Ο ιδιοκτήτης μιας μεγάλης εταιρείας καλεί στο γραφείο του ένα νεαρό υπάλληλό του, για να τον συγχαρεί για την πρόοδό του:
- Αγαπητέ Χρήστο, σε προσέλαβα στην εταιρεία πριν από ένα χρόνο για να κάνεις τις εξωτερικές δουλειές. Σε τρεις μήνες κατάφερες να γίνεις υπάλληλος γραφείου και σε πέντε μήνες τμηματάρχης. Σε έξι μήνες έγινες διευθυντής πωλήσεων και σήμερα, μετά από οχτώ μήνες, είσαι πλέον γενικός διευθυντής. Σε κάλεσα λοιπόν στο γραφείο μου για να σου ανακοινώσω ότι σκοπεύω να αποσυρθώ και να αφήσω την εταιρεία στα χέρια σου. Τι έχεις να πεις για όλα αυτά;
- Εεε... ευχαριστώ.
- Μόνο αυτό;
- Εεε... ευχαριστώ μπαμπάκα!
Στην εποχή της μεγάλης μετανάστευσης φτάνουν στην Νέα Υόρκη ένα Κινέζος, ένας Νέγρος και ένας Πόντιος και συναντιούνται σε ένα φτηνό ξενοδοχείο.
Καθώς δεν έχουν αρκετά λεφτά αποφασίζουν να νοικιάσουν μαζί ένα δωμάτιο και από την επομένη να ψάξουν για δουλειά.
Πράγματι την επόμενη μέρα φεύγουν και οι τρεις για να βρουν δουλειά και επιστρέφουν αργά το απόγευμα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου.
- Τι έγινε Κινέζε, βρήκες δουλειά, τον ρωτάνε οι δύο άλλοι.
- Οι άτιμοι όπου και να πήγα με διώχνανε και μου λέγανε: έξω από δω παλιοσχιστομάτη. Τζίφος βρε παιδιά.
- Εσύ Νέγρο;
- Τα ίδια και χειρότερα, δεν φτάνει που με βρίζανε με διώξανε στην κυριολεξία και με τις κλωτσιές, οι άτιμοι.
- Εγώ παιδιά τα κατάφερα λέει ο Πόντιος και αύριο πιάνω δουλειά σε ένα εστιατόριο. Μόνο βρε Κινέζε είδα ότι έχεις ρολόι. Σε παρακαλώ μπορείς να με ξυπνήσεις στις 4 το πρωί για να ετοιμαστώ;
- Φυσικά του λέει ο Κινέζος.
Πάει για ύπνο ο Πόντιος αλλά οι δύο άλλοι ζοχαδιασμένοι που δεν βρήκαν δουλειά σκεφτόντουσαν τι να του κάνουν.
- Το βρήκα λέει ο Νέγρος και ανοίγει τη σόμπα παίρνει τις στάχτες και αρχίζει να πασαλείβει τον Πόντιο στο πρόσωπο και τα χέρια. Κατράμι ο Πόντιος.
Κατά τις 4 ο Κινέζος ξυπνά τον Πόντιο και του λέει "άντε σήκω ώρα για δουλειά".
Ευχαριστώ λέει ο Πόντιος, σηκώνετε και πάει για κατούρημα.
Καθώς ξαλάφρωνε κοιτά στον καθρέφτη, γουρλώνει τα μάτια και λέει όλο θυμό :
"Ρε τον π**στη τον Κινέζο τον μα**κα τον Νέγρο ξύπνησε!"
Ένας Γενικός Διευθυντής μιας εταιρίας, επιβιβάζεται στο τρένο μαζί με έναν νεαρό υπάλληλο του για να πάνε Θεσσαλονίκη.
Δεν μπορούν να βρουν όμως άλλο μέρος να καθίσουν, εκτός απο ένα βαγόνι όπου απέναντι τους κάθεται μία γιαγιά με την όμορφη εγγονή της. Ύστερα απο λίγο, είναι φανερό ότι υπάρχει ενδιαφέρον μεταξύ των δυο νεαρών, απο τις ματιές που ανταλλάζουν. Στο ύψος της Λαμίας, το τρένο περνάει μέσα απο ένα τούνελ και στο βαγόνι γίνεται πίσσα σκοτάδι. Ξαφνικά, ακούγεται ο ήχος ενός φιλιού και ο θόρυβος απο ένα δυνατό χαστούκι. Όταν το τρένο βγαίνει απο το τούνελ, και οι τέσσερις κάθονται όπως πριν, αμίλητοι. Η γιαγιά σκέφτεται μέσα της :
"Θράσος που το είχε ο νεαρός να φιλήσει την εγγονή μου! Πάντως χαίρομαι που τον έβαλε στην θέση του με αυτό τo χαστούκι"
Ο Γεν. Διευθυντής, σκεπτόταν κάπως ενοχλημένος :
"Δεν ήξερα ότι ο νεαρός ήταν τόσο θαρραλέος για να φιλήσει τη κοπέλα! Σίγουρα όμως θα προτιμούσα να μην είχε αστοχήσει αυτή στο χαστούκι της γιατί αντί αυτόν πέτυχε εμένα"
Η εγγονή πάλι σκεφτόταν :
" Χάρηκα που με φίλησε ο τύπος, αλλά με στενοχώρησε που η γιαγιά μου τον χαστούκισε"Ο νεαρός υπάλληλος απο την άλλη, καθόταν με ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπο του. "Κοίτα να δεις τι ωραία που είναι η ζωή μερικές φορές" σκεπτόταν, "πόσο συχνά έχει κάποιος την ευκαιρία να φιλήσει μια όμορφη κοπέλα και ταυτοχρόνως να τραβήξει και ένα χαστούκι στον Διευθυντή του!"
Η δασκάλα έστειλε τον Τοτό και άλλα δύο παιδιά στο γραφείο του διευθυντή γιατί είχαν κάνει μια αταξία.
- Εσύ παιδί μου τι έκανες; ρωτάει το πρώτο παιδί ο διευθυντής.
- Πέταξα μια καρέκλα στη δασκάλα!
- Δύο ημέρες αποβολή. Εσύ; ρωτάει το δεύτερο.
- Εγώ έβρισα τη δασκάλα!
- Μια ημέρα αποβολή. Και εσύ Τοτέ τι έκανες;
- Εγώ πέταξα το στραγαλάκι στον τοίχο.
- Εσύ γρήγορα στην τάξη σου.
Αυτό επαναλήφθηκε ξανά και ξανά. Δηλαδή τα δύο παιδιά έπαιρναν αποβολή και ο Τοτός πήγαινε στην τάξη του κανονικά.
Μια ημέρα λοιπόν που τους ξανακάλεσε ο διευθυντής ο Τοτός έφερε μαζί του και ένα παιδί με επιδέσμους, σπασμένα πόδια και χέρια και πατερίτσες.
Ο διευθυντής τους ξαναρώτησε και όταν ο Τοτός του είπε πως πέταξε το στραγαλάκι στον τοίχο.
Ο διευθυντής τότε τον ρώτησε:
- Καλά και αυτό το παιδί ποιο είναι;
- Ο Στραγαλάκης, κύριε!
Ήτανε ένας τραυλός και άρχισε να δουλεύει σε ένα καράβι στο κατάρτι.
Πάει την πρώτη μέρα στην δουλειά, βλέπει ένα καράβι. Αρχίζει:
- Κακακακακακακα...
Μέχρι όμως να το πει, τα δύο καράβια συγκρούστηκαν, και πολλοί ναύτες σκοτώθηκαν.
Την επόμενη φορά πάλι το ίδιο.
- Κακακακακακακακα...
Πάλι, μέχρι να το πει, τα καράβια ξανασυγκρούστηκαν, ξανασκοτώθηκαν ναύτες.
Την άλλη μέρα μαζεύει ο καπετάνιος τους υπόλοιπους ναύτες και τους λέει την επόμενη φορά που θα ακούσουν τον τραυλό να πει "κακακακακακακα", να μην περιμένουν να τελειώσει την λέξη, αλλά να πηδήξουν στην θάλασσα για να γλιτώσουν.
Μετά από λίγο αρχίζει πάλι ο τραυλός:
- Κακακακακακακα...
Αμέσως πηδάν όλοι στην θάλασσα, όπως είχε πει ο καπετάνιος.
Ο τραυλός τους κοιτά σοκαρισμένος και συνεχίζει:
- Κακακακαρχαρίας!
Eνας πελάτης μπαίνει σε μια τράπεζα και ρωτά τον ταμία αν θα μπορούσε να πάρει κάποιο δάνειο της τάξης των 10.000 δρχ.
- Κανένα πρόβλημα, λέει ο υπάλληλος, αλλά επειδή δεν έχουμε δικό σας λογαριασμό στην τράπεζά μας, θα χρειαστούμε κάποια εχέγγυα.
- Χμ... έχω μόνο μια Mercedes η οποία είναι παρκαρισμένη εμπρός από την τράπεζα. Νομίζετε ότι φτάνει;
- Βεβαίως, κύριε. Ορίστε τα χρήματά σας. Μόνο αφήστε μου τα κλειδιά σας.
*Εναν χρονο αργοτερα*
Ο πελάτης ξαναμπαίνει στην τράπεζα και πλησιάζει τον ίδιο υπάλληλο.
- Ορίστε οι 10.000 δρχ που δανείστηκα έναν χρόνο νωρίτερα.
- Μμμμ, είναι 12.000 δρχ κύριε. Υπάρχει και ένας τόκος 2.000 δρχ που θα πρέπει να πληρώσετε για το δάνειο που πήρατε.
- Βεβαίως. Ορίστε και δύο χιλιάδες δραχμές ακόμη.
- Συγγνώμη κύριε. Απλά από περιέργεια.. Πώς γίνεται κάποιος που έχει μια τέτοια Mercedes, να μην έχει 10.000 δρχ;
- Κοιτάξτε. Επρεπε να ταξιδέψω στο εξωτερικό για έναν χρόνο. Και που αλλού θα μπορούσα να βρω πάρκινγκ με 2000 δρχ τον χρόνο;
Ηταν κάποτε ο Μητσάρας άνεργος και άφραγκος έψαχνε για δουλειά με κύριο προσόν του τις πολλές γνωριμίες που είχε. Πάει στο Σημίτη και του λέει:
- Κωστάκη βόλεψέ με κάπου γιατί έχω μείνει άφραγκος και η γυναίκα μου φωνάζει.
- Εντάξει ρε Μητσάρα, πάρε μια συστατική επιστολή και πήγαινε στο διευθυντή της Ντασό στη Γαλλία (Κατασκευαστές αεροπλάνων). Πάει στη Γαλλία βλέπει το διευθυντή και του λέει:
- Είμαι ο πασίγνωστος Μητσάρας και μ έστειλε ο Κωστάκης ο Σημίτης για δουλειά.
- Βεβαίως βεβαίως έχω ειδοποιηθεί κιόλας από τον πρωθυπουργό σας και μου είπε τα καλύτερα λόγια για σας. Για πείτε μου λοιπόν τι γνώσεις έχετε γύρω από τα αεροπλάνα;
- Τίποτα!
- Από επιστημονικές γνώσεις;
- Τίποτα!
- Από τεχνικές γνώσεις;
- Τίποτα!
- Απο Η/Υ;
- Σκράπας!
- Καλά και τι ξέρεις;
- Να σου πω την αλήθεια δεν έχω δουλέψει ποτέ στη ζωή μου αλλά έχω πολλές γνωριμίες!
- Τι να τις κάνω τις γνωριμίες λέει εκνευρισμένος ο διευθυντής αλλά σκέφτεται καλύτερα και αποφασίζει να τον προσλάβει ως θυρωρό μην χαλάσει και τις σχέσεις του με την Ελλάδα. Μετά από 1 μήνα δουλειά στο πολυτελές θυρωρείο της Ντασό καταφτάνει μια λιμουζίνα και βγαίνει από μέσα ο Καντάφι.
- Μουαμάρ! κολλητέ τι κάνεις εδώ λέει ο Μητσάρας.
- Μητσάρα λεβεντιά πόσο χαίρομαι που σε βλέπω αλλά εσύ τι κάνεις εδώ;
- Δουλεύω κανά μήνα εδώ.
- Εγώ ήρθα να διαπραγματευτώ τιμή για 100 αεροπλάνα.
- Ε τότε θα τα πάρεις από την εταιρεία μου, τόσα χρόνια φίλοι είμαστε.
- Αυτό εννοείται σύντροφε και όντως ο Καντάφι αγοράζει 100 αεροπλάνα τρίβοντας τα χέρια του από ικανοποίηση ο διευθυντής. Μετά από 3 μήνες καταφτάνει μια λιμουζίνα στο θυρωρείο του Μητσάρα και βγαίνει απο μέσα ο Κλίντον.
- Μπιλ!
- Μητσάρα! Δεν το πιστεύω, τι κάνεις εδώ;
- Δουλεύω 4 μήνες εδώ.
- Να φανταστείς ότι μόλις χθες μιλούσαμε με τη Χίλαρυ για σένα ότι χάθηκες ρε αδερφάκι μου.
- Δουλειές, δουλειές Μπιλάρα μου και αν ήρθες για αεροπλάνα θα τα πάρεις από την εταιρεία μου. Εντάξει;
- Φυσικά, απαντά ο Κλίντον και παραγγέλνει 300 αεροπλάνα.
Βλέπει το σκηνικό ο διευθυντής και μένει άναυδος. Πάει στον Μητσάρα και του λέει:
- Καλά ρε αδερφάκι μου όλους τους ξέρεις;
- Δεν υπάρχει άνθρωπος στο πλανήτη που να μην με ξέρει.
- Σιγά μη ξέρεις και το Πάπα.
- Με το Πάπα φάγαμε ψωμί και αλάτι μαζί και λες να μην τον ξέρω;
- Αποκλείεται.
- Αμα γουστάρεις αφεντικό να βάλουμε ένα στοιχηματάκι, ένα συμβολικό ποσό όμως γιατί είμαι και μεροκαματιάρης ότι αύριο που θα έρθει στη Γαλλία για περιοδεία θα είμαι δίπλα στο βήμα και αγκαλιαστούμε και θα φιληθούμε κιόλας και εσύ θα είσαι απο κάτω να μας δείς.
- Εντάξει απαντάει ο διευθυντής και φεύγει.
Την επόμενη μέρα ήρθε ο πάπας χαμός στη Γαλλία για την υποδοχή του και κάτω από το βήμα που θα μίλαγε ο Πάπας βρίσκεται όλη η ελίτ της Γαλλίας καθώς και ο διευθυντής της Ντασό και μάλιστα μπροστά μπροστά για να επιβεβαιώσει και το στοίχημα που έχει με τον Μητσάρα. Πράγματι βγαίνει ο πάπας υποβασταζόμενος από τον ΜΗΤΣΑΡΑ! Αγκαλιές, φιλιά και κακό με τον Μητσάρα και κάγκελο ο διευθυντής! Οπότε εκεί που μίλαγε ο πάπας και έλεγε τα δικά του βλέπει ο Μητσάρας το αφεντικό του να λιποθυμάει. Κατεβαίνει κάτω τον αρχίζει στις μπούφλες του ρίχνει νερό για να συνέλθει, συνέρχεται και λέει στον Μητσάρα:
- Εντάξει ρε Μητσάρα το στοίχημα το έχασα αλλά λιποθύμησα για άλλο λόγο.
- Για ποιό λόγο ρε αφεντικό;
- Από πίσω μου καθότανε ο πρωθυπουργός της Μογγολίας και τι μου λέει ρε Μητσάρα;
- Τι σου λέει ρε αφεντικό;
- Εκείνος ο τύπος με τη καπελάρα και τη κόκκινη ποδιά ΔΙΠΛΑ απο τον ΜΗΤΣΑΡΑ ποιός είναι;