φρέσκα ανέκδοτα

Μια μέρα γυρνάει ο άντρας από τη δουλειά του και βρίσκει το σπίτι και τον κήπο άνω-κάτω.
Τα παιδιά, με τις πιζάμες τους ακόμη, παίζανε μέσα στη λάσπη και ήταν σε άθλια κατάσταση.
Προχωράει στο σπίτι και το βρίσκει σε ακόμη χειρότερη κατάσταση.
Πιάτα ένα σωρό στο νεροχύτη, το φαΐ του σκύλου χυμένο παντού, ένα σπασμένο ποτήρι κάτω από το τραπέζι.
Το καθιστικό είναι γεμάτο με παιχνίδια και ρούχα.
Πηγαίνει επάνω να δει τη γυναίκα του ανησυχώντας ότι μπορεί να ήταν άρρωστη, ή ότι είχε πάθει κανένα ατύχημα.
Τη βρήκε στην κρεβατοκάμαρα, να διαβάζει ένα βιβλίο. Τον κοίταξε και τον ρώτησε πώς ήταν η μέρα στη δουλειά. Αυτός την κοίταξε απορημένος και της λέει :
- Μα τι συνέβη εδώ σήμερα; ρώτησε.
Εκείνη του απάντησε:
- Ξέρεις, κάθε μέρα που έρχεσαι σπίτι από τη δουλειά, με ρωτάς τι έκανα όλη μέρα.
- Ε και λοιπόν;
- Ε λοιπόν σήμερα δεν το έκανα!
Ο Θεός πήγε στους Ιταλούς και είπε:
- Έχω Εντολές για σας που θα κάνουν τις ζωές σας καλύτερες.
Και οι Ιταλοί ρώτησαν:
- Τί είναι εντολές;
Και ο Θεός εξήγησε:
- Κανόνες ζωής.
- Μπορείς να μάς δώσεις ένα παράδειγμα;
- Να μην κλέβετε.
- Να μην κλέβουμε; Δεν ενδιαφερόμαστε.
Τότε Εκείνος πήγε στους Γάλλους και είπε «έχω Εντολές». Οι Γάλλοι ζήτησαν ένα παράδειγμα και ο Κύριος είπε:
- Να μην επιθυμείτε την γυναίκα τού γείτονα.
- Να μην επιθυμούμε την γυναίκα τού γείτονα; Δεν ενδιαφερόμαστε.
Τότε ο Κύριος πήγε στους Εβραίους και είπε, «έχω Εντολές»…
- Εντολές; Και πόσο κάνουν;
- Είναι δωρεάν.
- Θα πάρουμε δέκα…
Γύρω από το κρεβάτι τού πόνου είναι συγκεντρωμένη όλη η οικογένεια τού ετοιμοθάνατου Εβραίου πατέρα. Το κλίμα είναι βαρύ και πένθιμο. Ένα μόνο μικρό καντηλάκι, δίπλα στον άρρωστο, φωτίζει αμυδρά το στενό δωμάτιο.
Ο πατέρας, με κλειστά τα μάτια και πολύ κόπο, ψιθυρίζει:
Πατέρας: Γυναίκα μου Σάρα είσαι εδώ;
Σάρα (κλαίγοντας): Ναι, άντρα μου… Πατέρας: Γιε μου Ιακώβ είσαι εδώ;
Ιακώβ (φανερά συγκινημένος): Ναι, πατέρα… Πατέρας: Μικρή μου θυγατέρα Ιουδίθ, είσαι εδώ;
Ιουδίθ: (απαρηγόρητη): Ναι, πατέρα, είμαι κοντά σου… Πατέρας: Και εσύ στερνοπούλι μου Ααρών, είσαι εδώ;
Ααρών (με αναφιλητά): Ναι, πατέρα… Πατέρας: ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΜΑΓΑΖΙ;
Η οικογένεια συνειδητοποιεί αμέσως την εγκληματική αμέλεια και όλοι αποχωρούν σιγά-σιγά από το δωμάτιο. Τελευταίος φεύγει ο μικρός Ααρών που, κλείνοντας την πόρτα τού δωματίου, λέει:
- «Και πού ‘σαι πατέρα… Όταν αφήνεις την τελευταία σου πνοή, άφησε την προς το καντήλι, για να σβήσει. Είναι κρίμα να καίει άδικα…».
Την άλλη μέρα τού θανάτου του πατέρα, ο Ιακώβ πηγαίνει στην τοπική εφημερίδα για να βάλει την αναγγελία τού θανάτου.
Ιακώβ: Παρακαλώ, ποια είναι η μικρότερη χρέωση για μία αναγγελία θανάτου;
Υπάλληλος: 2 δολάρια, κύριε.
Ιακώβ: Εντάξει, γράψε λοιπόν:
- «Αβραάμ Κοέν πέθανε».
Υπάλληλος: Κύριε, πρέπει να έχετε υπόψιν σας πως με τα 2 δολάρια μπορείτε να γράψετε μέχρι 10 λέξεις.
Ο Ιακώβ σκέφτεται μερικά δευτερόλεπτα και λέει στον υπάλληλο: Ωραία, τότε γράψε:
- «Αβραάμ Κοέν πέθανε. Πωλείται DATSUN σε τιμή ευκαιρίας».
Γερμανία, χειμώνας, πολύ χιόνι κι ένα λεωφορείο γεμάτο Εβραίους, που αποφάσισαν να επισκεφθούν μετά από πολλά χρόνια, τούς τόπους όπου χιλιάδες συμπατριώτες τους, τον καιρό τού πολέμου, έχασαν την ζωή τους σε κάποιο από τα στρατόπεδα συγκεντρώσεων.
Καθώς οδεύουν σ΄ένα από αυτά, το λεωφορείο μένει από πετρέλαιο. Τι να κάνουν, τι να κάνουν -ερημιά και το χιόνι πολύ-, αποφασίζει ο οδηγός τους που ήταν Γερμανός, να πάει να ζητήσει βοήθεια. Ξεκινάει λοιπόν να ψάχνει. Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε και αφού περιπλανήθηκε αρκετά φτάνει κατάκοπος σε μία καλύβα κάπου μέσα στο δάσος. Χτυπάει λοιπόν την πόρτα, τίποτα. Ξαναχτυπάει και μετά από ένα λεπτό του ανοίγει μία γριούλα.
- Τι θες παιδάκι μου εδώ με τέτοιο καιρό;
- Ρε γιαγιούλα, έχω ένα λεωφορείο γεμάτο Εβραίους και έμεινα από καύσιμα. Μήπως μπορείς να τους βολέψεις πουθενά;
- Αχ, παιδάκι μου, που να τους βολέψω; Ένα φουρνάκι τόσο δα έχω!
Ο μελλόνυμφος γαμπρός πάει στον ραβίνο του για τις τελευταίες οδηγίες πριν από τον γάμο του, που θα γίνει σε δύο ημέρες.
- Ραβίνε μου, με όλο τον σεβασμό, θέλω να ξέρεις, πως για να με παντρέψεις, ζητάω να χορέψω τον πρώτο χορό με την γυναίκα μου.
- Τέκνον μου, ξέρεις πως αυτό είναι απαγορευμένο διά ροπάλου στον Εβραϊσμό. Χορός με γυναίκα απαγορεύεται.
- Ραβίνε, έτσι όπως μού τα λες, δεν μπορώ να κάνω έρωτα με την γυναίκα μου.
- Τουναντίον τέκνον μου… Το να πηδάς την γυναίκα σου, είναι θεάρεστη πράξη. Μην ξεχνάς την πρώτη ευχή στην Βίβλο:
- «Αυξάνεστε και πληθύνεστε».
- Δηλαδή, ραβίνε, μπορώ να την πηδάω όπως θέλω;
- Βεβαίως!
- Πισωκολλητό;
- Μέσα!
- Από τον πολυέλαιο;
- Χώσ’ τα!
- Επάνω στο ψυγείο;
- Όρμα παλικάρι μου!
- Καρεκλάτο;
- Έμπαινε!
- Στα όρθια;
- ΟΧΙ! Προς Θεού!
- Γιατί;
- Διότι τότε, αρχίζει και γίνεται…χορός!
Μία νεαρή Εβραία γυναίκα πηγαίνει σπίτι τον -επίσης Εβραίο- μνηστήρα της για να τον γνωρίσει στους δικούς της. Μετά το δείπνο η μητέρα της λέει στον πατέρα της να μάθει περισσότερα για τον νέο άντρα. Ο πατέρας προτείνει στον μνηστήρα να πιουν ένα ποτό στο σαλόνι…
- Ποια είναι τα σχέδιά σου νεαρέ μου;
- Είμαι μελετητής τής Τορά.
- Μελετητής της Τορά. Μμμ! Αξιοθαύμαστο, αλλά πώς σκοπεύεις να εξασφαλίσεις στην κόρη μου ένα όμορφο σπιτικό για να ζει, όπως έχει συνηθίσει μέχρι τώρα;
- Μα θα μελετώ! Και έχει ο Θεός!
- Και πώς θα της αγοράσεις ένα δαχτυλίδι αρραβώνων, όμορφο σαν κι εκείνη;
- Θα συγκεντρωθώ ακόμα περισσότερο στην μελέτη μου και…έχει ο Θεός!
- Και παιδιά; Πώς θα μεγαλώσετε τα παιδιά σας;
- Μην ανησυχείτε, έχει ο Θεός!
Η συζήτηση συνεχίζονταν με αυτόν τον τρόπο και σε κάθε ερώτηση τού πατέρα, ο νεαρός απαντούσε «έχει ο Θεός!».
Αργότερα η μητέρα ρώτησε τον πατέρα:
- Πώς πήγε η κουβέντα χρυσέ μου;
- Δεν έχει δουλειά, δεν κάνει σχέδια, αλλά τα καλά νέα είναι πως με βλέπει σαν Θεό…