φρέσκα ανέκδοτα

Πάνε ο Κωστίκας κι ο Γιωρίκας για κυνήγι. Μετά απο πολλές ώρες περιπλάνησης ο Κωστίκας βρίσκει μια αρκούδα (αρσενικό για την ακρίβεια).
Με σιγανά βήματα την πλησιάζει και σημαδεύει με το όπλο μα την τελευτία στιγμή που πυροβολεί παραπατάει και αστοχεί... Η αρκούδα τα παίρνει και τον αρχίζει στο κυνήγι.
Φωνές ο Κωστίκας, πανικός, τρεχαλητό ώσπου σε μια φάση βρίσκει ένα δέντρο και σκαρφαλώνει με την μία. Η αρκόυδα απο κάτω να αρχίσει να κουνάει το δέντρο να προσπαθεί να σκαρφαλώσει και ο Κωστίκας να φωνάζει τον Γιωρίκα.
Τελικά ο Γιωρίκας ακούει και με το που βλέπει την κατάσταση οπλίζει με την μία και ετοιμάζεται να βαρέσει...
- Στο κεφάλι Γιωρίκα, στο κεφάλι ρίξτου, φωνάζει ο Κωστίκας.
Μες στον πανικό του ο Γιωρίκας πυροβολάει και πετυχαίνει το δεξιό αρχ... Δι της αρκούδας.
Κραυγές η αρκούδα, πόνο και με ακόμα περισσότερα νεύρα αρχίζει να κουνάει το δέντρο δυνατότερα.
- Στο κεφάλι ρε Γιωρίκα λέμε. Στο κεφάλι. Γρήγορα θα πέσω, ξαναφωνάζει ο Κωστίκας.
Ξαναοπλίζει αγχωμένος ο Γιωρίκας και προσπαθεί να ξανασημαδέψει με το όπλο αλλά και πάλι απο τον πανικό του πετυχαίνει το αριστερό αρχ... Δι της αρκούδας η οποία πεθαίνωντας στον πόνο ήταν έτοιμη να ρίξει το δέντρο. Και ο Κωστίκας:
- Στο κεφαλι ριξε ρε μαλ@κα. Να με φαει θελει, οχι να με γ@μησει!
Ηροφορείται ότι στην άλλη άκρη του κόσμου υπάρχει ένα πανύψηλο βουνό, στην κορυφή του οποίου βρίσκεται ένα παλάτι και μέσα στο οποίο κατοικεί ο γέροντας που κατέχει την απόλυτη σοφία της ζωής.
Ζαλώνεται, λοιπόν, την ασπίδα, γραπώνει τη σπάθα, φοράει το γούνινο σωβρακάκι του και ξεκινάει για το βουνό.
Περνάει την Έρημο της Δίψας, το Φαράγγι Χωρίς Πάτο, ξυστά απ' το Πηγάδι των Χιλίων Ευχών, και μετά από πορεία εκατό ημερών στην Τούνδρα των Μηδέν Βαθμών Κέλβιν, φτάνει στους πρόποδες του Βουνού της Σοφίας, το οποίο βλέπει να χάνεται μέσα στα σύννεφα.
Αρχίζει την ανάβαση, τα μπράτσα σφίγγονται, οι φλέβες τινάζονται, το γούνινο σωβρακάκι τον προστατεύει απ' το κρύο.
Βρυχάται όταν, κουρασμένος από την ανάβαση, πατάει στο πλάτωμα στην κορυφή και βλέπει το κάστρο του Γέροντα να ορθώνεται απροσπέλαστο μπροστά του.
Η ξύλινη πύλη είναι κλειστή, αλλά την γκρεμίζει βρυχόμενος με ένα χτύπημα της ασπίδας του. Η επόμενη πόρτα, πιο βαριά, απαιτεί πιο δυνατό χτύπημα. Η τρίτη, σιδερένια, πέφτει μετά απ'το δεύτερο χτύπημά του. Η τελευταία βαριά σιδερένια πόρτα πέφτει με θόρυβο καθώς ο βρυχηθμός του Κόναν σπάει τη σιωπή της ψυχρής κυκλικής αίθουσας, στην οποία ο γέροντας συλλογίζεται με τα δάχτυλα ενωμένα κάτω απ'το πηγούνι του καθισμένος στον θρόνο του.
Ο Κόναν πλησιάζει το κέντρο της αίθουσας και ακουμπάει τα όπλα του μπροστά στα πόδια του Σοφού.
- Respect, γέροντα. Μου είπαν ότι κατέχεις το μυστικό των μυστικών.
- Υπάρχουν και τα πόμολα, Κόναν.
- Μιλάς με γρίφους, γέροντα...
Ήταν 4 φίλοι, που πήγαιναν για κυνήγι, για πολλά χρόνια.
Φέτος, δύο μέρες πριν αναχωρήσουν, η γυναίκα του ενός, του Γιάννη, πατάει πόδι και του λέει ότι:
"Δεν θα πάς!"
Οι άλλοι τρεις θύμωσαν, απογοητεύτηκαν, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν και τίποτα.
Σε δύο μέρες, που έφθασαν στον προορισμό τους, βλέπουν τον Γιάννη (!) να έχει στήσει σκηνή, είχε μαζέψει ξύλα και ανάψει φωτιά, και είχε έτοιμο και το φαγητό !
- Καλά ρε φίλε, του λέει ο Κώστας, πόση ώρα είσαι εδώ?
- Για να σας πω την αλήθεια, λέει ο Γιάννης, ήρθα χθες το βραδάκι.
- Και πως έγινε αυτό; του λένε.
- Να, χθες το απογευματάκι, καθόμουν στην πολυθρόνα και έβλεπα τηλεόραση, όταν ήρθε η γυναίκα μου από πίσω, μου κάλυψε τα μάτια με τα χέρια της και με ρώτησε:
- "Μάντεψε, ποιος είναι;"
Της τράβηξα τα χέρια και φορούσε ένα ολοκαίνουριο σέξι νεγκλιζέ!. Με τράβηξε στο υπνοδωμάτιο, το οποίο είχε στολίσει με ροδοπέταλα και είχε ανάψει κεριά! Στο κρεβάτι, είχε χειροπέδες και σχοινιά. Μου είπε να την δέσω στο κρεβάτι, και όταν το έκανα μου είπε:
- Κάνε ότι γουστάρεις!
Να ‘μαι κι εγώ εδώ! Ήρθα!
Ήταν κάποτε ένα τύπος που την είχε 50 εκ.
Ήθελε όμως να την μικρύνει κάπως γιατί δεν υπήρχε παντελόνι να την χωράει.
Πάει λοιπόν σε μια μάγισσα και της εξηγεί το πρόβλημά του.
Η μάγισσα:
- Κύριέ μου, εγώ δεν πολυκαταλαβαίνω γιατί θέλετε να ... συμμαζέψετε το πρόβλημα - προσωπικά δεν το βλέπω για πρόβλημα, εάν με πιάνετε- αλλα τέλοσπάντων θα πρέπει να κάνετε αυτό που θα σας πω.
- Για πείτε μου.
Βγάζει εναν χάρτη αυτή, και στη μέση είχε ένα μεγάλο δάσος.
Θα πάτε εδώ στη μέση, στη λιμνούλα, τα μεσάνυχτα. Θα βρείτε εκεί έναν βάτραχο που μιλάει. Είναι ο μόνος βάτραχος, και ο μόνος που μιλάει. Θα φαίνεται, όλο το βράδυ κάνει φασαρία.
Λοιπόν, με το που τον βρείτε θα πρέπει να του πείτε κάτι ώστε αυτός να απαντήσει Κάθε φορά που θα λέει ΟΧΙ, θα σας μικραίνει κατα δέκα εκατοστά! ΟΚ;
- Οκ
Πάει λοιπόν ο φίλος μας στο δάσος τα μεσάνυχτα.
Βρίσκει τον βάτραχο, σκέφτεται την ερώτηση και του λέει:
- Θες να με παντρευτείς;
Ο βάτραχος τον κοιτάει καλά καλά και του λέει
"Οχι"
40 εκατοστά.
"Ωραία" σκέφτεται.
Του ξαναλέει
"Θες να με παντρευτείς ;"
"Οχι!"
30 εκατοστά.
"Ωραίαααα. Άλλη μια φορά και θα'μαστε ΟΚ" σκέφτεται.
Του ξαναλέει:
"Θες να με παντρευτείς ;"
Και ο βάτραχος:
"Εεεε είπαμε ρε φίλε! ΟΧΙ ΟΧΙ ΟΧΙ !"
Ένας Αμερικανός βρίσκεται για δουλειές στη Σαουδική Αραβία και νοικιάζει ένα αυτοκίνητο. Εκεί που τρέχει με 150 στη μέση της ερήμου τον σταματάει ένα περιπολικό.
"Κύριε, του λέει ο αστυνομικός, τρέχατε με 150 ενώ το όριο εδώ είναι 70".
"Ε, καλά, λέει άνετα ο Αμερικάνος, πείτε μου πόσο είναι το πρόστιμο να τελειώνουμε γιατι βιάζομαι".
Εδώ ισχύει ο Οθωμανικός νόμος, λέει αυστηρά ο αστυνομικός. Δεν έχει πρόστιμα. Θα σε πάμε στην πόλη και εκεί θα έρθει ο Αμπτούλ και θα σε γ..."
Τον Αμερικάνο τον λούζει κρύος ιδρώτας. "Τι είναι αυτά που λέτε, εγώ είμαι Αμερικανός πολίτης, θέλω να δώ τον πρέσβη". Ο αστυνομικός δεν καταλαβαίνει τίποτα. Τον βάζει στο περιπολικό και τον πηγαίνει κατευθείαν στο δικαστή.
Ο Αμερικάνος φωνάζει, διαμαρτύρεται αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Μη μπορώντας να κάνει τίποτα άλλο περιμένει τη σειρά του.
Φέρνουν τον πρώτο κατηγορούμενο που κατηγορούνταν για ληστεία. "Να του κόψετε το δεξί χέρι" αποφασίζει ο δικαστής. Φέρνουν το δεύτερο που κατηγορούνταν για βιασμό και αποφασίζει να του κόψουν τα δύο χέρια και να τον ευνουχίσουν. Φέρνουν τον τρίτο που κατηγορούνταν για φόνο και αποφασίζει να του κόψουν το κεφάλι.
Γεμάτος αγωνία τότε ο Αμερικάνος γυρίζει στον Αμπτούλ που στεκόταν δίπλα του και του λέει:
"Εμείς Αμπτούλ ένα γαμισάκι και τελειώσαμε, έτσι ;..."
Σε ένα σχολείο με πλουσιόπαιδα βάζει η δασκάλα άσκηση για τη χρήση του επιρρήματος "προφανώς" στις προτάσεις.
Ξεκινάει η Ζέτα, κόρη βιομήχανου:
- Προχθές στη δεξίωση, δοκίμασα τα ορεκτικά και ήταν πολύ αλμυρά. Προφανώς το χαβιάρι δεν ήταν καλής ποιότητας.
- Μπράβο Ζέτα, λέει η δασκάλα και δίνει το λόγο στον Αρθούρο.
- Το Σάββατο κατεβήκαμε στο γκαράζ και είδα μόνο τη Bugatti και τη Bentley. Προφανώς ο μπαμπάς είχε πάει βόλτα με τη Rolls Royce.
Σειρά της Έλενας:
- Το καλοκαίρι πήγαμε κρουαζιέρα με τη μεγάλη μας θαλαμηγό. Προφανώς το μικρότερο σκάφος έμεινε στην ιδιωτική μαρίνα μας.
- Μπράβο Ελενίτσα, λέει η δασκάλα και αναγκαστικά δίνει το λόγο και στον Τοτό:
- Το καλοκαίρι που ήμουν στο χωριό, είδα τη γιαγιά να αρπάζει τη Financial Times του μπαμπά από το τραπέζι και να τρέχει προς το βουνό. Προφανώς την είχε πιάσει κόψιμο.
Ένας νεαρός αφήνει τη φίλη του στο σπίτι της, μετά από ένα ραντεβού τους. Όταν φτάσανε στην πόρτα του σπιτιού της, στηρίζεται με το ένα χέρι του στον τοίχο και της λέει:
- Θα μου πάρεις μια πίπα;
- Τι; Είσαι τρελός;
- Μη σε νοιάζει, θα κάνουμε γρήγορα, λέει αυτός.
- Όχι! Κάποιος μπορεί να μας δει.
- Μα έλα τώρα. Μια μικρή πίπα, επιμένει αυτός. Αλλωστε το ξέρω ότι σ αρέσει.
- Όχι! Είπα όχι!
- Μωρό μου, μη μου το κάνεις αυτό.
Ξαφνικά η μικρότερη αδελφή της κοπέλας εμφανίζεται στην πόρτα, αγουροξυπνημένη, τρίβοντας τα μάτια της. Τους κοιτάζει και τους δυο και λέει:
- Ο μπαμπάς είπε είτε εσύ να του πάρεις μια πίπα, είτε εγώ να του πάρω μια πίπα, είτε να σηκωθεί εκείνος και να έρθει να του πάρει μια πίπα, αλλά, για όνομα του θεού, πέσ του δικού σου να πάρει το χέρι του απ
Το θυροτηλέφωνο, για να μπορέσουμε να κοιμηθούμε λιγάκι.
Ένα πρωί πλησιάζει στο συνοριακό φυλάκιο της Κακαβιάς ένας τύπος καβάλα σε ένα ποδήλατο. Στους ώμους του κρέμονται δύο σάκοι.
- "Επ, που πας εσύ", τον ρωτάει με καχυποψία ο φύλακας. "Τι έχεις μέσα στους σάκους;"
- "Αμμο", απαντάει ο τύπος.
- "Τι άμμο και μαλακίες μου λες. Χθεσινός είμαι; Κατέβα αμέσως για έλεγχο."
Κατεβαίνει αυτός και αρχίζει να ψάχνει ο τελωνιακός μέσα στην άμμο. Μετά από δύο ώρες ψαξίματος δε βρίσκει τίποτα και αφήνει τον τύπο να περάσει.
Την άλλη μέρα το πρωί η ίδια δουλειά. Ο τύπος με το ποδήλατο πλησιάζει, το σταματάει ο τελωνιακός, του παίρνει τους σάκους και μετά από τέσσερεις ώρες επίμονου ψαξίματος τον αφήνει να περάσει.
Την τρίτη μέρα να σου πάλι ο τύπος, καβάλα στο ποδήλατο με τους δύο σάκους να κρέμονται στου ώμους του.
- "Ρε γαμώτο, πάλι εσύ; Τι θα γίνει με την περίπτωση σου; λέγε τι κουβαλάς μέσα στους σάκους."
- "Αμμο."
- "Καλάααα... Κατέβα για έλεγχο."
Έξι ώρες παιδευόταν ο τελωνιακός. Εξέτασε την άμμο κόκκο προς κόκκο αλλά τίποτα.
Επί έξι μήνες, κάθε πρωί ο τύπος ερχότανε, έπινε τον καφέ του όσο ο τελωνιακός ξεσκιζότανε να βρει κάτι μέσα στην άμμο και πέρναγε απέναντι καβάλα στο ποδηλατάκι του με τους δυο σάκους άμμο. Μέχρι στο χημείο του κράτους είχε στείλει την άμμο ο τελωνιακός μπας και βρει τίποτα ύποπτο αλλά τίποτα. Κόντευε να τρελαθεί.
Ένα πρωί δεν άντεξε και του λέει:
- "Ακου να δεις φίλε, δεν αντέχω να σε ψάχνω άλλο. Θα σε ρωτήσω κάτι και θέλω να μου απαντήσεις ειλικρινά, κι εγώ σου υπόσχομαι ότι ούτε θα σε συλλάβω, ούτε θα σε πειράξω, ούτε τίποτα."
- "Εντάξει."
- "Κάνεις λαθρεμπόριο;"
- "Κάνω."
- "Και τι διάολο βγάζεις λαθραία απ` τη χώρα τόσο καιρό;"
- "Ποδήλατα."