φρέσκα ανέκδοτα

Ένας Γενικός Διευθυντής μιας εταιρίας, επιβιβάζεται στο τρένο μαζί με έναν νεαρό υπάλληλο του για να πάνε Θεσσαλονίκη.
Δεν μπορούν να βρουν όμως άλλο μέρος να καθίσουν, εκτός απο ένα βαγόνι όπου απέναντι τους κάθεται μία γιαγιά με την όμορφη εγγονή της. Ύστερα απο λίγο, είναι φανερό ότι υπάρχει ενδιαφέρον μεταξύ των δυο νεαρών, απο τις ματιές που ανταλλάζουν. Στο ύψος της Λαμίας, το τρένο περνάει μέσα απο ένα τούνελ και στο βαγόνι γίνεται πίσσα σκοτάδι. Ξαφνικά, ακούγεται ο ήχος ενός φιλιού και ο θόρυβος απο ένα δυνατό χαστούκι. Όταν το τρένο βγαίνει απο το τούνελ, και οι τέσσερις κάθονται όπως πριν, αμίλητοι. Η γιαγιά σκέφτεται μέσα της :
"Θράσος που το είχε ο νεαρός να φιλήσει την εγγονή μου! Πάντως χαίρομαι που τον έβαλε στην θέση του με αυτό τo χαστούκι"
Ο Γεν. Διευθυντής, σκεπτόταν κάπως ενοχλημένος :
"Δεν ήξερα ότι ο νεαρός ήταν τόσο θαρραλέος για να φιλήσει τη κοπέλα! Σίγουρα όμως θα προτιμούσα να μην είχε αστοχήσει αυτή στο χαστούκι της γιατί αντί αυτόν πέτυχε εμένα"
Η εγγονή πάλι σκεφτόταν :
" Χάρηκα που με φίλησε ο τύπος, αλλά με στενοχώρησε που η γιαγιά μου τον χαστούκισε"Ο νεαρός υπάλληλος απο την άλλη, καθόταν με ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπο του. "Κοίτα να δεις τι ωραία που είναι η ζωή μερικές φορές" σκεπτόταν, "πόσο συχνά έχει κάποιος την ευκαιρία να φιλήσει μια όμορφη κοπέλα και ταυτοχρόνως να τραβήξει και ένα χαστούκι στον Διευθυντή του!"
Η δασκάλα έστειλε τον Τοτό και άλλα δύο παιδιά στο γραφείο του διευθυντή γιατί είχαν κάνει μια αταξία.
- Εσύ παιδί μου τι έκανες; ρωτάει το πρώτο παιδί ο διευθυντής.
- Πέταξα μια καρέκλα στη δασκάλα!
- Δύο ημέρες αποβολή. Εσύ; ρωτάει το δεύτερο.
- Εγώ έβρισα τη δασκάλα!
- Μια ημέρα αποβολή. Και εσύ Τοτέ τι έκανες;
- Εγώ πέταξα το στραγαλάκι στον τοίχο.
- Εσύ γρήγορα στην τάξη σου.
Αυτό επαναλήφθηκε ξανά και ξανά. Δηλαδή τα δύο παιδιά έπαιρναν αποβολή και ο Τοτός πήγαινε στην τάξη του κανονικά.
Μια ημέρα λοιπόν που τους ξανακάλεσε ο διευθυντής ο Τοτός έφερε μαζί του και ένα παιδί με επιδέσμους, σπασμένα πόδια και χέρια και πατερίτσες.
Ο διευθυντής τους ξαναρώτησε και όταν ο Τοτός του είπε πως πέταξε το στραγαλάκι στον τοίχο.
Ο διευθυντής τότε τον ρώτησε:
- Καλά και αυτό το παιδί ποιο είναι;
- Ο Στραγαλάκης, κύριε!
Ήταν ο θεός και κατέβηκε στην γη να δει πως φέρονται οι άνθρωποι στους συνανθρώπους τους. Ντύνεται σαν ζητιάνος και ξεκινάει.
Χτυπάει στο πρώτο σπίτι:
- Μήπως έχετε λίγα λεφτά να μου δώσετε;
- Δώσαμε, δώσαμε, του λένε.
Χτυπάει στο δεύτερο σπίτι:
- Μήπως έχετε λίγα λεφτά να μου δώσετε;
- Δώσαμε, δώσαμε, του λένε.
Χτυπάει στο τρίτο σπίτι:
- Μήπως έχετε λίγα λεφτά να μου δώσετε;
- Δώσαμε, δώσαμε, του λένε.
Χτυπάει και στο τέταρτο σπίτι:
- Μήπως έχετε λίγα λεφτά να μου δώσετε;
- Φιλαράκι, δεν έχω λεφτά, αλλά έχω τσιγαριλίκι. Θες ένα;
- Μέσα, λέει ο θεός.
Καπνίζει το τσιγαριλίκι και ο άλλος τον ρωτάει:
- Ένιωσες, φιλαράκι;
- Μπα...
- Σώπα ρε, και δεν σε είχα για σκληρό καρύδι...
Του δίνει μία πρέζα, την χτυπάει ο θεός.
- Ένιωσες;
- Μπα...
Εκνευρίστηκε ο άνθρωπος και του κάνει ένα κοκτέιλ από ναρκωτικά.
- Τώρα ένιωσες;
- Μπα, εγώ είμαι ο θεός αγόρι μου, και δεν νιώθω!
- Αν ένιωσες λέει!
Είναι μια μέρα στα φώτα τροχαίας ένας παππούς σταματημένος περιμένοντας το πράσινο φανάρι με το αυτοκίνητό του, ένα mazda σαραβαλο...
Εκείνη τη στιγμή πλησιάζει με μια Πόρσε ένας τύπος περιμένοντας και αυτός τα φώτα. Ανάβει το πράσινο και ΒΡΟΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΜΜΜΜΜΜ! Χάθηκε ο παππούς με το σαραβαλάκι του!
Ο τύπος θύμωσε που τον πέρασε ο παππούς με το σαραβαλάκι!
Την επόμενη μέρα ξανασυναντιούνται στα φανάρια, όμως αυτήν την φορά ο τύπος έχει πάρει μία Φερράρι.
Πάλι εξαφανίζεται ο παππούς αφήνοντας πίσω τον τύπο και την Φερράρι.
Τα παίρνει το τύπος.
Την επόμενη μέρα εμφανίζεται με μία Λαμποργκίνι και πετυχαίνει πάλι τον παππού στο φανάρι.
Ανάβει το πράσινο, χάνεται πάλι ο παππούς.
Ο τύπος όμως δεν το βάζει κάτω, τρέχει με 300 και σχεδον φτάνει τον παππού!
Η απόσταση ήταν πολύ μικρή, αλλά το κοντέρ της Λαμποργκίνι κοντεύει να σπάσει!
Ανοίγει ο τύπος το παράθυρο και φωνάζει στον παππού:
- Τώρα τι θα κάνεις, γέρο, μπροστά στην Λαμποργκίνι μου;
Και απαντά ο παππούς:
- Θα βάλω δεύτερη!
Το χαμένο κεφάλαιο της Γενέσεως... Και ο Θεός ρώτησε τον Αδάμ:
- Τι κακό σου συμβαίνει; Ο Αδάμ απάντησε ότι δεν είχε κανέναν για να μιλά μαζί του. Τότε ο Θεός είπε ότι σκόπευε να δώσει στον Αδάμ μια γυναίκα για σύντροφο:
- Το πρόσωπο αυτό θα συλλέγει τροφή για σένα, θα σου μαγειρεύει και, όταν ανακαλύψεις τα ρούχα, θα τα πλένει για σένα. Θα συμφωνεί πάντοτε με οποιαδήποτε απόφαση παίρνεις. Θα γεννά τα παιδιά σου και ποτέ δεν θα σου ζητά να σηκώνεσαι κατά την διάρκεια της νύκτας για να τα φροντίσεις. Δεν θα σε ταλαιπωρεί με καυγάδες και πάντοτε θα παραδέχεται πρώτη ότι είχε άδικο όταν θα έχετε μια διαφωνία. Ποτέ δεν θα έχει πονοκέφαλο και θα σου προσφέρει ελεύθερα έρωτα και πάθος οποτεδήποτε τα χρειάζεσαι Δεν θα σου ζητάει ποτέ χρήματα, ούτε την πιστωτική σου όταν θα την ανακαλύψεις. Θα χαίρεται όταν θα γνωρίζεις άλλες γυναίκες και δεν θα σε ενοχλεί όταν παρακολουθείς ποδόσφαιρο όταν θα το ανακαλύψεις κι αυτό.- Τι θα κοστίσει μια γυναίκα σαν κι αυτή; Ο Θεός απάντησε:
- Ένα χέρι και ένα πόδι.- Έπειτα ο Αδάμ είπε:
- Ακριβή είναι. Τι μπορώ να πάρω με ένα πλευρό; Τα υπόλοιπα τα ξέρετε...
Ένα ζευγάρι εφοπλιστών, τρώει σ ένα κυριλέ ρεστοράν. Ξαφνικά, μια πανέμορφη ξανθιά πέφτει πάνω στο σύζυγο και αρχίζει να τον φιλάει, να τον χαϊδεύει και να τον αποκαλεί "τζουτζούκο μου", "μωράκι μου" και τέτοια. Μόλις η πιτσιρίκα φεύγει, η εμβρόντητη σύζυγος σηκώνεται αγριεμένη και φωνάζει:
- Ατιμε, προδότη, θα σε χωρίσω! -Είσαι σίγουρη; αντιγυρίζει εκείνος με απόλυτη ηρεμία.
- Αν είμαι; βρε θα σε κάνω ρεζίλι! -Ξεχνάς το προγαμιαίο συμβόλαιο; Αν με χωρίσεις, θα χάσεις τα πάντα: Λεφτά, κοσμήματα, αυτοκίνητα, ταξίδια! Η κυρία το ξανασκέφτεται, βάζει μπροστά το συμφέρον της, καταπίνει την πληγωμένη περηφάνια της και το βουλώνει. Συνεχίζουν να τρώνε αμίλητοι ώσπου η σύζυγος σχολιάζει:
- Καλέ, εκείνος εκεί κάτω, ο Παπατρέχας ο βιομήχανος δεν είναι; Μμμ, ναι, αυτός είναι.
- Κι αυτή μαζί του ποια είναι; Γιατί σίγουρα η γυναίκα του δεν είναι! Η ερωμένη του είναι! -Πφφφ! Η δικιά μας είναι πιο καλή!
Οικονομολογία...
Ένας πεπειραμένος και ένας λιγότερο πεπειραμένος οικονομολόγος περπατάνε στον δρόμο και βλέπουν μία κουράδα.
- Αμα την φας, λέει ο πεπειραμένος, σου δίνω 20000 ευρώ!
Ο λιγότερο πεπειραμένος στήνει στο μυαλό του ένα οικονομομετρικό μοντέλο, κατεβάζει τις εξισώσεις και καταλήγει ότι τον συμφέρει να την φάει. Το κάνει λοιπόν, και τσεπώνει το παραδάκι.
Συνεχίζουν και πιο κάτω βλέπουν άλλη μια κουράδα. Λέει ο πιο άπειρος ψιλοτσαντισμένα και ψιλομετανιωμένα:
- Αμα την φας εσύ, θα σου δώσω εγώ 20000 ευρώ.
Κατεβάζει οικονομομοντέλα-και-εξισώσεις ο πεπειραμένος, την τρώει, και τσεπώνει το παραδάκι.
Συνεχίζουν τον δρόμο τους, και παρατηρεί ο λιγότερο πεπειραμένος.
- Χμ, τελικά είμαστε και οι δύο στα λεφτά μας, αλλά και οι δυο φάγαμε από μία κουράδα. Και δεν βλέπω να κερδίσαμε και τίποτε.
Και ο πιο πεπειραμένος:
- Έχεις δίκιο μόνο φαινομενικά, γιατί παραβλέπεις ότι έτσι κινήθηκε η οικονομία, και δημιουργήθηκε τζίρος 40.000 ευρώ!