φρέσκα ανέκδοτα

Μπαίνει μια ξανθιά σ ένα κατάστημα ηλεκτρικών και ρωτάει τον πρόθυμο υπάλληλο:
- Καλημέρα σας , πουλάτε τηλεοράσεις ;
- Βεβαίως , κυρία μου , απαντάει ο υπάλληλος πρόθυμα .
- Πόσο έχει αυτή η τηλεόραση ; και δείχνει προς το μέρος τους .
- Δεν πουλάμε σε ξανθιές , απαντάει ο υπάλληλος .
Φεύγει η πελάτισσα και πηγαίνει κατευθείαν σ ένα κομμωτήριο και βάφει το μαλλί της κατάμαυρο .
Τη επόμενη μέρα ξανά πηγαίνει στο ίδιο κατάστημα , στον ίδιο υπάλληλο και ρωτάει :
- Καλημέρα σας , πουλάτε τηλεοράσεις ;
- Βεβαίως , κυρία μου , απαντάει ο υπάλληλος πρόθυμα .
- Πόσο έχει αυτή η τηλεόραση ; και δείχνει προς το μέρος τους .
- Δεν πουλάμε σε ξανθιές , απαντάει ο υπάλληλος .
- Μα δεν είμαι ξανθιά , απαντάει η πελάτισσα , δεν το βλέπετε , είμαι κατάμαυρη .
- Και αυτό δεν είναι τηλεόραση , αλλά φούρνος μικροκυμάτων !
Γυρνάει ένας βραδύγλωσσος τύπος στις 3 το βράδυ στο σπίτι του στην Πανεπιστημίου .
Έξω από το παράθυρο του βλέπει ένα ψόφιο γάιδαρο . Τι να κάνει παίρνει τηλέφωνο στην αστυνομία να έρθουν να τον πάρουν !- Σας πα πα παρακαλώ ε ε ε ελάτε να πάρετε έναν ψ.. Ψ.. Ψοφιο γα γα γάιδαρο από το σπ σπ σπίτι μου - Μάλιστα κύριε πείτε μας την οδό στην οποία βρίσκεται το σπίτι σας- Πα πα πα πα- Παπάγου κύριε ;- Οοοχι Πα πα πα Ο αστυνομικός νομίζοντας ότι του κάνουν φάρσα το κλείνειΌμως ο γάιδαρος αρχίζει να βρωμάει και ο τύπος ξαναπαίρνει .- Σααας πα πα παρακαλώ εεεχουμε βρω βρω βρωμίσει εεεδω πε πε πέρα- Καλά πείτε μας όμως την οδό .- Πα πα πα πα- Σίγουρα δεν είναι Παπάγου ;- Οοοοοχι Πα πααα παα- Άσε μας ρε φίλε βραδιάτικα λέει ο αστυνομικός και το κλείνειΜετά από 2 ώρες ξαναπαίρνει ο τύπος- Σσσαςςς πα πα παρακαλώ μας εεεεχουν φφφαει οι μμμυγγες- Αν δεν μας πείτε την οδό δεν γίνετε τίποτα.- Πα πα πα πα πα...- Παπάγου ;- Ννναι ττρρειςς ωωρρες έκανα ναα τοον φφφφεεερωωω μμμεεεχχχρι εκκκει!
Είναι ένας Κερκυραίος, ένας Κεφαλλονίτης κι ένας Λευκαδίτης, που βρήκαν κάπου σ ένα αραχνιασμένο, σκοτεινό υπόγειο ένα λυχνάρι, απ αυτά τα μυστήρια με τα τζίνι. Το τρίψανε και ξεπετάχτηκε το τζίνι.
- "Έχετε ο καθένας από μια ευχή, θα σας την πραγματοποιήσω και μετά φεύγω", λέει το τζίνι.
- "Ψαράς είμ εγώ, ψαράς είν ο πατέρας μου, ψαράς ήταν κι ο παππούς μου κι ο γιός μου ψαράς θα γίνει κι αυτός. Θέλω να γεμίσουν οι ωκεανοί και τα πέλαγα με ψάρια.", λέει ο Λευκαδίτης.
- "Έγινε!", λέει το τζίνι και πραγματοποιήθηκε η ευχή.
- "Θέλω έναν τείχος γύρω απ όλη την Κέρκυρα, έτσι που τίποτα να μη μπορεί να μπει μέσα., λέει έκθαμβος ο Κερκυραίος. Μ ένα κροτάλισμα των δακτύλων, το τζίνι πραγματοποιεί κι αυτήν την ευχή.
- "Δε μου το ξαναλές αυτό το περί τείχους;", ρωτά ο Κεφαλλονίτης.
- "Να, είναι γύρω στα πενήντα μέτρα ψηλό, 20 μέτρα φαρδύ και τίποτα δεν μπορεί ούτε να μπει ούτε να βγει από εκεί," λέει το τζίνι.
- "Εντάξει. Γέμισε το με νερό τώρα!", λέει ο Κεφαλλονίτης.
Ήταν ο Γιωρίκας, ο Κωστίκας, ο Νικολάκης και εγώ σε ένα αυτοκίνητο. Οδηγούσα, τρακάρουμε και πεθαίνουν όλοι εκτός από μένα. Στεναχωρέθηκα φοβερά και μετά από 2 χρόνια πέθανα. Στη πύλη του παραδείσου βλέπω τον Απόστολο Πέτρο.
- Σε παρακαλώ άφησε με να πάω στον παράδεισο έστω για να πω συγνώμη στους φίλους μου για αυτό που έκανα.
Με κοιτάει επίμονα ώσπου λέει:
- Εντάξει αλλά πρόσεχε μην πατήσεις τη πράσινη φούσκα.
Τον κοίταξα περίεργα και μου είπε πως θα καταλάβω.
Στην πρώτη πόρτα του παραδείσου βλέπω τον Κωστίκα να πηδάει μια γριά ζαρωμένη σωστό χάλι.
- Πως κατάντησες έτσι ρε Κωστίκα;
- Ασε πάτησα την πράσινη φούσκα.
Στη δεύτερη πόρτα βλέπω τον Γιωρίκα να πηδάει μια γριά χειρότερη από την πρώτη.
- Ρε Γιορίκα εσύ ωραίο παιδί πως ξέπεσες έτσι;
- Ασε πάτησα την πράσινη φούσκα.
Στην τρίτη πόρτα βλέπω τον Νικολάκη να πηδάει μια 2μετρη μουνάρα, ξανθιά με γαλανά μάτια.
- Ρε Νικολάκη τι γίνεται; Πως έτσι;
Οπότε πετάγεται η ξανθιά και λέει.
- Ασε ρε φίλε πάτησα τη πράσινη φούσκα!
Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα πολύ μικρό χωριουδάκι ζούσε μια γεροντοκόρη, 85 Μαΐων, που ήταν ακόμη παρθένα, παρόλα τα χρονάκια της.
Ήταν πολύ περήφανη για το γεγονός ότι δεν είχε χάσει την παρθενιά της και επειδή καταλάβαινε ότι δεν είχε πολύ να ζήσει ακόμη, πήγε και βρήκε το νεκροθάφτη και του είπε ότι η επιθυμία της ήταν, όταν πέθαινε, να γράφανε πάνω στην ταφόπλακα τα εξής:
- «Γεννήθηκε παρθένα, έζησε παρθένα και πέθανε παρθένα».
Κανόνισε και τους λογαριασμούς της μαζί του και έφυγε.
Όταν, μετά από ένα διάστημα, πέθανε η παρθένα, ο νεκροθάφτης είπε στους παραγιούς του τι ήθελε να της γράψουν πάνω στην ταφόπλακα κι έφυγε, για να τους αφήσει να κάνουν τη δουλειά.
Επειδή όμως βαριόντουσαν εκείνοι και βρήκαν την επιγραφή πολύ μεγάλη, σκάλισαν πάνω στην πέτρα:
- «Επιστρέφεται χωρίς να ανοιχτεί».