φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν μια φορά ένα άτομο που πήγε και αγόρασε μια φεράρι. Βγαίνει λοιπόν σε ένα περιφερειακό δρόμο για να δοκιμάσει τα γκάζια της. Βάζει 1η ταχύτητα και πηγαίνει με 60 χιλιόμετρα. Ξαφνικά βλέπει ένα κοτοπουλάκι να τον προσπερνά.
- "Ε ρε ξεφτίλα!", σκέφτεται.
Κατεβάζει δευτέρα με 100 χιλιόμετρα την ώρα και το προσπερνά.
Μετά από λίγο βλέπει το κοτόπουλο να τον ξαναπροσπερνά.
- "Ε τι ξεφτίλα είναι αυτή; Με περνούν και τα κοτόπουλα;"
Το σανιδώνει λοιπόν το αμάξι και προσπερνά το κοτόπουλο. Εκεί λοιπόν που έτρεχε με 300 βλέπει πάλι το κοτοπουλάκι να τον ξαναπροσπερνά.
- "Αμάν πια! θα το ακολουθήσω να δω τι γίνεται", σκέφτεται.
Το ακολουθεί λοιπόν το κοτόπουλο και βλέπει ότι πηγαίνει από ένα χωματόδρομο και μπαίνει σε ένα κοτέτσι.
Πηγαίνει λοιπόν στον ιδιοκτήτη και του λέει:
- Πολύ γρήγορα τα κοτόπουλά σας!
- Ναι, πράγματι είναι γρήγορα του λέει!
- Τουλάχιστον είναι και νόστιμα;
- Μήπως πιάσαμε και κανένα; απαντά ο ιδιοκτήτης.
Μια κοπέλα, μετά από πολύ και αποτυχημένο ψάξιμο για άντρα, αποφασίζει να καταφύγει στην παλιά καλή μέθοδο του δονητή.
Αγοράζει λοιπόν τα απαραίτητα σύνεργα και κατόπιν κλείνετε στο δωμάτιο της για να βρει την πολυπόθητη ικανοποίηση που τόσο καιρό είχε στερηθεί.
Για κακή της τύχη όμως, πάνω στο καλύτερο σημείο, ο πατέρας της ακούει τους αναστεναγμούς και τις κραυγές και μπαίνει στο δωμάτιο της.
Ξαφνιασμένος από την σκηνή που έβλεπε ο άνθρωπος, ρωτάει την κόρη του τι κάνει εκεί με τον δονητή.
Η μικρή σκέφτεται λίγο και μετά με φυσικότατο ύφος λέει στον πατέρα της:
"Καλά ρε πατέρα, με όλες αυτές τις ασθένειες που κυκλοφορούν τι θες να κάνω; Να πάω με κανέναν και να κολλήσω ένα σωρό αρρώστιες;"
Ο πατέρας το σκέφτεται για λίγο και φεύγει αμίλητος.
Την δεύτερη μέρα πάλι το ίδιο σκηνικό."Μα καλά κόρη μου, πάλι τα ίδια;" ρωτά απορημένος ο πατέρας.
Η κόρη, με πιο τσαμπουκαλίστικο ύφος αυτή την φορά, γυρνά στον πατέρα της και του λέει ότι του είχε πει και την προηγούμενη φορά.
Ο πατέρας το σκέφτεται για λίγο και φεύγει και πάλι αμίλητος.
Την τρίτη μέρα, για να μην τα πολυλογώ, εκτυλίσσεται η ίδια ιστορία.
Την τέταρτη μέρα, η κόρη ψάχνει για τον δονητή της αλλά μάταια. Έχει αναστατώσει όλο το δωμάτιο χωρίς αποτέλεσμα. Τελικά αποφασίζει να ρωτήσει τον πατέρα της.
Πάει στο σαλόνι για να τον βρει και τότε βλέπει τον πατέρα της καθισμένο σε μιά καρέκλα, από την άλλη μεριά του τραπεζιού τον δονητή της και επάνω στο τραπέζι δύο ποτήρια κρασί.
Απορημένη γυρίζει στον πατέρα της και τον ρωτάει:
"Μα καλά βρε πατέρα, Τι κάνεις εκεί;"
Και ο πατέρας με φυσικότατο ύφος:
"Δεν βλέπεις κόρη μου; ΤΑ ΠΙΝΩ ΜΕ ΤΟΝ ΓΑΜΠΡΟ ΜΟΥ"
Ένας άντρας ψώνιζε τροφή για το σκύλο του σε ένα pet shop και ξαφνικά ακούει από το βάθος του διαδρόμου: E! ΜΑΛΑΚΑ!
Γυρίζει αλλά δε βλέπει κανένα. Μετά από λίγο ξανακούει Πσσσ! μαλάκα!
Ξαναγυρίζει και πάλι δε βλέπει κανένα. Μετά από λίγο ξανακούει "Ρε μαλάκα"!. Κοιτάει και βλέπει έναν παπαγάλο.
Εκνευρισμένος πάει στον καταστηματάρχη και του λέει:
- Κύριε, ο παπαγάλος σας με είπε μαλάκα. Απαιτώ μία συγνώμη.
Και ο καταστηματάρχης του απαντά: τι φταίω εγώ κύριε που ένας παπαγάλος σας είπε μαλάκα; Ίσως να κατάλαβε τι είστε και απλώς το φώναξε!
Εκνευρισμένος ο πελάτης αποφασίζει αποφασίζει να φύγει, αλλά εκείνη τη στιγμή ξαναρχίζει ο παπαγάλος να βρίζει. Πολύ εκνευρισμένος τώρα ο πελάτης πάει να χτυπήσει τον παπαγάλο αλλά ο καταστηματάρχης δεν τον αφήνει. Ο πελάτης τότε αποφασίζει να αγοράσει τον παπαγάλο.
Ο καταστηματάρχης όμως, του λέει ότι ο παπαγάλος αυτός είναι σπάνιος και ακριβός και δεν τον πουλάει. Μετά από αρκετή ώρα παζαρέματος καταφέρνει τελικά να τον αγοράσει για 700.000δρχ και αφού έχει υποσχεθεί ότι θα τον φροντίζει πολύ καλά. Αφού πλήρωσε έβαλε τον παπαγάλο σε μία μαύρη σακούλα και τον πάει σε ένα έρημο μέρος σε μία παλιά μισογκρεμισμένη οικοδομή. Παίρνει τη σακούλα με τον παπαγάλο και αρχίζει να την χτύπα πάνω- κάτω με όλη του τη δύναμη.
Αφού χτύπησε καμιά 80αριά φορές τη σακούλα την πετά κάτω. Βγαίνει παραπατώντας έξω ο παπαγάλος με σπασμένα τα φτερά και αίματα παντού, κοιτά γύρω γύρω και λέει:
- Πω πω σεισμός! Γκρεμίστηκαν όλα! Μόνο εγώ και ο ΜΑΛΑΚΑΣ μείναμε!
Ήταν κάποτε ένας νταλικέρης που η γυναίκα του τον απατούσε με έναν γύφτο τον οποίο τον έλεγαν ΜΟΥΝΟΤΡΙΧΑ. Ο νταλικέρης όμως το κατάλαβε και αποφάσισε να μάθει με ποιον.
Της λέει λοιπόν ότι πρέπει να πάει ένα ταξίδι πολύ μακριά και ότι θα κάνει πολλές μέρες να επιστρέψει. Αν όμως επιστρέψει και την πιάσει να τον κερατώνει θα της βγάλει της μουνότριχες μια μια.
Η γυναίκα λοιπόν μόλις έφυγε ο νταλικέρης παίρνει τηλέφωνο το γύφτο (ο γύφτος όμως όταν του ζητούσες κάτι να σου κάνει ζητούσε πάντα για αντάλλαγμα πεντοχίλιαρο)
- Έλα Μουνότριχα έφυγε ο άντρας μου, λέει η γυναίκα.
- Θα μου δώσεις ένα πεντοχίλιαρο; λέει ο γύφτος.
Πηγαίνει εκεί ο γύφτος και του λέει η γυναίκα.
- Αντε ξεντύσου.
- Θα μου δώσεις ένα πεντοχίλιαρο;
Του δίνει το πεντοχίλιαρο και του ξαναλέει.
- Αντε ξεκίνα!
- Θα μου δώσεις ένα πεντοχίλιαρο;
Του δίνει το πεντοχίλιαρο και αρχίζουν
Ξαφνικά χτυπάει η πόρτα και λέει η γυναίκα στον Μουνότριχα.
- Μουνότριχα κρύψου ο άντρας μου.
- Θα μου δώσεις ένα πεντοχίλιαρο;
Του δίνει το πεντοχίλιαρο και κρύβετε κάτω από το κρεβάτι.
Μπαίνει ο νταλικέρης μέσα βλέπει γυμνή την γυναίκα του και το κατάλαβε και αρχίζει να της βγάζει τις μουνόρτιχες μια μια στο τέλος έμεινε μία που δεν έβγαινε και φωνάζει δυνατά ο νταλικέρης.
- Βγες μαύρη μουνότριχα!
Και ο γύφτος λέει:
- Θα μου δώσεις ένα πεντοχίλιαρο;