φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν κάποτε ένας πόντιος ξυλοκόπος ο οποίος βλέπει μια διαφήμιση σε ένα περιοδικό για ένα καινούριο πριόνι το οποίο μπορεί να κόβει 100 ξύλα την ημέρα. εντυπωσιασμένος τρέχει στο μαγαζί που το πουλάει, το αγοράζει. Ξυπνάει την άλλη μέρα πρωί πρωί αρχίζει να κόβει ξύλα αλλά το βράδυ που τα μετράει ήταν 50.
Δεν μπορεί λέει θα είναι χαλασμένο το πριόνι. Mετά όμως θυμάται ότι στη διαφήμιση του περιοδικού το διαφήμιζε ένας μπρατσαράς, οπότε σκέφτεται ότι θα φταίει ότι αυτός είναι κοκαλιάρης.
Αρχίζει λοιπόν και κάνει γυμναστική. Γράφεται και στο γυμναστήριο της περιοχής του. Mετά από 2 μήνες έχει αποκτήσει τα μπράτσα του Σβαρτζενέγκερ.
- Tώρα λέει είμαι έτοιμος. Ξυπνάει λοιπόν την επόμενη μέρα, κόβει πάλι ξύλα με το καινούριο του πριόνι, τα μετράει το βράδυ, ήταν 70. Αποκλείεται σκέφτεται, το πριόνι είναι σίγουρα χαλασμένο.
Το πάει λοιπόν πίσω στο μαγαζί που το αγόρασε και εξηγεί στον υπάλληλο τι συνέβη.
Τότε ο υπάλληλος παίρνει το πριόνι να το εξετάσει αν είναι χαλασμένο. Tραβάει το κορδόνι για να ξεκινήσει να λειτουργεί το πριόνι και βλέποντας τον, τον ρωτάει ο Πόντιος:
- Πως το έκανες αυτό το κόλπο με το κορδόνι;
Ένας τύπος πάει σε ένα μπαρ, αφού παραγγέλνει ένα ποτό λέει στο μπάρμαν;
- "Βάζω στοίχημα 5000 δρχ. ότι μπορώ να κατουρήσω στο
Ποτήρι απ` την άλλη άκρη του μπαρ."
Ο μπάρμαν λέει:
- "Είμαι μέσα."
Ο τύπος παραγγέλνει αλλά δυο ποτά και τοποθετεί τις 5000 δρχ. Στον πάγκο.
Πάει στην άλλη άκρη του μπαρ κατεβάζει το φερμουάρ και προσπαθεί να κατουρήσει στο ποτήρι, στην προσπάθεια του κατούρησε σε όλο το πάτωμα του μαγαζιού χωρίς να κατορθώσει να βάλει ούτε σταγόνα στο ποτήρι που βρισκόταν στην άλλη άκρη του μαγαζιού .
Ο μπάρμαν χαμογελάει περνώντας τις 5000 δρχ. Ο τύπος πάει πίσω στον πάγκο χαμογελώντας, και ο μπάρμαν τον ρωτάει:
- "Έχασες 5000 δρχ. Και χαμογελάς;"
Ο τύπος του απαντά:
- "Δεν πειράζει! Έβαλα στοίχημα 100.000 δρχ. Με όλους τους θαμώνες του μπαρ ότι θα κατουρήσω σε όλο το πάτωμα και θα σε κάνω να χαμογελάσεις."
Ο κύριος μόλις έχει βγει από το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς του από όπου αγόρασε ένα κουτί σου (γλυκά). Κρατώντας το κουτί στα χέρια επιχειρεί να διασχίσει το δρόμο οπότε ένα αυτοκίνητο τον χτυπάει και τον στέλνει στον άλλο κόσμο.
Ανεβαίνει λοιπόν σιγά-σιγά προς τα πάνω εξαϋλωμένη η ψυχή του με την μορφή που είχε ο άνθρωπος την ώρα του θανάτου (κρατώντας δηλαδή το κουτί με τα σου στα χέρια).
Φθάνει κάποτε σαστισμένος στην πύλη του άλλου κόσμου και χτυπά φοβισμένα, στην αρχή, την πόρτα.
Μάταια όμως. Στο φυλάκιο της πύλης ο άγιος Πέτρος, παίζει τάβλι με την Παναγία και είναι τόσο απορροφημένος που δεν ακούει τίποτα.
Ξαναχτυπάει ο άνθρωπος πιο δυνατά, αλλά... τίποτα.
Τρομοκρατημένος πια πιάνει τη σιδερένια καγκελόπορτα με το ένα χέρι (με το άλλο κρατάει ακόμα τα σου) και με όλη του τη δύναμη τη τραντάζει συθέμελα.
Επιτέλους, το τάβλι σταματάει, και ο άγιος Πέτρος πετάγεται έξω να δει τι συμβαίνει.
- Πέτρο τι συμβαίνει; ρωτάει ανήσυχη η Παναγία. Και ο άγιος Πέτρος απαντά καθησυχαστικά:
- Μη φοβού Μαριάμ! Ο Κύριος με τα σου...