Skip to main content
Oι επιβάτες μιας πτήσης της Ryanair κάθονται στις θέσεις τους και περιμένουν τους πιλότους.
Σύντομα, δύο άνδρες με στολή πιλότου μπαίνουν στον αεροπλάνο.
Φορούν μαύρα γυαλιά. Ο ένας από τους δύο συνοδεύεται από έναν σκύλο για τυφλούς κι ο άλλος βρίσκει το δρόμο του με την βοήθεια ενός άσπρου μπαστουνιού.
Προχωρούν στον διάδρομο, μπαίνουν στο πιλοτήριο και κλείνουν την πόρτα. Πολλοί από τους επιβάτες γελούν νευρικά κι όλοι κοιτάζονται με μία έκφραση που πηγαίνει από την έκπληξη στον φόβο ή τον σκεπτικισμό. Μερικοί ψάχνουν τις κάμερές τους.
Μερικά λεπτά αργότερα, οι μηχανές του αεροπλάνου ξεκινούν και το αεροπλάνο επιταχύνει στην πίστα. Τρέχει όλο και πιο γρήγορα και μοιάζει σα να μην πρόκειται να απογειωθεί ποτέ.
Οι επιβάτες κοιτάζουν από τα παράθυρά τους και διαπιστώνουν ότι το αεροπλάνο κατευθύνεται ίσια σε μια λίμνη που βρίσκεται στο τέλος του διαδρόμου απογείωσης.
Το αεροπλάνο τώρα τρέχει πολύ γρήγορα στην πίστα και πολλοί επιβάτες διαπιστώνουν ότι δεν πρόκειται να απογειωθούν ποτέ και ότι όλοι θα πέσουν στην λίμνη.
Οι φωνές των έντρομων επιβατών γεμίζουν το αεροπλάνο, αλλά αυτή ακριβώς τη στιγμή, το αεροπλάνο απογειώνεται γλυκά, χωρίς το παραμικρό πρόβλημα.
Οι επιβάτες ηρεμούν και χαμογελούν, νιώθοντας λίγο ανόητοι που πίστεψαν σε αυτό το κακόγουστο αστείο. Λίγα λεπτά αργότερα το γεγονός ξεχάστηκε.
Στο πιλοτήριο, ο πιλότος ψαχουλεύει το ταμπλό με τα όργανα, βρίσκει το κουμπί του αυτόματου πιλότου και τον βάζει σε λειτουργία.
Mετά γυρνάει και λεει μετά στον συγκυβερνήτη:
- Ξέρεις τι πραγματικά με φοβίζει;
- Όχι, απαντά ο άλλος.
- Μια απ αυτές τις μέρες, οι επιβάτες θα βάλουν τις φωνές πολύ αργά και θα πνιγούμε όλοι μας...
Πάει ένας κεφαλλονίτης ναυτικός στον παπά να εξομολογηθεί.
- Δέσποτα μου, αμέτρητα είναι τα αμαρτήματά μου!
- Πόσα είναι, βλοημένε;
- Μάντεψε, παπά μου.
- Δέκα;
- Βάλε.
- Είκοσι;
- Βάλε.
- Τριάντα;
- Βάλε.
- Σαράντα;
- Λίγο παρακάτω.
- Τριαντα οκτώ;
- Φούντο, παπά μου, το βρήκες.
- Α, τέκνον μου, τα αμαρτήματά σου είναι πολλά. Θα πρέπει να πας σε ένα μοναστήρι για να συγχωρεθείς.
- Ποιό μοναστήρι, παπά μου; Εδώ, στον Αγιο Γεράσιμο;
- Όχι, πιο μακριά.
- Στο Αγιο Όρος;
- Όχι, πιο μακριά.
- Στη Κωνσταντινούπολη;
- Όχι, πιο μακριά.
- Στα Ιεροσόλυμα;
- Όχι, πιο μακριά.
- Στο Σινά;
- Πιο μακριά!
- Ε, που στο διάολο, παπά μου;
- Φούντο!
Δυο γηραιές κυρίες, που δεν μπορούν να δουν πέρα απ τη μύτη τους, είναι σ ένα αυτοκίνητο και πάνε βόλτα . Φτάνουν σε μια διασταύρωση, το φανάρι είναι κόκκινο, αλλά περνάνε χωρίς να σταματήσουν καθόλου. Η γρια που κάθεται στη θέση του συνοδηγού σκέφτεται:
- «Μου φαίνεται ότι τα χάνω. Είχα την εντύπωση ότι το φανάρι ήταν κόκκινο» Στην επόμενη διασταύρωση, πάλι κόκκινο το φανάρι, πάλι περνάνε χωρίς να σταματήσουνε, πάλι είχε τις αμφιβολίες της η γριά, που καθότανε στη θέση του συνοδηγού, αλλά δεν είπε ούτε αυτή τη φορά τίποτα. Όταν όμως περάσανε και το τρίτο φανάρι με κόκκινο, λέει στην άλλη γριά, που οδηγούσε:
- Αγλαΐα! Ξέρεις ότι περάσαμε τρία φανάρια, το ένα μετά το άλλο, με κόκκινο; Έτσι όπως πας θα μας σκοτώσεις! Και η Αγλαΐα:
- Πώς; Εγώ οδηγώ;
Ο κύριος της ιστορίας μας είχε ένα φοβερό πάθος στην ζωή του. Αγαπούσε υπερβολικά ένα φαγητό: Τα βραστά φασόλια! Του άρεσαν πολύ, αλλά του δημιουργούσαν μια μάλλον προσβλητική για τους άλλους αντίδραση, που παράλληλα τον έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση.
Κάποτε συνάντησε μια όμορφη κοπέλα και την ερωτεύθηκε. Όταν ήταν προφανές ότι η σχέση τους οδηγούσε σε γάμο, σκέφτηκε ότι δεν θα ήταν δυνατόν να προχωρήσουν σε μια τέτοια ενέργεια αν δεν έκανε κάτι πάνω στο πάθος που τον είχε κυριεύσει. Έτσι, αποφάσισε να κάνει την ύστατη θυσία: Εγκατέλειψε τα φασόλια!
Λίγους μήνες αργότερα, καθώς γύριζε από την δουλειά, το αυτοκίνητό του χάλασε. Καθώς η δουλειά του ήταν εκτός πόλης, έπρεπε να περπατήσει αρκετά πριν μπορέσει να φτάσει στο σπίτι του και τηλεφώνησε για να ειδοποιήσει την γυναίκα του ότι θα αργούσε λιγάκι παραπάνω εκείνο το απόγευμα.
Όταν πέρασε έξω από ένα τοπικό μικρό εστιατόριο, το μαγευτικό άρωμα των βραστών φασολιών πλημμύρισε την μύτη του. Καθώς είχε ακόμη αρκετά χιλιόμετρα να περπατήσει, σκέφτηκε ότι με το περπάτημα, οι δυσάρεστες παρενέργειες των φασολιών θα είχαν εξασθενήσει φτάνοντας στο σπίτι. Μπήκε λοιπόν μέσα και έφυγε μόνο όταν είχε φάει τρία σπέσιαλ μεγάλα πιάτα από το αγαπημένο του φαγητό. Σε όλη την διάρκεια του περπατήματός του, συνεχώς άφηνε πίσω του χαρακτηριστικά την μυρωδιά του.
Τις αμόλαγε συνεχώς στην ανηφόρα και στην κατηφόρα και θα έλεγε κανείς ότι σημάδευε τον δρόμο πίσω του. Όταν, λοιπόν, έφτασε έξω από την πόρτα του, ένιωσε αρκετά ασφαλής και εκτονωμένος. Η γυναίκα του άνοιξε την πόρτα και του φάνηκε ότι ήταν κάπως ξαναμμένη. Του εξήγησε ότι του είχε την πιό απίθανη έκπληξη για το βραδινό του φαγητό και ότι η καθυστέρησή του δεν ήταν τίποτα εμπρός σε αυτό που θα του σερβίριζε!
Του πέρασε ένα μαντήλι γύρω από τα μάτια και τον οδήγησε στην καρέκλα στο κεφάλι του τραπεζιού και του ζήτησε να της υποσχεθεί ότι δεν θα κρυφοκοίταζε.
Ακριβώς εκείνη την στιγμή, ένιωσε μια πίεση στο εσωτερικό της κοιλιάς του, να κατεβαίνει προς τα κάτω. Την ώρα που η γυναίκα του ετοιμαζόταν να του βγάλει το μαντήλι και να του εμφανίσει την έκπληξη, το τηλέφωνο χτύπησε. Τον υποχρέωσε να της ξαναϋποσχεθεί ότι δεν θα κρυφοκοίταζε μέχρις ότου γυρίσει από το τηλέφωνο και πήγε να απαντήσει. Όσο εκείνη έλειπε, άδραξε την ευκαιρία, στήριξε το βάρος του στο ένα πόδι και την άφησε να φύγει. Δεν ήταν μόνο δυνατή αλλά βρωμούσε και σαν χαλασμένο αυγό. Ακόμη και ο ίδιος δυσκολεύτηκε να ανασάνει και γι αυτό, πηρε την χαρτοπετσέτα του και άρχισε να την κινεί γύρω του, ανακινώντας τον αέρα.
Μόλις είχε αρχίσει να νιώθει πιό καλά όταν μια ακόμη βιαστική εμφανίστηκε. Σήκωσε το πόδι του και ππρρρρρρρρρρρρτ, την άφησε ελεύθερη. Ακούστηκε σαν ντηζελομηχανή που αγκομαχούσε στην ανηφόρα και βρωμούσε ακόμη χειρότερα. Αρχισε να κουνά τα χέρια του τριγύρω, ελπίζοντας ότι η μυρωδιά θα αραίωνε, όταν η γυναίκα του θα επέστρεφε από το τηλέφωνο. Η κατάσταση άρχισε να επανέρχεται στο φυσιολογικό όταν την ξανάνιωσε.. Στηρίχτηκε στο άλλο πόδι του και την ελευθέρωσε. Αυτή ήταν πραγματικά φαρμακερή! Τα παράθυρα έτριξαν, τα πιάτα στο τραπέζι ταρακουνήθηκαν και ένα λεπτό αργότερα τα λουλούδια στο βάζο είχαν μαραθεί. Καθώς προσπαθούσε να κρατάει και τον νού του στην κουβέντα της γυναίκας του που βρισκόταν στο χωλ και κρατώντας την υπόσχεσή του να μην κρυφοκοιτάξει όση ώρα απουσίαζε, πέρασε το επόμενο δεκάλεπτο κλάνοντας και κουνώντας τα χέρια του με την χαρτοπετσέτα.
Όταν άκουσε τους τηλεφωνικούς αποχαιρετισμούς, πράγμα που σήμαινε ότι το τηλεφώνημα έφτανε στο τέλος του, προσεκτικά δίπλωσε την χαρτοπετσέτα του και την άφησε δίπλα στο πιάτο του, στο σημείο που βρισκόταν από την αρχή. Χαμογελώντας συγκαταβατικά, ήταν η εικόνα της αθωότητας, όταν η γυναίκα του μπήκε στο δωμάτιο.
Ζητώντας συγνώμη που άργησε τόσο πολύ στο τηλέφωνο, τον ρώτησε αν είχε κρυφοκοιτάξει στο τραπέζι και όταν βεβαιώθηκε ότι δεν είχε κάνει ζαβολιά, εκείνη τράβηξε το μαντήλι και φώναξε :
Εκπληξη!
Με ένα μεγάλο σοκ και με τρόμο, ανακάλυψε ότι δώδεκα άτομα ήταν καθισμένα γύρω από το τραπέζι, μαζεμένοι για το γενέθλιο πάρτυ του!
Αναζητώντας το Σταμάτη !
Αληθινή ιστορία: Η μάνα του Σταμάτη είναι βαριά άρρωστη και ο θείος του ο μπάρμπα-Θανάσης αποφασίζει να κατέβει (για πρώτη φορά στη ζωή του) στην Αθήνα από το χωριό για να τον βρει και να τον φέρει πίσω για να προλάβει τη μάνα του ζωντανή. Ο μπάρμπα-Θανάσης όμως δεν ξέρει πού μένει ο Σταμάτης στην Αθήνα. Το μόνο που ξέρει είναι ότι έχει ένα μεγάλο φορτηγό και κάνει μεταφορές.
"Θανέβω, θα κατέβω το δρόμο" σκέφτεται "που θα με πάει κάπου θα ιδώ το φορτηγό. Aντε το πολύ να κάθεται στο καφενείο"
Κατεβαίνει πρωί-πρωί στη Λάρισα και αρχίζει να περπατάει, να περπατάει, να στρίβει δεξιά, να στρίβει αριστερά. Ζαλίστηκε από το θόρυβο, τα αυτοκίνητα, τα μαγαζιά.
Κάποια στιγμή εκεί που πάει να περάσει απέναντι σε μια διασταύρωση ακούει μια σφυρίχτρα και το τροχονόμο να του φωνάζει:
"Πού πας, παππού, το ΣΤΑΜΑΤΗ δε τον βλέπεις;"
"Πούντος, παιδάκι μου, και τον ψάχνω απ τα χαράματα;"