φρέσκα ανέκδοτα

Ένας τύπος, ελεεινός και σουρωμένος μέχρι εκεί που δεν παίρνει, ανεβαίνει σ ένα λεωφορείο.
Κάθεται δίπλα σ έναν παπά, τραβάει μια ρουφηξιά από ένα φλασκί, βγάζει μια τσαλακωμένη εφημερίδα απ την κωλοτσέπη, σκουπίζει μ αυτήν το λερωμένο από κραγιόν και ποτό πρόσωπό του και αρχίζει να τη διαβάζει.
Σε κάποια στιγμή, γυρνάει στον παπά και του λέει:
- Πάτερ, συγγνώμη για την ενόχληση αλλά, μήπως ξέρετε τι προκαλεί την αρθρίτιδα;
- Η έκλυτη ζωή, η επαφή με φτηνές και διεστραμμένες γυναίκες, το αλκοόλ και η αυτοπεριφρόνηση τέκνο μου, του λέει με στόμφο και περιφρόνηση ο παπάς.
- Να με πάρει και να με σηκώσει! μουρμουρίζει ο μέθυσος και ξαναβυθίζεται στην εφημερίδα του.
Ο παπάς ξανασκέφτεται το τι είπε, μετανιώνει για τον τρόπο του και λέει απολογητικά:
- Συγγνώμη τέκνο μου, δεν έπρεπε να σου μιλήσω έτσι απότομα. Για πες μου, όμως, πόσο καιρό έχεις αρθρίτιδα;
- Δεν έχω πάτερ, αλλά μόλις διάβασα πως έχει ο Πάπας!
Κάποιος παπαγάλος θέλησε να κάνει πλάκα στο αφεντικό του . Παίρνει λοιπόν , τηλεφωνώ στην εταιρία διανομής πετρελαίου και παραγγέλνει 2 τόνους πετρέλαιο , το αφεντικό αναγκαστικά το πληρώνει , και αγανακτισμένος ρίχνει ένα χέρι ξύλο στον παπαγάλο λέγοντας του ότι αν το ξανακάνει θα το μετανιώσει ...
Ο παπαγάλος , φυσικά ,δεν κατάλαβε τίποτα παίρνει λοιπόν , τηλέφωνο και παραγγέλνει αυτήν την φορά 8 τόνους πετρέλαιο ...
Όταν έρχεται το πετρέλαιο , ο τύπος το πληρώνει ( τι να κάνει ) και μετά τρέχει προς τον παπαγάλο ... Αφού τον σαπίζει στο ξύλο , τον πιάνει και τον καρφώνει στον τοίχο από τις φτερούγες.
Όπως καθόταν εκεί ο παπαγάλος βλέπει απέναντι του τον εσταυρωμένο και γυρίζει λοιπόν και τον ρωτάει :
- Δεν μου λες ρε φίλε , πόσο καιρό είσαι έτσι ;
- Ε ., ε να δυο χιλιάδες χρόνια.
- Καλά ρε μεγάλε πόσο πετρέλαιο παράγγειλες ;
Ο Μωυσής, ο Ιησούς και ένας γεράκος με άσπρα γένια είναι στο club και παίζουν γκολφ. Ρίχνει πρώτη μπαλιά ο Μωυσής, μια δυνατή μακρυνή με μεγάλη τροχιά η οποία ατυχώς καταλήγει στη μέση μιας λιμνούλας. Πλησιάζει ο Μωυσής, υψώνει το μπαστούνι του γκόλφ και τότε η λίμνη χωρίζεται στα δύο και από το στεγνό τότε ρίχνει μια μπαλιά πολύ κοντά στην τρύπα.
Συνεχίζει ο Ιησούς, με μια πολύ ωραία μπαλιά, η οποία βέβαια κατά σατανική σύμπτωση καταλήγει να επιπλέει στη γνωστή λιμνούλα. Ο Ιησούς ατάραχος περπατάει επάνω στο νερό και με μια εξαιρετική μπαλιά στέλνει τη δική του μπάλα ακόμα πιο κοντά στην τρύπα από ότι ο Μωυσής.
Τελευταίος έπαιζε ο γεράκος μετά από όλα αυτά τα καταπληκτικά που είχαν γίνει. Γέρος γάρ, ρίχνει μια όχι και πολύ εύστοχη μπαλιά, η οποία καταλήγει στο φράχτη, από εκεί πάνω σε ένα λεωφορείο που πέρναγε δίπλα στο δρόμο που την στέλνει πάνω σε ένα φορτηγό και απο εκεί πάνω στην οροφή ενός σπιτιού κυλάει στις υδρορροές και παίρνει την κατηφόρα για τη λιμνούλα φυσικά (αν ήμουν Αρχιμήδης, θα διαβάζατε ακόμα πολύ γκελ από το μπαλάκι του γκόλφ -) ). Εκεί όμως που έφτανε στη λιμνούλα το αρπάζει ένας βάτραχος που πάει να πηδήσει στη λίμνη αλλά για κακή του τύχη τον αρπάζει εκείνη τη στιγμή ενας θαλασσαητός και αρχίζει να απομακρύνεται από τη λιμνούλα και πάνω από το γήπεδο, οπότε από την τρομάρα του του πέφτει του βατράχου το μπαλάκι το οποίο πάει και καταλήγει μέσα στην τρύπα.
Γυρίζει λοιπόν και ο Μωυσής και λέει:
- Τελικά Ιησού, κάθε φορά μου σπάει τα νεύρα ο πατέρας σου...
Στη τάξη του Μπόμπου η δασκάλα είπε στα παιδιά να φέρουν την άλλη μέρα μαζί τους από ένα ζωάκι για το μάθημα της ζωολογίας...
Την επομένη ο μικρός Γιαννάκης έφερε μαζί του ένα γατάκι, ο Γιωργάκης ένα παπαγαλάκι, η Αγγελικούλα ένα σκυλάκι κι η Ελενίτσα έφερε ένα χάμστερ (δε ξέρω πως το λένε ελληνικά το χάμστερ... Αν ξέρει κάποιος ας με ενημερώσει...) Ο Μπόμπος είχε φέρει δεμένο απ το λαιμό μ ένα δερμάτινο λουρί... Τον παππού του και τραβώντας τον με αυτό τον οδήγησε στη τάξη...
- Τί είναι αυτά Μπόμπο; του είπε αυστηρά η δασκάλα... Γιατί κουβάλησες δεμένο το παππού σου έτσι;
- Τον έφερα για λύκο, κυρία -Τι είναι αυτά που λες παιδί μου; Πώς μπορεί να είναι λύκος ο παππούς σου;
Τότε ο Μπόμπος σκύβει στο αυτί του παππού και τον ρωτά ψιθυριστά "Ψιτ παππού, πόσο καιρό έχεις να κάνεις έρωτα με τη γιαγιά;"
Και ο παππούς δυνατά:
- Ου ου ου ου ου ου ου
Ο κύριος ομιλητής σ ένα συνέδριο έχει αργήσει. Τρέχει σαν παλαβός να προλάβει να φτάσει στην ώρα του, τα καταφέρνει να φτάσει λίγο πριν έρθει η ώρα του να μιλήσει, αλλά μόλις κάθεται κάτω, διαπιστώνει ότι έχει ξεχάσει τη μασέλα του, πράγμα που εξομολογήθηκε στο διπλανό του.
- Ξέχασα τη μασέλα μου!
- Μην ανησυχείς, λέει αυτός. Δοκίμασε αυτή.
Ο ομιλητής τη δοκιμάζει και λέει:
- Πολύ σφιχτή.
- Καλά, δοκίμασε αυτή, του λέει ο άλλος.
Τη δοκιμάζει και αποφαίνεται:
- Πολύ χαλαρή.
- Καλά, δοκίμασε αυτή, του λέει ο άλλος.
Τη δοκιμάζει και...
- Τέλεια! Εφαρμόζει περίφημα! λέει ο ομιλητής.
Φάγανε, έβγαλε το λόγο του και μετά γυρνάει στο διπλανό του και λέει:
- Σας ευχαριστώ για τη βοήθειά σας! Που είναι το ιατρείο σας. Έψαχνα για έναν καλό οδοντίατρο.
- Ποιος είπε ότι είμαι οδοντίατρος. Εργολάβος κηδειών είμαι!
Ήταν ένας Αμερικάνος, ένας Ρώσος και ένας Έλληνας, οι οποίοι μιλούσαν για το πόσο έχει προχωρήσει ο πολιτισμός στη χώρα τους.
- "Εμείς στην Αμερική, έχουμε ουρανοξύστες με 1.000 ορόφους", λέει ο Αμερικάνος.
- "Εμείς στη Ρωσία, έχουμε τα καλύτερα ραντάρ του κόσμου", λέει ο Ρώσος.
- "Εμείς, λέει ο Έλληνας, έχουμε έναν άνθρωπο, το Κίτσο, που είναι από την Καρδίτσα και ο οποίος βγάζει τη γλώσσα του, τη βάζει κάτω από τα πόδια του, μετά τη δένει στο λαιμό του, την πάει στην πλάτη του, την περνάει μέσα από τη μπλούζα του και τη ξαναφέρνει στο στόμα του."
Οι άλλοι έμειναν έκπληκτοι.
Μετά από λίγη ώρα λέει ο Αμερικάνος:
- "Σας είπα ψέματα. Δεν έχουμε τόσο μεγάλους ουρανοξύστες. Ο μεγαλύτερος είναι 500 ορόφους."
- "Και σας είπα ψέματα. Δεν έχουμε τόσο καλά ραντάρ. Κανονικά είναι, όπως όλα."
Οπότε λέει και ο Έλληνας:
- "Και σας είπα ψέματα. Ο Κίτσος, δεν είναι από τη Καρδίτσα, αλλά από τα Τρίκαλα."
Τρεις φίλοι αποφάσισαν να πάνε για ψάρεμα με την βάρκα τους. Αποφάσισαν, να πάρουν μαζί τους και τον φίλο τους τον Κε-κε.
Όπως ψάρευαν οι φίλοι κοιτάζοντας τον βυθό τις θάλασσας, ο Κε-κες αγνάντευε τον ορίζοντα. Κάποια στιγμή, βλέπει ένα μεγάλο καράβι, να κατευθύνεται καταπάνω τους. Τρομαγμένος ο Κε-κες, άρχισε να φωνάζει:
- "Κα κα κα κα κα κα κα κα..."
Πέφτοντας στη θάλασσα, λέει:
- "Kα κα κα καράβι."
Oi φίλοι του δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν και τους χτύπησε το καράβι. Τους πήγαν στο νοσοκομείο, στην εντατική και έμειναν εκεί για έξι ολόκληρους μήνες. Όταν ανάρρωσαν, αποφασίζουν να πάνε για ψάρεμα πάλι με το φίλο τους, τον Κε-κε. Τελικά, όπως ψάρευαν οι φίλοι, αρχίζει πάλι ο Κε-κες να φωνάζει:
- "Κα κα κα κα κα κα κα κα..."
Όταν το άκουσαν αυτό οι φίλοι, πήδηξαν στην θάλασσα έντρομοι Τελικά, ακούνε τον Κε-κε, να ολοκληρώνει την πρότασή του.
- "Κα κα κα κα κα κα καρχαρίας!"