Ένας τύπος πηγαίνει σε ένα pet shop αποφασισμένος να αγοράσει το πιο περίεργο ζώο που θα βρει.
Μετά την σχετική συνεννόηση με τον υπάλληλο ο τελευταίος του προτείνει ένα εξωτικό ιγκουάνα.
- Αααα, ιγκουάνα μέχρι και η πεθερά μου έχει πάρει, τί άλλο έχετε;
- Έχουμε επίσης και αυτόν τον απίθανο σκίουρο ο οποίος πλένει πιάτα! λέει ο υπάλληλος.
- Καλή φάση, σκέφτεται ο τύπος, αλλά έχω πλυντήριο σπίτι οπότε μάλλον αχρείαστος θα μου είναι. Τίποτα άλλο;
Έπειτα απο αρκετή ώρα καταλήγουν στο πιο εξωτικό ζώο του καταστήματος, μία σαρανταποδαρούσα που μιλάει!
Ενθουσιασμένος ο παίχτης τρέχει στο σπίτι όπου και τακτοποιεί το ζωάκι σε μια πολυτελή γυάλα με τα νεράκια της, το φαγάκι της και τα σχετικά. Στο καπάκι όμως δέχεται τηλέφωνο από φίλο για μπίρες στο κοντινό μπαράκι.
Στρέφεται λοιπόν στην σαρανταποδαρούσα για την πρώτη επικοινωνία:
- Θα πάω δίπλα για μπίρες, είσαι μέσα;
Μούγκα η σαρανταποδαρούσα.
- Εσένα μιλάω ρε! Θα έρθεις για μπίρες; συνεχίζει ενοχλημένος.
Τάφος η σαρανταποδαρούσα.
- Λοιπόν εγώ πάω, εσύ θα χάσεις...
- Ακουσα, άκουσα ρε μαλάκα, παπούτσια δένω!
Μια ξανθιά, μια μελαχρινή και μια κοκκινομάλλα δουλεύουν σε ένα γραφείο όπου η διευθύντρια είναι γυναίκα. Κάθε μέρα η διευθύντρια φεύγει νωρίς, οπότε κάποια μέρα λέει η μελαχρινή:
- Ρε κορίτσια, δε φεύγουμε κι εμείς νωρίς αύριο; Έτσι κι αλλιώς δε θα το καταλάβει!
Πράγματι την άλλη μέρα φεύγει η διευθύντρια και αμέσως μετά φεύγουν κι αυτές.
Η μελαχρινή πάει στο σπίτι της και καταπιάνεται με τον κήπο της, η κοκκινομάλλα πηγαίνει σε ένα μπαρ και η ξανθιά πάει και αυτή στο σπίτι της όπου όμως βρίσκει τον άντρα της να κάνει έρωτα με τη διευθύντρια.
Σιγά-σιγά και χωρίς να την καταλάβουν η ξανθιά φεύγει από το σπίτι και γυρίζει πίσω την ώρα που σχολάει κάθε μέρα.
Την άλλη μέρα λέει η μελαχρινή στην ξανθιά:
- Ωραία ήταν χθες! Να το ξανακάνουμε.
- Όχι, όχιιιι! Εμένα παρά λίγο να με πιάσουν!
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γυναίκα που την έλεγαν Ελένη.
Γυρνώντας απο τη δουλειά της βλέπει την τέντα του μπαλκονιού της σπασμένη εξαιτίας της καταιγίδας που είχε προηγηθεί. Αμέσως παίρνει την φίλη της την Κατερίνα και της λέει:
- Μήπως ξέρεις κανένα μάστορα να έρθει να μου φτιάξει την τέντα του μπαλκονιού μου γιατί χάλασε;
- Ξέρω έναν καταπληκτικό μάστορα τον Μπάμπη.
- Σε παρακαλώ δώσε μου το τηλέφωνό του να τον πάρω.
Της δίνει το τηλέφωνό του κι αυτή τον παίρνει αμέσως.
- Γειά σας. Ο Μπάμπης;
- Ο ίδιος.
- Θα ήθελα να μου φτιάξετε την τέντα μου που χάλασε.
- Διεύθυνση;
- Ανδρου 23.
- Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί. Η Ελένη καθισμένη στον καναπέ περίμενε τον Μπάμπη. Χτυπάει το θυροτηλέφωνο:
- Ποιός είναι;
- Ο Μπάμπης.
- Ανεβείτε.
Χτυπάει η πόρτα.
- Γειά σας να σας φτιάξω καφέ;
- Μέτριο.
- Το μπαλκόνι είναι απο εκεί.
Εκεί που η Ελένη έφτιαχνε τον καφέ χτυπάει το θυροτηλέφωνο.
- Ποιός είναι;
- Ο Μπάααααμπης.
- Τρελός είστε, κύριέ μου; Ο Μπάμπης είναι στο μπαλκόνι.
- Έεεεεπεσα...
Στον παράδεισο βρίσκονται ανάμεσα στους άλλους νεκρούς ένας Ιταλός, ένας Τούρκος και ένας Εβραίος οι οποίοι παίρνουνε άδεια από τον Αγιο Πέτρο να κατεβούν για Παρασκευοσαββατοκύριακο στη γη.
Ετοιμάζονται να φύγουν αλλά πριν περάσουνε τις πύλες του παραδείσου τους καλεί ο Αγ. Πέτρος στο γραφείο του και τους προειδοποιεί.
"Μην τυχόν δω τον Ιταλό να τρώει πίτσα, τον Εβραίο να ασχολείται με χρήματα ή τον Τούρκο να κάνει Οθωμανικό γιατί θα τον βουτήξω αμέσως, σύμφωνοι?"
Τι να κάνουν, οι τρεις νεκροί δεν μπορούσανε να πούνε όχι. κατεβαίνουνε λοιπόν στη γη και αρχίζουνε να σουλατσάρουνε σε μια πόλη ώσπου συναντάνε μια πιτσαρία. Ο Ιταλός δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην
Νοσταλγία του και ορμά μέσα, παραγγέλνει μία σπέσιαλ πίτσα και κάθεται να τη φάει αλλά με την πρώτη μπουκιά ΦΟΥΠ! τον αρπάζει ο Αγ. Πέτρος. Οι υπόλοιποι 2 πάνε παρακάτω και μετά από λίγα βήματα βλέπουνε μια λίρα στο δρόμο. Σκύβει ο Εβραίος να την πιάσει και ΦΟΥΠ! εξαφανίζεται ο Τούρκος!
Ποιός θα φτάσει πιο γρήγορα;
Στη φυλακη
1. Περνάς τον περισσότερο χρόνο σου σε ένα κελί 8 Χ 10.
2. Σου παρέχουν τρία γεύματα την ημέρα.
3. Μειώνεις το χρόνο παραμονής σου με καλή συμπεριφορά.
4. Ο φύλακας κλειδώνει και ξεκλειδώνει όλες τις πόρτες για σένα.
5. Μπορείς να βλέπεις τηλεόραση και να παίζεις ηλεκτρονικά.
6. Έχεις τη δική σου τουαλέτα.
7. Επιτρέπουν στους φίλους και συγγενείς σου να σε επισκεφθούν.
8. Οι φορολογούμενοι πληρώνουν όλα τα έξοδα για σένα.
9. Πρέπει να αντιμετωπίσεις σαδιστές δεσμοφύλακες.
Στη δουλεια
1. Περνάς τον περισσότερο χρόνο σου σε ένα γραφείο με διαχωριστικό 6Χ8.
2. Κάνεις διάλειμμα μόνο για ένα γεύμα, που το πληρώνεις εσύ.
3. Φορτώνεσαι περισσότερη δουλειά, αν δείξεις καλή διαγωγή.
4. Πρέπει να κουβαλάς πάνω σου κλειδιά για να ανοίγεις τις πόρτες.
5. Σε απολύουν αν βλέπεις τηλεόραση και παίζεις ηλεκτρονικά.
6. Την τουαλέτα την μοιράζεσαι με κάτι ηλίθιους που κατουράνε το καπάκι.
7. Δεν μπορείς ούτε στο τηλέφωνο να μιλήσεις με τους δικούς σου.
8. Πρέπει να πληρώνεις όλα τα έξοδα για να πας στο γραφείο και ύστερα σου κρατούν από το μισθό σου φόρους για τους φυλακισμένους.
9. Τους ονομάζουν "διευθυντές"
Σου εύχομαι μία όμορφη μέρα στο γραφείο. Εγώ πάω φυλακή!
Ο Κωστίκας ήταν βοσκός και αποφασίζει να πάει για δουλειά στη Γερμανία.
Αφήνει τα πρόβατά του στον Γιωρίκα και φεύγει. Μετά από χρόνια γυρίζει ο Κωστίκας απ΄ τη Γερμανία και βρίσκει τον Γιωρίκα στο καφενείο. Τον ρωτάει με μεγάλη αγωνία που είναι τα πρόβατά του. Ο Γιωρίκας του λέει ότι συνέβησαν 4 αρνητικά και 1 θετικό γεγονός.
Γιωρίκας:
- Θυμάσαι το τσοπανόσκυλο που είχες;
Κωστίκας:
- Ναι. Τι έπαθε;
Γιωρίκας:
- Τον πάτησαν τα πρόβατα πάνω στον πανικό τους.
Κωστίκας:
- Ποιον πανικό;
Γιωρίκας:
- Πήρε φωτιά το μαντρί.
Κωστίκας:
- Πώς πήρε φωτιά το μαντρί;
Γιωρίκας:
- Είχα ξεχάσει 1 κερί αναμένο απ΄ το μνημόσυνο της μάνας σου.
Κωστίκας:
- Τι; Πέθανε η μάνα μου. Από τι;
Γιωρίκας:
- Απ΄ την στεναχώρια που πέθανε ο πατέρας σου.
Κωστίκας:
- Πέθανε και ο πατέρας μου κι εγώ δεν ξέρω τίποτα. 4 αρνητικά είπες & 1 θετικό. Το θετικό ποιο είναι;
Γιωρίκας:
- Θυμάσαι το τεστ που είχες κάνεις για το ΕΙΤΖ;
Κωστίκας:
- Το θυμάμαι.
Γιωρίκας:
- Ε, βγήκε θετικό!
Ο αγρότης παράγγειλε το τελευταίο μοντέλο μιας αρμεχτικής μηχανής, του το στείλανε, το παρέλαβε και μια κι η γυναίκα του έλειπε εκείνη την ημέρα, αποφάσισε να το δοκιμάσει στον εαυτό του πρώτα. Βάζει το μηχάνημα στην πρίζα, τοποθετεί το πέος του στην κατάλληλη υποδοχή, γυρνάει το διακόπτη και... τα υπόλοιπα γινόντουσαν μόνα τους, αυτομάτως!
Μετά από λίγο διαπίστωσε ότι η μηχανή τον ικανοποιούσε περισσότερο απ ότι τον ικανοποιούσε η γυναίκα του. Όταν τέλειωσε τη δουλειά του κι έφτασε στο... αποκορύφωμα (πολύ ποιητικό αυτό!) και λέρωσε και το πάτωμα, εκεί ένα γύρω, γιατί δεν είχε πάρει κάδο, προσπάθησε να το σταματήσει το μηχάνημα, αλλά δεν ήξερε πώς. Πάτησε όλα τα κουμπάκια
Του μηχανήματος, αλλά αυτό τίποτα, συνέχιζε τη δουλειά του. Προσπάθησε να βγάλει το πέος του απ την υποδοχή, (αμ, δίκιο είχες ο πατέρας μου, που μου λεγε αυτό και την υπογραφή μου να προσέχω πού βάζω), τίποτα.
Διάβασε τις οδηγίες, αλλά δε φωτίστηκε και πολύ. Τελικά αναγκάστηκε να πάρει τηλέφωνο την εταιρεία.
- Αγόρασα τη τάδε μοντέλο σας αρμεχτικής μηχανής. Δουλεύει περίφημα και είμαι πολύ ικανοποιημένος, αλλά πώς το βγάζω απ το μαστάρι της γελάδας;
- Μη σας νοιάζει για τίποτα, του είπαν από την εταιρεία. Η μηχανή έχει όλους τους αυτοματισμούς και θα αποσυνδεθεί μόνη της μόλις συμπληρώσει 20 λίτρα γάλα απ τον κάθε μαστό.
Ο κύριος της ιστορίας μας είχε ένα φοβερό πάθος στην ζωή του. Αγαπούσε υπερβολικά ένα φαγητό: Τα βραστά φασόλια! Του άρεσαν πολύ, αλλά του δημιουργούσαν μια μάλλον προσβλητική για τους άλλους αντίδραση, που παράλληλα τον έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση.
Κάποτε συνάντησε μια όμορφη κοπέλα και την ερωτεύθηκε. Όταν ήταν προφανές ότι η σχέση τους οδηγούσε σε γάμο, σκέφτηκε ότι δεν θα ήταν δυνατόν να προχωρήσουν σε μια τέτοια ενέργεια αν δεν έκανε κάτι πάνω στο πάθος που τον είχε κυριεύσει. Έτσι, αποφάσισε να κάνει την ύστατη θυσία: Εγκατέλειψε τα φασόλια!
Λίγους μήνες αργότερα, καθώς γύριζε από την δουλειά, το αυτοκίνητό του χάλασε. Καθώς η δουλειά του ήταν εκτός πόλης, έπρεπε να περπατήσει αρκετά πριν μπορέσει να φτάσει στο σπίτι του και τηλεφώνησε για να ειδοποιήσει την γυναίκα του ότι θα αργούσε λιγάκι παραπάνω εκείνο το απόγευμα.
Όταν πέρασε έξω από ένα τοπικό μικρό εστιατόριο, το μαγευτικό άρωμα των βραστών φασολιών πλημμύρισε την μύτη του. Καθώς είχε ακόμη αρκετά χιλιόμετρα να περπατήσει, σκέφτηκε ότι με το περπάτημα, οι δυσάρεστες παρενέργειες των φασολιών θα είχαν εξασθενήσει φτάνοντας στο σπίτι. Μπήκε λοιπόν μέσα και έφυγε μόνο όταν είχε φάει τρία σπέσιαλ μεγάλα πιάτα από το αγαπημένο του φαγητό. Σε όλη την διάρκεια του περπατήματός του, συνεχώς άφηνε πίσω του χαρακτηριστικά την μυρωδιά του.
Τις αμόλαγε συνεχώς στην ανηφόρα και στην κατηφόρα και θα έλεγε κανείς ότι σημάδευε τον δρόμο πίσω του. Όταν, λοιπόν, έφτασε έξω από την πόρτα του, ένιωσε αρκετά ασφαλής και εκτονωμένος. Η γυναίκα του άνοιξε την πόρτα και του φάνηκε ότι ήταν κάπως ξαναμμένη. Του εξήγησε ότι του είχε την πιό απίθανη έκπληξη για το βραδινό του φαγητό και ότι η καθυστέρησή του δεν ήταν τίποτα εμπρός σε αυτό που θα του σερβίριζε!
Του πέρασε ένα μαντήλι γύρω από τα μάτια και τον οδήγησε στην καρέκλα στο κεφάλι του τραπεζιού και του ζήτησε να της υποσχεθεί ότι δεν θα κρυφοκοίταζε.
Ακριβώς εκείνη την στιγμή, ένιωσε μια πίεση στο εσωτερικό της κοιλιάς του, να κατεβαίνει προς τα κάτω. Την ώρα που η γυναίκα του ετοιμαζόταν να του βγάλει το μαντήλι και να του εμφανίσει την έκπληξη, το τηλέφωνο χτύπησε. Τον υποχρέωσε να της ξαναϋποσχεθεί ότι δεν θα κρυφοκοίταζε μέχρις ότου γυρίσει από το τηλέφωνο και πήγε να απαντήσει. Όσο εκείνη έλειπε, άδραξε την ευκαιρία, στήριξε το βάρος του στο ένα πόδι και την άφησε να φύγει. Δεν ήταν μόνο δυνατή αλλά βρωμούσε και σαν χαλασμένο αυγό. Ακόμη και ο ίδιος δυσκολεύτηκε να ανασάνει και γι αυτό, πηρε την χαρτοπετσέτα του και άρχισε να την κινεί γύρω του, ανακινώντας τον αέρα.
Μόλις είχε αρχίσει να νιώθει πιό καλά όταν μια ακόμη βιαστική εμφανίστηκε. Σήκωσε το πόδι του και ππρρρρρρρρρρρρτ, την άφησε ελεύθερη. Ακούστηκε σαν ντηζελομηχανή που αγκομαχούσε στην ανηφόρα και βρωμούσε ακόμη χειρότερα. Αρχισε να κουνά τα χέρια του τριγύρω, ελπίζοντας ότι η μυρωδιά θα αραίωνε, όταν η γυναίκα του θα επέστρεφε από το τηλέφωνο. Η κατάσταση άρχισε να επανέρχεται στο φυσιολογικό όταν την ξανάνιωσε.. Στηρίχτηκε στο άλλο πόδι του και την ελευθέρωσε. Αυτή ήταν πραγματικά φαρμακερή! Τα παράθυρα έτριξαν, τα πιάτα στο τραπέζι ταρακουνήθηκαν και ένα λεπτό αργότερα τα λουλούδια στο βάζο είχαν μαραθεί. Καθώς προσπαθούσε να κρατάει και τον νού του στην κουβέντα της γυναίκας του που βρισκόταν στο χωλ και κρατώντας την υπόσχεσή του να μην κρυφοκοιτάξει όση ώρα απουσίαζε, πέρασε το επόμενο δεκάλεπτο κλάνοντας και κουνώντας τα χέρια του με την χαρτοπετσέτα.
Όταν άκουσε τους τηλεφωνικούς αποχαιρετισμούς, πράγμα που σήμαινε ότι το τηλεφώνημα έφτανε στο τέλος του, προσεκτικά δίπλωσε την χαρτοπετσέτα του και την άφησε δίπλα στο πιάτο του, στο σημείο που βρισκόταν από την αρχή. Χαμογελώντας συγκαταβατικά, ήταν η εικόνα της αθωότητας, όταν η γυναίκα του μπήκε στο δωμάτιο.
Ζητώντας συγνώμη που άργησε τόσο πολύ στο τηλέφωνο, τον ρώτησε αν είχε κρυφοκοιτάξει στο τραπέζι και όταν βεβαιώθηκε ότι δεν είχε κάνει ζαβολιά, εκείνη τράβηξε το μαντήλι και φώναξε :
Εκπληξη!
Με ένα μεγάλο σοκ και με τρόμο, ανακάλυψε ότι δώδεκα άτομα ήταν καθισμένα γύρω από το τραπέζι, μαζεμένοι για το γενέθλιο πάρτυ του!
Συναντιούνται μετά από χρόνια ο Μάκης και ο Σάκης στον δρόμο.
Ανταλλάσουν τηλέφωνα και διευθύνσεις και την άλλη μέρα πηγαίνει ο Μάκης στο σπίτι του Σάκη.
Ο Σάκης λέει στην γυναίκα του να τους φτιάξει έναν καφέ, αλλά αυτή του λέει ότι δεν μπορεί, σιδερώνει.
Ζητάει ο Σάκης από τα παιδιά να τους φτιάξουν έναν καφέ, αλλά αυτά λένε ότι παίζουν και δεν μπορούν.
Καταντροπιασμένος ο Σάκης φτιάχνει κάτι στον Μάκη μόνος του.
Την άλλη μέρα πάει ο Σάκης στο σπίτι του Μάκη.
Η γυναίκα του Μάκη τους περιποιείται με το παραπάνω. Παστίτσια, γλυκά, καφέδες... Τα παιδιά ευγενικότατα...
Ο Σάκης ρωτάει τον Μάκη πώς καταφέρνει να τα έχει όλα στην εντέλεια.
- Γύρισα μια μέρα από την δουλειά, λέει ο Μάκης, και βρήκα τον σκύλο στην πολυθρόνα μου. Του έδωσα κίτρινη κάρτα. Την άλλη μέρα ξανασυνέβει το ίδιο. Του ξανάδωσα κίτρινη κάρτα. Την άλλη μέρα τον ξαναβρίσκω στην πολυθρόνα μου και τον σκοτώνω...
- Καλά, αυτό που κολλάει; ρωτάει ο Σάκης.
- Όλοι εδώ μέσα έχουν από 2 κίτρινες κάρτες!