Skip to main content
Ένας τύπος πηγαίνει σε ένα pet shop αποφασισμένος να αγοράσει το πιο περίεργο ζώο που θα βρει.
Μετά την σχετική συνεννόηση με τον υπάλληλο ο τελευταίος του προτείνει ένα εξωτικό ιγκουάνα.
- Αααα, ιγκουάνα μέχρι και η πεθερά μου έχει πάρει, τί άλλο έχετε;
- Έχουμε επίσης και αυτόν τον απίθανο σκίουρο ο οποίος πλένει πιάτα! λέει ο υπάλληλος.
- Καλή φάση, σκέφτεται ο τύπος, αλλά έχω πλυντήριο σπίτι οπότε μάλλον αχρείαστος θα μου είναι. Τίποτα άλλο;
Έπειτα απο αρκετή ώρα καταλήγουν στο πιο εξωτικό ζώο του καταστήματος, μία σαρανταποδαρούσα που μιλάει!
Ενθουσιασμένος ο παίχτης τρέχει στο σπίτι όπου και τακτοποιεί το ζωάκι σε μια πολυτελή γυάλα με τα νεράκια της, το φαγάκι της και τα σχετικά. Στο καπάκι όμως δέχεται τηλέφωνο από φίλο για μπίρες στο κοντινό μπαράκι.
Στρέφεται λοιπόν στην σαρανταποδαρούσα για την πρώτη επικοινωνία:
- Θα πάω δίπλα για μπίρες, είσαι μέσα;
Μούγκα η σαρανταποδαρούσα.
- Εσένα μιλάω ρε! Θα έρθεις για μπίρες; συνεχίζει ενοχλημένος.
Τάφος η σαρανταποδαρούσα.
- Λοιπόν εγώ πάω, εσύ θα χάσεις...
- Ακουσα, άκουσα ρε μαλάκα, παπούτσια δένω!
Μια γυναίκα πάει στην κοινωνική πρόνοια, (ή όπως αλλιώς το λένε, δεν ξέρω), να πάρει επίδομα ολύτεκνης κι ο υπάλληλος τη ρώτησε:
- Πόσα παιδιά έχετε.
- Δέκα! απάντησε αυτή. (Μεσάνυχτα θα είχε από μεθόδους αντισύλληψης!)
- Και τα ονόματά τους;
- Γιώργος, Γιώργος, Γιώργος, Γιώργος, Γιώργος, Γιώργος, Γιώργος,
Γιώργος, Γιώργος και Γιώργος, απάντησε η γυναίκα.
- Όλων τα ονόματα είναι Γιώργος; απόρησε ο υπάλληλος. Και πώς τα φωνάζετε να μαζευτούν στο σπίτι;
- Εύκολο! Απλά φωνάζω «Γιώργο» και μαζεύονται όλα.
- Κι όταν θέλετε να τα βάλετε να φάνε;
- Τότε λέω:
- «Γιώργο, έλα να φας».
- Κι όταν θέλετε να πείτε σε ένα μόνο απ τα παιδιά να κάνει κάτι;
- Ε, τότε χρησιμοποιώ το επώνυμο!
Δύο γνωστοί, συναντιούνται στον Παράδεισο.
- Καλά, πώς πέθανες βρε Γιώργο;
- Ασε, γύρισα μία μέρα σπίτι, έπειτα από μια κοπιαστική μέρα στη δουλειά και είδα τη γυναίκα μου ολόγυμνη στο κρεβάτι μας. Αμέσως κατάλαβα, ότι ο εραστής της κρυβόταν κάπου μέσα στο σπίτι και άρχισα να ψάχνω παντού σαν τρελός. Στη ντουλάπα, στην αποθήκη, στην κουζίνα, κάτω από τις σκάλες, παντού. Τελικά, από τη σύγχυσή μου, που δεν μπορούσα να τον βρω, έπαθα ανακοπή και έμεινα στον τόπο. Εσύ, πώς έγινε και πέθανες;
- Εγώ πήγα από πνευμονία. Γιατί, αν την ώρα που έψαχνες την κουζίνα, άνοιγες και το ψυγείο ρε βλάκα, θα την είχαμε γλιτώσει και οι δυό μας.
Ο αγρότης παράγγειλε το τελευταίο μοντέλο μιας αρμεχτικής μηχανής, του το στείλανε, το παρέλαβε και μια κι η γυναίκα του έλειπε εκείνη την ημέρα, αποφάσισε να το δοκιμάσει στον εαυτό του πρώτα. Βάζει το μηχάνημα στην πρίζα, τοποθετεί το πέος του στην κατάλληλη υποδοχή, γυρνάει το διακόπτη και... τα υπόλοιπα γινόντουσαν μόνα τους, αυτομάτως!
Μετά από λίγο διαπίστωσε ότι η μηχανή τον ικανοποιούσε περισσότερο απ ότι τον ικανοποιούσε η γυναίκα του. Όταν τέλειωσε τη δουλειά του κι έφτασε στο... αποκορύφωμα (πολύ ποιητικό αυτό!) και λέρωσε και το πάτωμα, εκεί ένα γύρω, γιατί δεν είχε πάρει κάδο, προσπάθησε να το σταματήσει το μηχάνημα, αλλά δεν ήξερε πώς. Πάτησε όλα τα κουμπάκια
Του μηχανήματος, αλλά αυτό τίποτα, συνέχιζε τη δουλειά του. Προσπάθησε να βγάλει το πέος του απ την υποδοχή, (αμ, δίκιο είχες ο πατέρας μου, που μου λεγε αυτό και την υπογραφή μου να προσέχω πού βάζω), τίποτα.
Διάβασε τις οδηγίες, αλλά δε φωτίστηκε και πολύ. Τελικά αναγκάστηκε να πάρει τηλέφωνο την εταιρεία.
- Αγόρασα τη τάδε μοντέλο σας αρμεχτικής μηχανής. Δουλεύει περίφημα και είμαι πολύ ικανοποιημένος, αλλά πώς το βγάζω απ το μαστάρι της γελάδας;
- Μη σας νοιάζει για τίποτα, του είπαν από την εταιρεία. Η μηχανή έχει όλους τους αυτοματισμούς και θα αποσυνδεθεί μόνη της μόλις συμπληρώσει 20 λίτρα γάλα απ τον κάθε μαστό.
Ο κύριος της ιστορίας μας είχε ένα φοβερό πάθος στην ζωή του. Αγαπούσε υπερβολικά ένα φαγητό: Τα βραστά φασόλια! Του άρεσαν πολύ, αλλά του δημιουργούσαν μια μάλλον προσβλητική για τους άλλους αντίδραση, που παράλληλα τον έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση.
Κάποτε συνάντησε μια όμορφη κοπέλα και την ερωτεύθηκε. Όταν ήταν προφανές ότι η σχέση τους οδηγούσε σε γάμο, σκέφτηκε ότι δεν θα ήταν δυνατόν να προχωρήσουν σε μια τέτοια ενέργεια αν δεν έκανε κάτι πάνω στο πάθος που τον είχε κυριεύσει. Έτσι, αποφάσισε να κάνει την ύστατη θυσία: Εγκατέλειψε τα φασόλια!
Λίγους μήνες αργότερα, καθώς γύριζε από την δουλειά, το αυτοκίνητό του χάλασε. Καθώς η δουλειά του ήταν εκτός πόλης, έπρεπε να περπατήσει αρκετά πριν μπορέσει να φτάσει στο σπίτι του και τηλεφώνησε για να ειδοποιήσει την γυναίκα του ότι θα αργούσε λιγάκι παραπάνω εκείνο το απόγευμα.
Όταν πέρασε έξω από ένα τοπικό μικρό εστιατόριο, το μαγευτικό άρωμα των βραστών φασολιών πλημμύρισε την μύτη του. Καθώς είχε ακόμη αρκετά χιλιόμετρα να περπατήσει, σκέφτηκε ότι με το περπάτημα, οι δυσάρεστες παρενέργειες των φασολιών θα είχαν εξασθενήσει φτάνοντας στο σπίτι. Μπήκε λοιπόν μέσα και έφυγε μόνο όταν είχε φάει τρία σπέσιαλ μεγάλα πιάτα από το αγαπημένο του φαγητό. Σε όλη την διάρκεια του περπατήματός του, συνεχώς άφηνε πίσω του χαρακτηριστικά την μυρωδιά του.
Τις αμόλαγε συνεχώς στην ανηφόρα και στην κατηφόρα και θα έλεγε κανείς ότι σημάδευε τον δρόμο πίσω του. Όταν, λοιπόν, έφτασε έξω από την πόρτα του, ένιωσε αρκετά ασφαλής και εκτονωμένος. Η γυναίκα του άνοιξε την πόρτα και του φάνηκε ότι ήταν κάπως ξαναμμένη. Του εξήγησε ότι του είχε την πιό απίθανη έκπληξη για το βραδινό του φαγητό και ότι η καθυστέρησή του δεν ήταν τίποτα εμπρός σε αυτό που θα του σερβίριζε!
Του πέρασε ένα μαντήλι γύρω από τα μάτια και τον οδήγησε στην καρέκλα στο κεφάλι του τραπεζιού και του ζήτησε να της υποσχεθεί ότι δεν θα κρυφοκοίταζε.
Ακριβώς εκείνη την στιγμή, ένιωσε μια πίεση στο εσωτερικό της κοιλιάς του, να κατεβαίνει προς τα κάτω. Την ώρα που η γυναίκα του ετοιμαζόταν να του βγάλει το μαντήλι και να του εμφανίσει την έκπληξη, το τηλέφωνο χτύπησε. Τον υποχρέωσε να της ξαναϋποσχεθεί ότι δεν θα κρυφοκοίταζε μέχρις ότου γυρίσει από το τηλέφωνο και πήγε να απαντήσει. Όσο εκείνη έλειπε, άδραξε την ευκαιρία, στήριξε το βάρος του στο ένα πόδι και την άφησε να φύγει. Δεν ήταν μόνο δυνατή αλλά βρωμούσε και σαν χαλασμένο αυγό. Ακόμη και ο ίδιος δυσκολεύτηκε να ανασάνει και γι αυτό, πηρε την χαρτοπετσέτα του και άρχισε να την κινεί γύρω του, ανακινώντας τον αέρα.
Μόλις είχε αρχίσει να νιώθει πιό καλά όταν μια ακόμη βιαστική εμφανίστηκε. Σήκωσε το πόδι του και ππρρρρρρρρρρρρτ, την άφησε ελεύθερη. Ακούστηκε σαν ντηζελομηχανή που αγκομαχούσε στην ανηφόρα και βρωμούσε ακόμη χειρότερα. Αρχισε να κουνά τα χέρια του τριγύρω, ελπίζοντας ότι η μυρωδιά θα αραίωνε, όταν η γυναίκα του θα επέστρεφε από το τηλέφωνο. Η κατάσταση άρχισε να επανέρχεται στο φυσιολογικό όταν την ξανάνιωσε.. Στηρίχτηκε στο άλλο πόδι του και την ελευθέρωσε. Αυτή ήταν πραγματικά φαρμακερή! Τα παράθυρα έτριξαν, τα πιάτα στο τραπέζι ταρακουνήθηκαν και ένα λεπτό αργότερα τα λουλούδια στο βάζο είχαν μαραθεί. Καθώς προσπαθούσε να κρατάει και τον νού του στην κουβέντα της γυναίκας του που βρισκόταν στο χωλ και κρατώντας την υπόσχεσή του να μην κρυφοκοιτάξει όση ώρα απουσίαζε, πέρασε το επόμενο δεκάλεπτο κλάνοντας και κουνώντας τα χέρια του με την χαρτοπετσέτα.
Όταν άκουσε τους τηλεφωνικούς αποχαιρετισμούς, πράγμα που σήμαινε ότι το τηλεφώνημα έφτανε στο τέλος του, προσεκτικά δίπλωσε την χαρτοπετσέτα του και την άφησε δίπλα στο πιάτο του, στο σημείο που βρισκόταν από την αρχή. Χαμογελώντας συγκαταβατικά, ήταν η εικόνα της αθωότητας, όταν η γυναίκα του μπήκε στο δωμάτιο.
Ζητώντας συγνώμη που άργησε τόσο πολύ στο τηλέφωνο, τον ρώτησε αν είχε κρυφοκοιτάξει στο τραπέζι και όταν βεβαιώθηκε ότι δεν είχε κάνει ζαβολιά, εκείνη τράβηξε το μαντήλι και φώναξε :
Εκπληξη!
Με ένα μεγάλο σοκ και με τρόμο, ανακάλυψε ότι δώδεκα άτομα ήταν καθισμένα γύρω από το τραπέζι, μαζεμένοι για το γενέθλιο πάρτυ του!