φρέσκα ανέκδοτα

Ένας 45χρονος εργοστασιάρχης πάει στο καζίνο και χάνει σε μια νύχτα όλη του την περιούσια και αποφασίζει να αυτοκτονήσει.
Πάει στον ισθμό και την ώρα που είναι έτοιμος να πέσει βλέπει έναν γέροντα με άσπρη γενειάδα να τον κρατάει και να του λέει:
- Μα τι κάνεις παιδί μου ; Γιατί θέλεις να πεθάνεις;
Ποιος είσαι εσύ; Άσε με να πεθάνω. Έχασα όλη μου την περιούσια στο καζίνο.
- Είμαι του άπαντα ο Άγιος Βασίλης και θα σου επιστρέψω ότι έχασες υπό ένα όρο.
Τι όρο ρωτάει ο εργοστασιάρχης;
- Να κάτσεις να σε γα**σω.
Τι να κάνει ο καημένος, κάθεται.!
Όταν τελείωσαν του λέει ο γέροντας:
Πόσο χρονών είσαι;
45 άπαντα ο εργοστασιάρχης.
- Καλά και πιστεύεις ακόμα στον Αι Βασίλη;
Κάποιος αγοράζει πανάκριβο και ολοκαίνουργιο τζιπ. Το βράδυ το παρκάρει κάτω από το σπίτι του.
Περνάει πιτσιρικάς, κοιτάει το τζιπ, του 'ρχεται φαεινή ιδέα, βγάζει σουγιά και πλάι στην ένδειξη 4Χ4 χαράζει στη λαμαρίνα =16!
Το πρωί ο τύπος τραβάει τα μαλλιά του. Πάει στην αντιπροσωπεία, όπου δέχονται να του αλλάξουν το καπό, μια που δεν συμπλήρωσε ούτε μέρα που πήρε το αμάξι.
Το ίδιο βράδυ ξαναπερνάει ο πιτσιρικάς, βλέπει το 4Χ4 να αστράφτει πάλι, ξαναβγάζει το σουγιά και ξαναχαράζει στη λαμαρίνα =16.
Το άλλο πρωί ο ιδιοκτήτης στα πρόθυρα εμφράγματος ξαναπάει στην αντιπροσωπεία.
- Κοιτάξτε κύριε, του λένε εκεί, δυστυχώς υπάρχουν πολλά τέτοια παλιόπαιδα και το ίδιο πρόβλημα το 'χουν κι άλλοι ιδιοκτήτες τζιπ. Για να μην κάνετε συνέχεια αυτή τη δουλειά λοιπόν, εμείς έχουμε φτιάξει μια πατέντα, όπου κολλάμε ένα μεταλλικό πλαίσιο πάνω στο πίσω καπό, το οποίο γράφει 4Χ4=16, με όμορφα καλλιτεχνικά γράμματα. Κι έτσι δεν έχουν πια τι να γράψουν και γλιτώνετε. Αν παρατηρήσετε θα δείτε πολλά τζιπ με αυτό το κόλπο. Τι λέτε;
Τι να κάνει, βάζει το μεταλλικό πλαίσιο με 4Χ4=16 και επιστρέφει σπίτι.
Το βράδυ περνάει ο πιτσιρικάς, βλέπει το 4Χ4=16 και προβληματίζεται. Ξύνει το κεφάλι για λίγο και τελικά βγάζει το σουγιά και χαράζει στο καπό ακριβώς από κάτω:
Σωστοοοοοοοοοσ!
Ήταν δυο πεινασμένοι, πολύ πεινασμένοι. Μαθαίνουν λοιπόν ότι πεθαίνει ένας
Πλούσιος που πριν πεθάνει είχε καταβροχθίσει τον άμπακο. Είχε
Φάει παστίτσιο, μουσακά, κεφτεδάκια, τζατζίκι, πατάτες
Φούρνου, λέμον πάι και ο άνθρωπος κλάταρε για τα καλά. Οι φίλοι μας τέτοια
Ευκαιρία δεν έλεγε με τίποτα να τη χάσουν. Πηγαίνουν τη νύχτα στον τάφο,
Ξεθάβουν το νεκρό του ανοίγουν την κοιλιά και λέει ο ένας στον άλλο με
Υποδειγματική ευγένεια κάτι που λέιπει από πολλούς στη λίστα μας:
- Αρχισε εσύ.
Βάζει λοιπόν το κουτάλι ο άλλος κι αρχίσει και τρώει. Είχε φάει περίπου τα
Μισά όταν του ξαναλέει ο άλλος:
- Μα καλά ρε δε συχαίνεσαι, σιχαμένε. Το διανοείσαι ρε; Έφαγες από την κοιλιά
Ενός νεκρού, μα δεν έχεις τσίπα επάνω σου μωρέ;
Τον έπιασε αηδία λοιπόν το φίλο μας και ξέρασε ό,τι είχε φάει. Λέει τότε ο
Άλλος.
- Αυτό ήθελα. Να μου ζεστάνεις το φαΐ.
Και παίρνει το κουτάλι κι αρχίζει να τρώει.
Φίλοι κολλητοί ήταν οι δυο νέοι της ιστορίας μας, αλλά ενώ ο ένας είχε τον
Τρόπο του με τις γυναίκες, είχε το κατιτίς του, που λέμε, ο άλλος δεν
Μπορούσε να σταυρώσει θηλυκό. Δεν είχε και μπλα-μπλα ο άνθρωπος και, ξέρεις
Τώρα, λέγε-λέγε κάνεις το ... να θέλει.
- Κοίτα να δεις, του λέει ο άλλος, διάβασε και κανένα βιβλίο. Διάβασε κανένα
Αρλεκιν, να δεις εκεί τι ωραία που τα λένε και τις ρίχνουν τις γκόμενες.
Αγόρασε ο δικός μας ότι Αρλεκιν και Βίπερ Νόρα κυκλοφορούσε στα περίπτερα
Κι έπεσε με τα μούτρα στη μελέτη. Σε 6 μήνες είχε διαβάσει ότι υπήρχε και
Δεν υπήρχε, είχε ξαναδιαβάσει και τα καλύτερα από δυο-τρεις φορές, τα είχε
Μάθει απ απέξω.
Αισθανόμενος πλέον ώριμος και έτοιμος, μπαίνει στο πρώτο μπαρ για πρακτική
Εξάσκηση.
Πλησιάζει μια ωραία κοπέλα που τον ψιλοκοίταζε από απέναντι και, παίρνοντας
Λάγνο ύφος, της απευθύνει το λόγο:
- "Τα μάτια σου είναι σαν Αυγουστιάτικο ηλιοβασίλεμα" είπε ο Τζών.
Ανοίγει η μαντάμ την πόρτα του μπουρδέλου και βλέπει έναν καλοντυμένο άνδρα:
- Τι θα θέλατε;
- Θέλω να δω την Κορίνα.
- Μα ξέρετε, η Κορίνα είναι από τα ακριβά μας κορίτσια. Ίσως είναι καλύτερα να δείτε κάποια άλλη.
- Όχι, την Κορίνα, επιμένει αυτός.
- Η Κορίνα χρεώνει 5.000 ευρώ για κάθε επίσκεψη.
Χωρίς δισταγμό ο κύριος βγάζει και δίνει τα 5.000 ευρώ στην Κορίνα και πηγαίνουν απάνω.
Την επόμενη νύχτα ξαναζητά την Κορίνα. Δίνει άλλα 5.000 ευρώ και ξαναπηγαίνουν απάνω.
Την επόμενη ξαναζητά την Κορίνα. Δίνει άλλα 5.000 ευρώ και την παίρνει να πάνε επάνω.
Μόλις τελειώνουν τον ρωτά η Κορίνα περίεργη:
- Κανένας δεν έχει ξανάρθει για μένα τρεις συνεχόμενες νύχτες. Τι δουλειά κάνεις;
- Είμαι δικηγόρος.
- Από που είσαι;
- Από την Λαμία.
- Τι σύμπτωση! Και εγώ από την Λαμία είμαι!
- Το ξέρω, λέει αυτός. Πέθανε ο πατέρας σου, και η αδερφή σου μου ζήτησε να σου φέρω τα 15.000 ευρώ απο τα 30.000 ευρώ που μείνανε μετά τους φόρους.
Το ηθικό δίδαγμα αυτής της ιστορίας είναι ότι τρία πράγματα είναι σίγουρα στην ζωή.
1. Ο θάνατος.
2. Οι φόροι.
3. Μια ζωή οι δικηγόροι σε πηδάνε!