Skip to main content
Ήταν μια φορά ενας βλάχος και πήγε να μείνει σε ένα ξενοδοχείο της Αθήνας. Λέει στη ρεσεψιόν, λοιπόν,να του δώσει ένα δωμάτιο και του λέει αυτή:
- Μήπως θα θέλατε και καμμιά κοπελίτσα για παρέα το βράδυ;
- Αμέ, γιατί όχι!
Γίνεται ότι γινεται, λοιπόν, την επόμενη μέρα πάει ο βλάχος να πληρώσει.
- Δε χρωστάτε τίποτα, λέει η ρεσεψιόν και του δίνει και 200 Ευρώ!
Πάει ο βλάχος όλο χαρά στο κατσικοχώρι του και λέει ότι έγινε στους συγχωριανούς του.
Αρχίζουν λοιπόν να πηγαίνουν ένας-ένας στο περιβόητο ξενοδοχείο και είχαν όλοι την ίδια εμπειρία.
Κάποια στιγμή τους πήρε πρέφα ο παπάς του χωριού και πήγε ο ίδιος στο ξενοδοχείο της Αθήνας να τσεκάρει.
Πάει στη ρεσεψιόν και της ζητάει δωμάτιο.
Αυτή, κλασσικά, του λέει:
- Μήπως θα θέλατε και καμμιά κοπελίτσα για παρέα το βράδυ;
- Αυτά είναι πράγματα του Σατανά, τέκνον μου, λέει ο παπάς,αλλά μιας και το ανέφερες...
Πάει ο παππάς στο δωμάτιο με την γκόμενα, την ξεσκίζει και την επόμενη μέρα πάει για να πληρώσει.
Η ρεσεψιόν του είπε οτι δε χρωστάει τίποτα και του δίνει 3000 Ευρώ.
Ο παπάς τα έχει χάσει και τη ρωτάει:
- Μα τέκνον μου, γιατί στους υπόλοιπους συγχωριανούς μου έδωσες 200 και σε μένα 3000 Ευρώ;
Και η ρεσεψιόν του λέει:
- Κοιτάξτε, τσόντα με παπά πρώτη φορα γυρίζουμε!
Μία ομάδα από άντρες κάθονται στη σάουνα και συζητούν για δουλειές και μετοχές όταν ξαφνικά χτυπάει ένα κινητό.
"Γεια σου μωρό μου, είσαι στο κλαμπ;"
"Ναι καλή μου."
"Αγάπη μου δε θα το πιστέψεις αλλά είμαι μπροστά στου YSL και υπάρχει ένα πανέμορφο μινκ προσφορά στη βιτρίνα."
"Πόσο κάνει καλή μου;"
"Το σκοτώνουν. Μόνο 2.000.000. Το πιστεύεις;"
"Μα δεν έχεις ήδη πολλά παλτά;"
"Σε παρακαλώ αγάπη μου, είναι μοναδικό!"
"Καλά, καλά, πάρ το!"
"Σ ευχαριστώ καρδιά μου. Α, για να μη σε κρατώ πολύ", πέρασα από τη Mercedes το πρωί και είδα το νέο κάμπριο. Πέθανα! Μίλησα στον πωλητή και αυτό που έχει στην έκθεση είναι ολοκαίνουργιο, με δερμάτινα καθίσματα, υδραυλικά, ηλεκτρικά, τα πάντα. Χρώμα χρυσό! Τι λες;"
"Έλα τώρα γλυκιά μου, έχουμε ήδη πολλά αυτοκίνητα!"
"Μα μου είχες υποσχεθεί ότι μπορώ να πάρω ένα κάμπριο!"
"Πόσο κάνει;"
"Δε θα το πιστέψεις, αλλά ο πωλητής είπε ότι θα μας το αφήσει μόνο 35.000.000, full extra, κομπλέ, με το κλειδί στο χέρι!"
"Καλά, καλά, άντε πάρ το!"
"Μωρό μου σε λατρεύω. Είσαι ο καλύτερος σύζυγος που θα μπορούσε να έχει μια γυναίκα. Ελπίζω να μην το παρακάνω αλλά θυμάσαι το ταξίδι που είχαμε κάνει στο Παρίσι; Θυμάσαι το ξενοδοχείο με την πισίνα και τα γήπεδα του τένις; Πουλιέται.
Το είδα το πρωί στο μεσιτικό γραφείο. Αν το αγοράζαμε θα είχαμε το τέλειο μέρος να μείνουμε τους κρύους μήνες του Χειμώνα!"
"Να σου πω, το είχα σκεφτεί κι εγώ. Πουλιέται είπες;"
"Αλήθεια; Το είχες σκεφτεί; Να πάω να κάνω μια προσφορά;
Ξέρεις, δεν είναι πολύ ακριβό και θα ταίριαζε στον τρόπο ζωής μας!"
"Πόσο το έχουν;"
"Μόνο 180.000.000 αγάπη μου. Είναι ευκαιρία!"
"Νομίζω έχουμε λεφτά στην άκρη. Πήγαινε και κάνε μια προσφορά αλλά με τίποτα πάνω από 165.000.000."
"Τελικά η σημερινή μέρα είναι καταπληκτική! Δε βλέπω την ώρα να σε πετύχω το βράδυ στο σπίτι για να το γιορτάσουμε!"
"Τα λέμε το βράδυ καλή μου."
Ο τύπος κλείνει το κινητό και ρωτά δυνατά:
"Ρε σεισ! Ποιανου ειναι αυτο εδω το κινητο;"
Ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας ήταν κολλητοί από μικροί, και όπου πήγαιναν, πήγαιναν μαζί.
Ήρθε η στιγμή και ο Γιωρίκας παντρεύεται!
Έγινε ο γάμος και ήταν να πάει το αντρόγυνο ταξίδι του μέλιτος. Και επειδή ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας δεν μπορούσαν να αποχωριστούν ο ένας τον άλλο, αποφάσισαν να πάνε και οι τρεις μαζί στο ταξίδι.
Φτάνουν στο ξενοδοχείο και ζητούν ένα δωμάτιο με διπλό κρεβάτι και ένα μονόκλινο.
Αλλά ο ξενοδόχος τους λέει ότι έχει μόνο ένα δωμάτιο με διπλό κρεβάτι και δεν υπάρχουν άλλα άδεια δωμάτια.
Αναγκάζονται λοιπόν να πάρουν αυτό το δωμάτιο και να κοιμηθούν όλοι μαζί. Πέφτουν να κοιμηθούν, και ο ο Κωστίκας νιώθει ένα χέρι στο πουλί του.
Το πρωί, με τύψεις γιατί θα χαλάσει τον γάμο του φίλου του, αποφασίζει να το πει στον Γιωρίκα:
- Ρε Γιωρίκα, συγνώμη που θα στο πω, αλλά το βράδυ που κοιμόμασταν η γυναίκα σου μου έπιανε το πουλί.
Και λέει ο Γιωρίκας:
- Ρε χαζέ, εγώ σου έπιανα το πουλί, γιατί ήθελα να ξέρω που ακριβώς βρίσκεται!
Πάει ένας Ιταλός σε ένα ξενοδοχείο.
- Ένα δωμάτιο θα ήθελα.
- Ευχαρίστως, λέει ο ξενοδόχος, αλλά το βράδυ μπορεί να ακούσετε φωνές...
- Δεν με τρομάζουν εμένα αυτά, λέει ο Ιταλός.
Το βράδυ κοιμάται ο Ιταλός, και ξυπνάει από κάτι απειλητικές φωνές:
- Θα σε φάω! Θα σε φάω! Θα σε φάω!
Τρομοκρατημένος πέφτει από το παράθυρο!
Την επόμενη μέρα έρχεται ένας Γερμανός στο ξενοδοχείο.
- Ένα δωμάτιο θα ήθελα.
- Ευχαρίστως, λέει ο ξενοδόχος, αλλά το βράδυ μπορεί να ακούσετε φωνές...
- Δεν με τρομάζουν εμένα αυτά, λέει ο Γερμανός.
Το βράδυ κοιμάται ο Γερμανός, και ξυπνάει από κάτι απειλητικές φωνές:
- Θα σε φάω! Θα σε φάω! Θα σε φάω!
Τρομοκρατημένος πέφτει και αυτός από το παράθυρο!
Την επόμενη μέρα έρχεται ένας Έλληνας στο ξενοδοχείο.
- Ένα δωμάτιο θα ήθελα.
- Ευχαρίστως, λέει ο ξενοδόχος, αλλά το βράδυ μπορεί να ακούσετε φωνές...
- Δεν με τρομάζουν εμένα αυτά, λέει ο Έλληνας.
Το βράδυ κοιμάται ο Έλληνας, και ξυπνάει από κάτι απειλητικές φωνές:
- Θα σε φάω! Θα σε φάω! Θα σε φάω!
Σηκώνεται ο Έλληνας, και ψάχνει από πού έρχονταν οι φωνές.
Κοιτάει δεξιά, τίποτε...
Αριστερά, τίποτε...
Ανοίγει την ντουλάπα, και βλέπει μία μαϊμού να κρατάει μία μπανάνα και να της λέει:
- Θα σε φάω! Θα σε φάω! Θα σε φάω!
Την εποχή που στο λιμάνι του Πειραιά κυριαρχούσε η ατμόσφαιρα που γνωρίσαμε και στην ταινία "Τα κόκκινα φανάρια " συνέβη και το περιστατικό που περιγράφεται στο ανέκδοτο αυτό. Ήσαν δυο κοπέλες, η Φρίντα και η Σίλια, που σχεδόν συνεργάζονταν στην... Εξυπηρέτηση πελατών κάθε φορά που έφταναν πλοία στο λιμάνι μετά από πολύμηνη απουσία, με τα πληρώματά τους κουρασμένα και στερημένα από... τις ποικίλες ευχαριστήσεις που προσφέρει η ζωή. Ήσαν φίλες στην ουσία και δεν τις πείραζε ούτε το να δέχονται τον ίδιο πελάτη διαδοχικά. Έτυχε, λοιπόν, να έχουν και κάποιον έλληνα ναυτικό, μόνιμό τους πελάτη. Κάθε φορά που αυτός γύριζε από κάποιο μακρύ ταξίδι έτρεχε κοντά τους και περνούσε αρκετές ώρες πότε με τη μία και πότε με την άλλη. Μια φορά είχε λείψει γύρω στο χρόνο γιατί το καράβι που δούλευε είχε δέσει σε κάποιο λιμάνι της Β. Ευρώπης για επισκευή. Τις έπαιρνε τηλέφωνο, τους έλεγε ότι τις είχε επιθυμήσει, ότι τους ήταν... Πιστός, ότι επισκεπτόταν διάφορα μέρη για να σπρώχνει τον καιρό να περνά κι ότι περίμενε πώς και πώς την ώρα του γυρισμού. Ήλθε κάποτε κι αυτή η ώρα, τον υποδέχτηκαν αυτές όλο χαρά κι ακολούθησε ότι καθένας εύκολα φαντάζεται. Όπως ήσαν και τα δωμάτιά τους στο φτηνό ξενοδοχείο του λιμανιού δίπλα- δίπλα, έβγαινε από τη μια, έμπαινε στην άλλη. Ύστερα από δυο-τρεις μέρες οι κοπέλες πίνοντας καφέ, συζητούσαν τις εντυπώσεις τους.
- Πώς τον βρήκες; ρωτάει η Φρίντα τη Σίλια.
- Υπέροχο! Τί να σου λέω !Είχε ένα κέφι !Μια ορμητικότητα! Μια έξαψη! Πρωτοφανές το πάθος του... Εσύ πώς τον βρήκες;Κι εγώ το ίδιο θερμό κι ορεξάτο. Της απαντά η Φρίντα . Πες μου, όμως κάτι. Παρατήρησες τίποτε παράξενο πάνω του, αυτή τη φορά;
- Ναι, μωρέ, γεια σου! Θα το είδες κι εσύ φαίνεται για να ρωτάς. Είδα στο όργανό του επάνω κάποιο τατουάζ που έλεγε "νταμ "
- Όχου! Καημένη μου! Και μου τον παίνευες για ορμητικό και με πρωτοφανές πάθος! Σε πληροφορώ ότι κι εγώ το είδα το τατουάζ. Μόνο που όταν ήταν με μένα δεν έγραφε "... Νταμ " αλλά "Aμστερνταμ...!"-