Skip to main content
Στο νοσοκομείο έχουν μαζευτεί οι συγγενείς ενός πλούσιου επιχειρηματία που αρρώστησε ξαφνικά. Περιμένουν το γιατρό να τους πει ποια είναι η κατάσταση.
Εμφανίζεται κάποια στιγμή ο γιατρός, που δείχνει ανήσυχος.
- «Δυστυχώς», τους λέει, «δεν έχω πολύ καλά νέα. Η μοναδική ελπίδα που έχει απομείνει αυτή τη στιγμή είναι να του κάνουμε μεταμόσχευση εγκεφάλου.
Είναι μια επέμβαση που αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε πειραματικό στάδιο, δεν μπορώ να σας εγγυηθώ για τα αποτελέσματα, και βέβαια θα πρέπει να επωμιστείτε το κόστος του εγκεφάλου».
Οι συγγενείς κάνουν μια σύντομη σύσκεψη και ο ένας απ αυτούς ρωτάει:
- «Και αν δώσουμε την έγκρισή μας, πόσο στοιχίζει ένας εγκέφαλος».
- «Εξαρτάται», τους λέει ο γιατρός. «Εάν του βάλουμε τον εγκέφαλο άνδρα θα σας στοιχίσει 20 εκατομμύρια και, αν του βάλουμε τον εγκέφαλο γυναίκας, θα στοιχίσει 4 εκατομμύρια».
Ακολουθούν μερικές στιγμές αμηχανίας, οι άνδρες μεταξύ των συγγενών προσπαθούν να μη σκάσουν χαμόγελο, αποφεύγουν να κοιτάξουν τις γυναίκες, αλλά τελικά ο ένας από τους άντρες δεν μπορεί να συγκροτήσει άλλο την περιέργειά του και κάνει στο γιατρό την ερώτηση που τους βασανίζει όλους:
- «Γιατί όμως στοιχίζει τόσο περισσότερο το ανδρικό μυαλό;»
Ο γιατρός χαμογελάει λες και περίμενε την ερώτηση.
- «Είναι κλασική πολιτική τιμών. Για τα γυναικεία μυαλά αναγκαζόμαστε να κατεβάζουμε την τιμή επειδή
Είναι χρησιμοποιημένα».
Ο Μπόμπος με τον πατέρα του, είχαν πάει βόλτα στην πόλη. Ο Μπόμπος, ήταν μικρός και ρωτούσε συνέχεια τον μπαμπά του για τα διάφορα που έβλεπε.
- "Μπαμπά, τι είναι αυτό;"
- "Νοσοκομείο είναι παιδί μου", του απαντούσε ο μπαμπάς του.
- "Μπαμπά, τι είναι εκείνο;"
- "Σχολείο είναι παιδί μου."
Κάποια στιγμή, πέρασαν και από ένα οίκο ανοχής.
- "Μπαμπά τι είναι αυτό;", ρωτάει ο μικρός.
- "Αυτό, είναι το σπίτι που ευφραίνονται".
Την άλλη μέρα ο Μπόμπος το σκάει από το σπίτι του και πάει στον οίκο ανοχής. Μπαίνει μέσα και λέει:
- Ήρθα να ευφρανθώ!
- Όχι, είσαι μικρός του απαντάει η υπάλληλος.
- Όχι δεν φεύγω , λέει ο Μπόμπος.
- Καλά, του λέει αυτή, θέλεις μια φέτα με μέλι;
- Θέλω, λέει αυτός και την τρώει.
- Αλλη θες;
- Θέλω!
- Τρίτη θέλεις;
- Θέλω, λέει ο Μπόμπος όμως δεν μπόρεσε να την φάει και γλύφει μόνο το μέλι. Στο μεταξύ ο πατέρας του είχε τρελαθεί να τον ψάχνει. Στο τέλος τον βρίσκει έξω από τον οίκο ανοχής.
- Μπόμπο! Τι έκανες εκεί μέσα;
Και ο Μπόμπος:
- Πατέρα, τις δύο τις κατάφερα! Την τρίτη... της πάτησα ένα γλείψιμο!
Μια φορά ένας Έλληνας μετά από χρονια δουλειάς στην Κεντρική Αφρική, αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα.
Ο μαύρος υπηρέτης του, μετά από τόσα χρόνια τον αγαπούσε, και αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα να τον βρει.
Καθώς ήταν στο αεροπλάνο, ρωτάει την αεροσυνοδό:
- Πού μένει ο κύριος Γιάννης;
- Ποιός κύριος Γιάννης; ρωτά αυτή.
Νευριάζει ο μαύρος, την τρώει.
Φτάνει στο αεροδρόμιο, ρωτάει έναν περαστικό:
- Πού μένει ο κύριος Γιάννης;
- Ποιός κύριος Γιάννης; Που να ξέρω ρε φίλε;
Τον πιάνει, τον τρώει και αυτόν!
Γίνεται το ίδιο 5-6 φορές, μέχρι που πετυχαίνει έναν ταξιτζή γείτονα του κυρ-Γιάννη, οπότε και ο ταξιτζής τον πηγαίνει στο πρώην αφεντικό του.
Φτάνουν, χαίρεται ο υπηρέτης που επιτέλους τον βρήκε, τον αγκαλιάζει και του λέει:
- Επιτέλους ρε αφεντικό! Τον κόσμο όλο έφαγα για να σε βρώ!