φρέσκα ανέκδοτα

Κατεβαίνει ένας Κρητικός στον Πειραιά, παίρνει ένα ταξί και λέει του ταξιτζή να τον πάει στην Ομόνοια. Μόλις μπαίνουν στην Πειραιώς, βγάζει ένα κουμπούρι ο Κρητικός και λέει του ταξιτζή:
- "Τράβα μια μαλατσία."
"Μα τι λες άνθρωπε μου είσαι σοβαρός;"
"Είπα τράβα μια μαλατσία."
Τι να κάνει κι ο ταξιτζής τραβάει μια μαλακία. Στα 1000 μέτρα του λέει πάλι ο Κρητικός:
"Τράβα μια μαλατσία."
"Μα τι λες τώρα πάλι; Δεν μπορώ."
"Είπα τράβα μιά μαλατσία γιατί θα σου παίξω μια."
Τι να κάνει κι ο ταξιτζής τραβάει κι άλλη μια μαλακία. Στα 1000 μέτρα του λέει πάλι ο Κρητικός:
- "Τράβα μια μαλατσία."
- "Πάλι; Δεν μπορώ άλλη ρε μεγάλε δεν μπορώ."
- "Είπα τράβα μιά μαλατσία." Ζορίζεται ο ταξιτζής, πιέζεται τραβάει άλλη μια με πολύ ζόρι. Φτάνουν στην Ομόνοια οπότε λέει ο Κρητικός:
- "Πάμε πίσω στον Πειραιά." Λίγο πριν τον Πειραιά λέει ο Κρητικός:
- Τράβα μια μαλατσία."
- "Μα τι λες ανθρωπέ μου, δεν μπορώ άλλο, σκότωσε με άμα θέλεις ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ."
"Καλά αφού δεν μπορείς άλλο μπορείς να πάρεις την κόρη μου και να την πας στην Θεσσαλονίκη."
Ένας που βρισκόταν σε μια ερημική περιοχή κάπου ανάμεσα σε Αθήνα και Λαμία.
Ήταν χειμώνας, έκανε παγωνιά. Έκανε ώτο- στοπ για να πάει μέσα στην πόλη. Η ώρα ήταν περασμένες 2:00 τα μεσάνυχτα. Από τα λιγοστά αυτοκίνητα που πέρασαν κανένα δεν σταμάτησε. Τα χέρια του είχαν κοκαλώσει, μελάνιασε από το κρύο.
Καταλάβαινε πως αν δεν σταματήσει κάποιος μέσα σε λίγη ώρα θα έφτανε το τέλος του. Ελπίδες δεν είχε. Σκέφτηκε και είπε ε! αφού θα πεθάνω που θα πεθάνω ας ξαπλώσω στη μέση του δρόμου για να με βρουν. Εκεί που ξάπλωσε, από μακριά βλέπει ένα αυτοκίνητο να έρχεται με μικρή ταχύτητα, σηκώνεται τρέχει, ανοίγει την πόρτα μπαίνει μέσα.
Ααχ! παράδεισος είναι εδώ. Χίλια ευχαριστώ που σταμα... Στα.. Γυρίζει και βλέπει το κάθισμα του οδηγού άδειο. Το τραύλισμα άρχισε να μετατρέπεται σε πανικό όταν το αυτοκίνητο συνέχιζε να προχωράει! Αμάν το αμάξι είναι στοιχειωμένο! έκανε να ανοίξει την πόρτα να κατέβει αλλά ο τσουχτερός αέρας του άλλαξε το μυαλό.
Μπριτς! που θα κατέβω! στοιχειωμένο, ξεστοιχειωμένο εγώ εδώ θα μείνω. Το αυτοκίνητο εν τω μεταξύ συνέχιζε την πορεία του κανονικά είχε μπει στην εθνική και κάπου αργότερα έστριψε σ` ένα βενζινάδικο πήρε βενζίνη, σε λίγο ανοίγει η πόρτα του οδηγού, και μπαίνει ένας μέσα.
- "Αχ! μη! μη κύριε μπαίνετε σ` αυτό το αμάξι! είναι στοιχειωμένο!"
- "Πιο στοιχειωμένο ρε μαλάκα! απ` τα διόδια το σπρώχνω!"
Ω Θεέ μου!
Τέσσερις μητέρες συζητάνε πίνοντας το καφεδάκι τους. Η μία από αυτές όλο περηφάνια λέει για τον γιό της που είναι ιερέας.
- Ο γιός μου είναι τόσο αγαπητός στην ενορία του που όπου κι αν πηγαίνει όλοι τον καλούν Πάτερ μου και περάστε Πάτερ μου.
Η δεύτερη λέει.
- Ο δικός μου είναι αρχιμανδρίτης. Όλοι τον προσφωνούν Αιδεσιμότατε και καλώς ήρθατε Αιδεσιμότατε.
Η τρίτη με την σειρά της λέει για τον δικό της γιό.
- Ο δικός μου είναι αρχιεπίσκοπος και όλοι τον φωνάζουν Παναγιότατο.
Η τέταρτη μητέρα συνεχίζει να πίνει τον καφέ της ακούγοντας τις άλλες σιωπηλή οπότε οι άλλες την κοιτάνε και την ρωτούν για τον γιό της.
- Λοιπόν ο δικός σου γιός τι είναι;
- Α! Ο δικός μου γιός είναι ένας παίδαρος 1.90 με σώμα μποντιμπίλτερ και είναι στρίπερ. Κάθε που βγάζει τα ρούχα του όλοι λένε; Ω ΘΕΕ ΜΟΥ!