φρέσκα ανέκδοτα

Το ρύζι το πληρώνουμε!
Πάει ένας ξένος στα Ζωνιανά κάθεται στο καφενείο του χωριού και παραγγέλνει μια ρακή. Την ώρα που του σερβίρουν τη ρακή ρωτάει τον ιδιοκτήτη του καφενείου:
- Έχει εδώ κανένα ξενοδοχείο;
Πριν μιλήσει ο ιδιοκτήτης πετάγεται κάποιος από ένα άλλο τραπέζι και λέει:
- Οχι παλληκάρι, δεν έχει ξενοδοχεία επαέ, αλλά μπορείς να μείνεις μαζί μας. Έλα σπίτι μου κι έχει μαγειρέψει η γυναίκα μου πιλάφι με ρίφι(κατσίκι) να γλύφεις τα δάκτυλά σου.
Πάει λοιπόν στο σπίτι του κι ήταν μαζεμένο όλο το σόι. Του βάζουν ένα πιάτο ρύζι με κρέας και του άρεσε πάρα πολύ.
Λέει, λοιπόν:
- Μπορώ να έχω ακόμη λίγο ρύζι;
- Και βέβαια.
Του βάζουν άλλο ένα πιάτο ρύζι και μόλις το τρώει ρωτάει πάλι:
- Μου αρέσει πολύ αυτό το ρύζι, να φάω λίγο ακόμη;
- Καλά παλληκάρι, να σου βάλω ρύζι, αλλά φάε και λίγο κρέας γιατί το ρύζι το πληρώνουμε!
Ένα ωραίο πρωινό, ξενικά η Κοκκινοσκουφίτσα για μια βόλτα στο δάσος με το ποδηλατάκι της.
Καθώς προχωρούσε, συναντά τον λύκο, ο οποίος την πετάει από το ποδηλατάκι της και το καταστρέφει.
Παιδί του δάσους όπως ήταν η Κοκκινοσκουφίτσα, πάει κλαίγοντας στον αρκούδο.
- "Ο λύκος μου έσπασε το ποδηλατάκι μου", του λέει.
Ξεκινάει λοιπόν ο αρκούδος για να βρει το λύκο. Αφού τον βρίσκει, τον σπάει στο ξύλο και τον υποχρεώνει να φτιάξει το ποδηλατάκι της Κοκκινοσκουφίτσας.
Την επόμενη μέρα, ξανά η Κοκκινοσκουφίτσα στο δάσος με το ποδηλατάκι της, ξανασυναντά τον λύκο.
Αυτός της ξανασπάει το ποδήλατο και το οποίο βέβαια ξαναφτιάχνει, αφού τον υποχρεώνει πάλι ο αρκούδος.
Αυτό συνεχίστηκε για μία εβδομάδα περίπου, μέχρι που η Κοκκινοσκουφίτσα δεν ξαναεμφανίστηκε. Πάει λοιπόν ο λύκος τώρα στο σπίτι της. Χτυπάει την πόρτα.
- "Ποιος είναι;" ρωτάει η Κοκκινοσκουφίτσα.
- "Η γιαγιά σου παιδάκι μου είμαι".
- "Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αφτιά;"
- "Για ν? ακούω καλύτερα παιδάκι μου".
- "Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλο στόμα;"
- "Για να τρώω καλύτερα παιδάκι μου"
- "Γιαγιά, και γιατί έχεις τόσο κόκκινα μάτια;"
- "Από την οξυγονοκόλληση παιδάκι μου!"
Κάποιος κατεβάζει τον αγλέουρα πίσω από την βιτρίνα ενός εστιατόριου. Στο πεζοδρόμιο περνάει ένας Αλβανός, τον βλέπει να τρώει και τρέχουν τα σάλια του. Βλέπει ο γευματίζων τον Αλβανό και του κάνει νόημα να μπει μέσα. Μόλις πλησιάζει τον ρωτάει:
- Ρε φίλε, τι συμβαίνει και κάθεσαι εκεί και μετράς τις μπουκιές μου;
- Να αφεντικό, τι να σου κάνω... Έεεχω τρεις μέρες να φάω..
- Α, γι αυτό στενοχωριέσαι; του λέει ο άλλος, μη φοβάσαι και αυτό αντιμετωπίζεται εύκολα...
Φωνάζει το γκαρσόνι και του λέει να φέρει μια μεγάλη κανάτα νερο. Το γκαρσόνι την φέρνει, γεμίζει αυτός ένα ποτήρι και λέει στον Αλβανό να πιει...
- Μα αφεντικό, λέει αυτός, εεεγω δεν διψάω... πεινάω...
- Ρε, πιες που σου λέω, του λέει ο άλλος, θα δεις... θα σου κάνει καλό.
Ο Αλβανός τι να κάνει, κατεβάζει το ποτήρι, κι εξακολουθεί να κοιτάζει τον δικό μας με πεινασμένο βλέμμα...
- Εντάξει είσαι τώρα; ρωτάει αυτός.
- Τι Εντάξει αφεντικό, λέει αυτός, αφού σου λέω... Δεν διψάω... Πεινάααω..
- Καλά... Πιες ακόμη ένα, και του δίνει και δεύτερο ποτήρι.
Τι να κάνει ο δικός σου, κατεβάζει και το δεύτερο.
Ο άλλος τον ξαναρωτάει:
- Εντάξει τώρα;...
- Όχι αφεντικό, σου είπα, δεν διψάω... Πεινάω, απαντάει ο τύπος... κάπως αδύναμα.
- Α φιλαράκο, εσύ νομίζω πως έχεις πρόβλημα, πιες άλλα δυο ποτήρια... και τον υποχρεώνει να πιει αλλά δυο...
Τα πίνει ο Αλβανός και... Κοντεύει να σκάσει απ το νερό...
- Τώρα ρε μεγάλε τι γίνεται; ρωτάει ο πρώτος.
- Τι να γίνεται αφεντικό; απαντάει αυτός βαριανασαίνοντας και με την κοιλιά του να έχει γίνει σαν... Μπαλόνι,... δεν βλέπεις;... Ωωχ... κοντεύω να σκάσω...
- Ωραία, τώρα θες να φας κάτι;
- Αστειεύεσαι αφεντικό; Τι να φάω τώρα μ αυτό το χαλί...
- Ε είδες ρε μπαγάσα, λέει ο άλλος θριαμβολογώντας, είδες που σου έλεγα; Εσύ χρυσέ μου δεν πεινούσες, διψούσες...