάζω στοίχημα 5000 δρχ. ότι μπορώ να κατουρήσω στο
Ποτήρι απ` την άλλη άκρη του μπαρ."
Ο μπάρμαν λέει:
- "Είμαι μέσα."
Ο τύπος παραγγέλνει αλλά δυο ποτά και τοποθετεί τις 5000 δρχ. Στον πάγκο.
Πάει στην άλλη άκρη του μπαρ κατεβάζει το φερμουάρ και προσπαθεί να κατουρήσει στο ποτήρι, στην προσπάθεια του κατούρησε σε όλο το πάτωμα του μαγαζιού χωρίς να κατορθώσει να βάλει ούτε σταγόνα στο ποτήρι που βρισκόταν στην άλλη άκρη του μαγαζιού .
Ο μπάρμαν χαμογελάει περνώντας τις 5000 δρχ. Ο τύπος πάει πίσω στον πάγκο χαμογελώντας, και ο μπάρμαν τον ρωτάει:
- "Έχασες 5000 δρχ. Και χαμογελάς;"
Ο τύπος του απαντά:
- "Δεν πειράζει! Έβαλα στοίχημα 100.000 δρχ. Με όλους τους θαμώνες του μπαρ ότι θα κατουρήσω σε όλο το πάτωμα και θα σε κάνω να χαμογελάσεις."
Το παγώνι και ο πανκ...
Ένας καλοντυμένος κύριος μπαίνει σε ένα μπαρ και κάθεται στον πάγκο. Εκείνη την στιγμή έρχεται και ένας νεαρός πανκ με πολύχρωμο όρθιο μαλλί. Εντυπωσιασμένος ο κύριος παρατηρεί την κόμμωση του νεαρού.
Ο νεαρός πανκ ενοχλημένος απευθύνεται στον κύριο:
- Ε! γέρο, τι χαζεύεις έτσι; Στα νιάτα σου δεν έκανες ποτέ τίποτα τρελό;
- Ασφαλώς απαντά ο κύριος. Και μάλιστα μια φορά, όταν ήμουν 18 ετών, στο μεθύσι μου επάνω πήδηξα ένα παγώνι και τώρα αναρωτιέμαι μήπως είσαι γιος μου.