Είναι κάτι φίλοι σε ένα καφενείο που συζητούν:
- Εγω που λέτε, πήρα στη γυναίκα μου, ένα εργαλείο που πιάνει τα 100 χμ. σε ένα μόλις λεπτό!
- Πω-πω ρε σύ,τι της πήρες ρε μεγάλε, φωνάζουν απο θαυμασμό όλοι οι υπόλοιποι.
- Ε, να ρε σεις,ειναι εκεί μια αμαξάρα φοβερή μιλάμε!
- Παιδιά, παιδιά! Αυτο δεν είναι τίποτα. Εγω της πήρα της γυναίκας μου ένα εργαλείο που πιάνει τα 100 χμ. σε τρία δευτερόλεπτα!
- Πλάκα κάνεις ρε μεγάλε! Τι εργαλείο ειναι αυτό να πούμε, φοβερο!λένε όλοι οι υπόλοιποι ενθουσιασμένοι.
- Ει, παιδιά! Δεν έχετε δει τίποτα ακόμα! Εγώ, μάγκες, της πήρα ενα εργαλείο που πιάνει τα 100 σε ενα δευτερόλεπτο!
- Και γαμώ ρε συ! Σε ένα δευτερόλεπτο. Αυτό είναι απίστευτο. Τι εργαλείο ειναι αυτο;
- Ζυγαριά!
Ταξίδευε κάποιος με ένα Autobianci στην εθνική και κάποια στιγμή του μένει τελείως. Ο άνθρωπος τα έβαλε με την τύχη του γι’αυτό που έπαθε. Εκείνη την ώρα περνούσε κάποιος με μια BMW και βλέπει την όλη κατάσταση.
- Φιλάρα μπορώ να σε τραβήξω μέχρι την επόμενη πόλη. Θα σε δέσω με ένα σχοινί, εσύ μπες στο δικό σου και άμα τρέχω ή κάτι δεν πάει καλά κόρναρε μου.
Δένουν τα δυο αυτοκίνητα και ξεκινάνε. Η BMW να πηγαίνει το πολύ με σαράντα χιλιόμετρα και ο άλλος από πίσω να είναι αραχτός με το τσιγάρο, χαζεύει το τοπίο.
Κάποια στιγμή δίπλα στην BMW έρχεται ένας με μια Mercedes και κάνει στον οδηγό της BMW:
- Χαιρετώ το χελωνάκι της εθνικής, και το σανιδώνει.
Τα παίρνει στο κρανίο ο οδηγός της BMW και καρφώνει το πόδι του στο γκάζι. Τελικά καταλήγουν τα δυο αυτοκίνητα να κάνουν άγρια κόντρα, τρέχοντας γύρω στα 250 χιλιόμετρα την ώρα. Ο άλλος από πίσω να κορνάρει απεγνωσμένα αλλά ο οδηγός της BMW είναι τόσο απορροφημένος με την κόντρα που τον έχει ξεχάσει τελείως.
Πιο κάτω είναι ένα περιπολικό της τροχαίας, βλέπει να περνούν, σαν σίφουνες τα τρία αυτοκίνητα και τρέχει να δώσει αναφορά στον ασύρματο.
- Εδώ όχημα 326, μόλις είδα κάτι τελείως τρελό.
- Τι πράγμα εννοείς;
- Μόλις πέρασαν μια BMW και μια Mercedes τρέχοντας με 250 χιλιόμετρα.
- Και που το παράξενο, τον ρωτάνε από τον ασύρματο.
- Από πίσω σε απόσταση ενός μέτρου έτρεχε και ένα Autobianci με 250 χιλιόμετρα και κόρναρε, κιόλας, για να προσπεράσει.
Ο ενοικιαστής καλεί τον ιδιοκτήτη της κατοικίας όπου διαμένει αγανακτισμένος.
- " Δεν πάει άλλο η κατάσταση . Το σπίτι έχει γεμίσει ποντίκια . "
- " Αποκλείεται δε σε πιστεύω " , απαντά ο ιδιοκτήτης .
- " Κάτσε και θα δεις . "
Πηγαίνει ο ενοικιαστής στην κουζίνα παίρνει ένα μεγάλο κομμάτι τυρί . Κόβει ένα κομματάκι και το πετάει χάμω . Σε κλάσματα δευτερολέπτου ένα ποντίκι το αρπάζει και εξαφανίζεται .
- " Σιγά του λέει ο ιδιοκτήτης ! Κάνεις έτσι για ένα ποντικάκι ; "
- " Περίμενε " , απαντά .
Κόβει δύο κομματάκια τυρί τα πετάει χάμω . Ξεπετάγονται αμέσως δύο ποντίκια τα αρπάζουν και εξαφανίζονται .
- " Σιγά μωρέ . Πως κάνεις έτσι για δύο ποντικάκια ! "
- " Δύο ; Περίμενε και θα δεις . "
Κόβει τέσσερα κομματάκια τυρί τα πετάει χάμω . Τέσσερα ποντίκια ορμάνε αρπάζουν το τυρί και φεύγουν .
- " Ε καλά . Και τι έγινε ; Για τέσσερα ποντίκια κάνεις τόση φασαρία ; "
- " Τέσσερα ; Για κοίταξε . "
Μοιράζει όλο το υπόλοιπο τυρί σε πολλά κομματάκια και τα πετάει χάμω . Αμέτρητα ποντίκια εμφανίζονται και αρπάζουν τα τυράκια . Ανάμεσα τους και ένα ψάρι !
- " Εεεεπ ! Τι γυρεύει το ψάρι εδώ " , ρωτάει ο ιδιοκτήτης ;
- " Aσε το ψάρι τώρα και δες τα ποντίκια . Για την υγρασία θα τα πούμε αργότερα ! "
Είναι ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας και περπατάνε στην Ν. Υόρκη, και βλέπουνε από μία πολυκατοικία να κρέμεται ένα τεράστιο πουκάμισο.
- Τι είναι αυτό, ρε Κωστίκα; λέει ο Γιωρίκας.
- Δεν ξέρω!
- Δεν ξέρεις; Αφού εσύ ξέρεις αγγλικά, ρώτα να μάθουμε.
Σταματά ο Κωστίκας έναν περαστικό και τον ρωτάει:
- Excuse me. Τίνος είναι το πουκάμισο αυτό;
- What?
- Του What είναι, λέει ο Κωστίκας στον Γιωρίκα.
Προχωράνε παρακάτω, βλέπουν ένα τεράστιο παντελόνι κρεμασμένο.
- Τι είναι αυτό, ρε Κωστίκα; λέει ο Γιωρίκας.
- Δεν ξέρω!
Σταματά ο Κωστίκας έναν περαστικό και τον ρωτάει:
- Excuse me. Τίνος είναι το παντελόνι αυτό;
- What?
- Ρε, του What είναι και αυτό. Τί τέρας ήταν αυτός! λέει ο Κωστίκας στον Γιωρίκα.
Προχωράνε παρακάτω και βλέπουν μία κηδεία.
- Ρε Κωστίκα, ρώτα ποιος πέθανε!
- Excuse me. Ποιός πέθανε;
- What?
- Ρε, ο What πέθανε!
- Μην λές βλακείες, λέει ο Γιωρίκας. Ο What είναι πέντε μέτρα άνδρας! Εδώ μέσα μόνο τα αρχίδια του χωράνε!
Μπαίνει ένας πολύ περίεργος τύπος σε ένα εστιατόριο και κάθεται απέναντι από έναν μεθυσμένο.
Φωνάζει το γκαρσόνι:
- Φέρτε μου ένα κοτόπουλο Γαλλίας.
Πάει το γκαρσόνι, λέει την παραγγελία στον μάγειρα:
- Δεν έχω Γαλλίας, λέει ο μάγειρας. Θα του βάλω κοτόπουλο από τα Γιάννενα.
Το πάει το γκαρσόνι στον περίεργο τύπο, το μυρίζει αυτός και λέει:
- Καλά, για χαζό με περνάτε; Εγώ ζήτησα κοτόπουλο Γαλλίας, όχι από τα Γιάννενα!
Το πάει πίσω το γκαρσόνι.
Ο μάγειρας έχει πεισμώσει και στέλνει στον τύπο ότι έχει.
Κοτόπουλο από το Νεοχώρι, την Αθήνα, την Αρτα, την Ιταλία, την Βραζιλία.
Ο τύπος τα μυρίζει, καταλαβαίνει από που είναι, και τα στέλνει όλα πίσω.
Σηκώνεται ο μεθυσμένος, πάει στον τύπο σκουντουφλώντας από το μεθύσι και λέει:
- Ρε φιλαράκι, δεν μυρίζεις και εμένα; Γιατί δεν θυμάμαι που μένω!
Μέσα στη θύελλα ένας νταλικέρης πηγαίνει με 150 χλμ. 160 χλμ., 170 χλμ.
Ξαφνικά, μες στην ομίχλη βλέπει μπροστά του ένα άσπρο ανθρωπάκι.
Του κάνει νόημα το ανθρωπάκι, αυτός τρελαίνεται και σταματάει αμέσως τη νταλίκα.
Τον πλησιάζει το λευκό ανθρωπάκι και του λέει:
- Είμαι λευκό ανθρωπάκι και πεινάω.
Ο νταλικέρης ψάχνει στη νταλίκα, βρίσκει φαγητό και του το δίνει.
Το άσπρο ανθρωπάκι κλείνει την πόρτα και εξαφανίζεται στην ομίχλη.
Ο νταλικέρης τα έχει τελείως χαμένα αλλά τι να κάνει, συνεχίζει την πορεία του.
500 μέτρα πιο κάτω και ενώ πηγαίνει με 170 χλμ. βλέπει ένα κόκκινο ανθρωπάκι να του κάνει νόημα.
Ανοίγει με τη μία το κόκκινο ανθρωπάκι την πόρτα και του λέει:
- Είμαι ένα κόκκινο ανθρωπάκι και διψάω.
Ε, τι να κάνει ο νταλικέρης, καλός άνθρωπος από τη φύση του, σκέφτεται:
- Αφού έδωσα στον έναν φαγητό, ας δώσω και σε αυτόν νερό.
Του δίνει όσο νερό έχει. Κλείνει την πόρτα το ανθρωπάκι και ο νταλικέρης συνεχίζει την πορεία του.
Μπαϊλντισμένος, καθώς έχει δώσει και το νερό και το φαγητό του, αναρωτιέται:
- Τι διάολο, μέσα σε δέκα λεπτά μου τα έχουν πάρει όλα... Λευκά ανθρωπάκια, κόκκινα ανθρωπάκια, τι είναι αυτό το πράγμα; Ρε, μήπως με δουλεύουν εδώ πέρα;
Λίγα μέτρα πιο κάτω βλέπει ένα μπλε ανθρωπάκι.
- Α ρε, τι θα μου πάρει τώρα αυτός;
Πλησιάζει, σταματάει, ανοίγει την πόρτα και λέει:
- Ναι, ξέρω, είσαι ένας μπλε μαλάκας. Για πες, λοιπόν, τι θέλεις;
Και το μπλε ανθρωπάκι απαντάει:
- Αδεια και δίπλωμα, παρακαλώ!