Δυο φίλοι ξεκινάνε για ψάρεμα με την βάρκα τους και τους πλησιάζει ένας φίλος τους τραυλός.
- Παι - παι - παι - δια - δια να - να - να - να ε - ε - ε - ε - ε - ε - ρθω μα - μα - μα - μα - ζι σας ;- Aντε έλα του απαντάνε αυτοί και μπαίνουν και οι 3 στην βάρκα και ανοίγονται στο πέλαγος να ψαρέψουν . Εκεί λοιπόν που ψαρεύουν έρχεται ένα καράβι που δεν έχει δει την βάρκα και πάει κατά πάνω της . Το βλέπει ο τραυλός και λέει :
- Παι - παι - παι - δια κα - κα - κα - κα - κα ... Μέχρι όμως να το πει ο τραυλός το καράβι έχει πλησιάσει πέφτει πάνω στην βάρκα την διαλύει και οι 3 βρίσκονται στην θάλασσα και μετά από αγωνιώδης προσπάθειες και πολύ κολύμπι καταφέρνουν να βγουν στην στεριά . Μετά από καιρό οι 2 φίλοι αγοράζουν καινούρια βάρκα και ετοιμάζονται να πάνε για ψάρεμα ώσπου εμφανίζεται ξανά ο τραυλός :
- Παι - παι - παι - δια - δια να - να - να - να ε - ε - ε - ε - ε - ε - ρθω μα - μα - μα - ζι ;- Μα τι λες ρε ; Την άλλη φορά κοντέψαμε να πνίγουμε εξ` αιτίας σου του λένε και οι 2 μαζί - θα - θα - θα - θα προ - προ - προ - σε - χω τω - τω - τω - ρα λέει αυτός. Τον παίρνουν λοιπόν μαζί και ξεκινάνε να ψαρεύουν μεσοπέλαγα. Ξαφνικά λέει ο τραυλός :
- Παι - παι - παι - δια κα - κα - κα - κα - κα ... Μόλις το ακούνε οι άλλοι 2 πέφτουν κατευθείαν στην θάλασσα και συνεχίζει ο τραυλός:
- Κα - κα - κα - ρχαριας έρχεται...
Ο Αρχιεπίσκοπος έκανε ένα ταξίδι στην Κρήτη, και, μετά τις επαφές του με την τοπική εκκλησία, μπήκε σε ένα καράβι που έκανε μια μικρή κρουαζιέρα στις ακτές του νησιού.
Ξαφνικά είδε μια μεγάλη αναστάτωση: Ένας αβοήθητος άνδρας, που φορούσε ένα μπλουζάκι Ολυμπιακού, ήταν μέσα στα κύματα και ούρλιαζε απελπισμένος προσπαθώντας να ξεφύγει από τα σαγόνια ενός πελώριου καρχαρία.
Ξαφνικά εμφανίστηκε ένα ταχύπλοο με τρεις άντρες, που όλοι φορούσαν μπλουζάκια Παναθηναικού και ήταν μέλη του τοπικού συλλόγου. Ένας από αυτούς εκτόξευσε με δύναμη ένα καμάκι στα πλευρά του καρχαρία, ενώ οι άλλοι δύο πλησίασαν και έβγαλαν από την θάλασσα τον μπλε και ημιαναίσθητο ολυμπιακό.
Μετά και οι τρεις κτύπησαν τον καρχαρία με κοντάρια και τον ανέσυραν νεκρό πάνω στο σκάφος τους.
Ο Αρχιεπίσκοπος, όπως είναι φυσικό, ενθουσιάστηκε από την πράξη τους και φώναξε:
- Μπράβο τέκνα μου! Να έχετε την ευλογία του Θεού για την γενναία σας πράξη! Λοιπόν, ενώ νόμιζα ότι υπήρχε αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα σε οπαδούς του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού, τώρα όμως διαπιστώνω ότι αυτό δεν είναι αλήθεια.
Μετά την αναχώρηση του Αρχιεπισκόπου, ο τύπος με το καμάκι
Αναρωτήθηκε:
- Ρε σύντεκνοι, ποιος ήταν τούτος; Κάτι μου θυμίζει η φάτσα του...
- Καλά, ρε, δεν ξέρεις τον Αρχιεπίσκοπο; Είναι ένας άνθρωπος του Θεού και κατέχει την θεία σοφία και τα διδάγματα.
Οπότε απαντά ο τύπος:
- Μπορεί να έχει την θεία σοφία, αλλά δεν έχει ιδέα από ψάρεμα
Καρχαριών. Και με την ευκαρία, το δόλωμα συνήλθε και είναι καλά, ή να πάμε να βρούμε κάποιον άλλον;
Ηταν κάποτε ο Γιωρίκας και συναντάει ένα φίλο του στο δρόμο που κρατούσε ένα βιβλίο.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Τι είναι αυτό το βιβλίο;
ΦΙΛΟΣ: Τι να σου λέω τώρα.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Πες βρε.
ΦΙΛΟΣ: Λογική.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Τι είναι λογική;
ΦΙΛΟΣ: Θα σου πω ένα παράδειγμα, έχεις ενυδρείο στο σπίτι σου;
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Ναι.
ΦΙΛΟΣ: Άρα σ` αρέσει το ψάρεμα;
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Ναι.
ΦΙΛΟΣ: Άρα και η θάλασσα.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Ναι βρε.
ΦΙΛΟΣ: Άρα και οι γυναίκες με τα μπικίνι.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Εννοείται.
ΦΙΛΟΣ: Άρα είσαι άντρας.
Την άλλη μέρα στο σπίτι του Γιωρίκα (έχει αγοράσει το βιβλίο και το έχει στην τραπεζαρία) τον ρωτάει ο φίλος του ο Κωστίκας:
ΚΩΣΤΙΚΑΣ: Τι ειναι αυτό το βιβλίο;
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Τι να σου λέω τώρα που θα καταλάβεις εσύ.
ΚΩΣΤΙΚΑΣ: Πες μωρέ.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Ενυδρείο έχεις σπίτι σου;
ΚΩΣΤΙΚΑΣ: Όχι.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Ε, άρα είσαι π0υ$+η$ !
Ένας τεξανός, ήθελε από καιρό να πάει για ψάρεμα σε πάγο. Είχε δει πολλά ντοκυμαντέρ σχετικά, είχε διαβάσει βιβλία, γράφτηκε συνδρομητής σε περιοδικά.
Αγόρασε λοιπόν και το σχετικό εξοπλισμό και την έκανε για την κοντινότερη παγωμένη λίμνη. Στερεώνει την ειδική καρέκλα του, βγάζει το ειδικό καλάμι του και φυσικά και το ειδικό πριόνι και ετοιμάζεται να κόψει μια τρύπα στον πάγο.
Ξαφνικά ακούγεται μια φωνή από τον ουρανό:
- Δεν εχει ψαρια κατω απο τον παγο.
Μένει κόκκαλο ο τύπος. Κοιτάει γύρω δεν βλέπει κανέναν. Ανοίγει το θερμός του, βάζει λίγο καφέ και ξαναξεκινάει να κάνει την τρύπα. Πάλι ακούγεται η φωνή:
- Δεν υπαρχουν ψαρια κατω απο τον παγο.
Ο τεξανός τα έχει παίξει κανονικά, κοιτάει προς τον ουρανό και λέει:
- Εσύ είσαι Κύριε;
Και η φωνή απαντάει:
- Ο επιστατησ του παγοδρομιου ειμαι ρε βλακα!
Κάποτε ένα παιδάκι πήγε για ψάρεμα με τον παππού του...
Κάποτε ένα παιδάκι πήγε για ψάρεμα με τον παππού του... Κατά τη διάρκεια του
"Αθλήματος" ο παππούς ανάβει ένα τσιγάρο. "Παππού να καπνίσω κι εγώ;", κάνει
Το παιδάκι. "Είναι το πέος σου τόσο μακρύ ώστε να φτάνει την κολωτρυπίδα
Σου;"
Του λέει ο παππούς. "Όχι!" κάνει το παιδάκι. "Θα καπνίσεις όταν φτάσει."
Αργότερα ο παππούς ανοίγει και μια μπίρα. Όμοιο σκηνικό:
- Παππού, να πιω και εγώ;
- Φτάνει το πέος σου την κολωτρυπίδα σου;
- Όχι!
- Όταν φτάσει θα πιεις.
Στο γυρισμό ωστόσο πέφτουν σε μια λοταρία και αποφασίζουν να δοκιμάσουν την
Τύχη τους. Ο παππούς δεν κερδίζει τίποτα αλλά ο μικρός παίρνει το πρώτο
Βραβείο, 50 μύρια! Οπότε:
- Εγγονέ μου, ασφαλώς και θα μοιραστούμε τα κέρδη σου, ε;
- Παππού, είναι το πέος σου τόσο μακρύ ώστε να φτάνει την κολωτρυπίδα σου;
- Ναι! Είναι.
- Ε, τότε άντε και γαμήσου...
Οι κάτοικοι του μικρού χωριού είναι απαρηγόρητοι.
Ο ξαφνικός θάνατος του λατρευτού τους δασκάλου, τούς έχει συντρίψει. Μαζεμένοι όλοι στην εκκλησία, περιμένουν να αρχίσει η κηδεία, που ήδη είχε αργήσει 1 ώρα. Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, η νεκροφόρα με το πτώμα του δασκάλου, τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα για να προλάβει την τελετή. Σε μια απότομη στροφή, τουμπάρει το φέρετρο, ανοίγει η πίσω πόρτα και το πτώμα πέφτει στο δρόμο. Μετά από λίγα λεπτά, περνά ένα Ι. Χ., πατά το πτώμα, σταματά απότομα, και βγαίνουν έξω οι επιβάτες:
- Πω, πω τι πάθαμε! Τι κάνουμε τώρα;
- Τι θες να κάνουμε; Αν μας πιάσουν, πάμε μέσα για ανθρωποκτονία εξʼ αμελείας. Βάλε ένα χεράκι να τον πετάξουμε στο ρέμα.
Πράγματι, αφήνουν το πτώμα στο ρέμα και το σκεπάζουν πρόχειρα με κλαδιά για να μη φαίνεται. Δεν προλαβαίνουν να περάσουν 20 λεπτά, και στη ρεματιά πλησιάζουν 2 κυνηγοί:
- Λαγός στη ρεματιά! Πάνω του!
Αρχίζουν τις τουφεκιές, πλησιάζουν προς το πτώμα και λέει ο ένας στον άλλον:
- Που τον είδες τον λαγό, ρε χαμένε; Τον σακατέψαμε τον άνθρωπο.
- Και τι κάνουμε τώρα;
- Τι θες να κάνουμε, έτσι όπως τα κατάφερες; Θα τον βάλουμε στο ΙΧ να τον πετάξουμε στη θάλασσα.
Έτσι και έγινε! Πέταξαν το πτώμα στη θάλασσα, αλλά μετά από μισή ώρα, πλησιάζει ένα αλιευτικό σκάφος:
- Ροφός στη θάλασσα! Πάνω του!
Άρχισαν να ρίχνουν με τα καμάκια προς το άτυχο πτώμα, φυσικά όμως απογοητεύτηκαν μόλις πλησίασαν:
- Μεγάλε, είσαι αχτύπητος. Ροφός ε; Όχι για ψαράς δεν κάνεις ούτε για για φυλάς γίδια στο βουνό.
- Τι κάνουμε τώρα θεέ μου; Aλίμονο μας!
- Δεν υπάρχει άλλη λύση. Θα πετάξουμε το πτώμα στην ακτή.
Από την τρομάρα τους όμως οι ψαράδες εγκατέλειψαν άρον-άρον το πτώμα καταμεσής του δρόμου. Μετά από 2 λεπτά περνά ένα ΙΧ, ξαναπατά το πτώμα, αυτή τη φορά όμως οι επιβάτες ήταν ευσυνείδητοι:
- Πω, πω, τι πάθαμε!
- Μπορεί ια ζει ακόμα. Να τον πάμε γρήγορα στο κοντινότερο νοσοκομείο.
Πηγαίνουν το πτώμα στο νοσοκομείο, το βάζουν γρήγορα στην εντατική και μετά από 2 ώρες βγαίνει από το χειρουργείο απογοητευμένος ο γιατρός. Γεμάτοι αγωνία οι επιβάτες τον ρωτούν:
- Γιατρέ πες μας, θα ζήσει;
Και ο γιατρός:
- Τι να σας πω, ρε παιδιά; Αν μας τον φέρνατε μισή ώρα γρηγορότερα, θα τον είχαμε γλυτώσει!
Κάποιο ανοιξιάτικο πρωινό , κάπου στην Ερυθρά Θάλασσα , σε ένα βαρκάκι ο Μωυσής και ο Χριστός το έχουν ρίξει στο ψάρεμα .
Το δόλωμα πολύ , και η όρεξη μεγάλη .. αλλά τα ψάρια φαίνονται χορτασμένα . Σε κάποια στιγμή , και ενώ στην επιφάνεια δεν έφεραν ούτε τρύπια γαλότσα , γυρνάει ο Μωυσής στο Χριστό και του λέει :
- Αααααχ ... πως περνάν τα χρόνια .. αναπολώ τις μέρες που έκανα θαύματα .
- Να σου πω , λέει ο Χριστός , και εμένα μου έχουν λείψει .
- Λες να μπορώ ακόμα να τα κάνω ;
- Δεν χάνεις τίποτα να δοκιμάσεις .
- Χμ .. θυμάμαι όταν άνοιξα την θάλασσα στα δύο .. θα δοκιμάσω ξανά . πραγματικά , ο Μωυσής παίρνει το καλάμι του ψαρέματος , το χώνει κάθετα στη θάλασσα και σαν τον " Πρίγκιπα της Αιγύπτου " η θάλασσα ανοίγει διάπλατα , αφήνοντας το βαρκάκι στον πάτο , και τα χορτασμένα ψάρια να σπαρταράνε πάνω στα φύκια .
- Βλέπω ότι ακόμα τα καταφέρνεις Μύωση , του λέει ο Χριστός . Για να δούμε τώρα την θυμάμαι εγώ την τέχνη μου ; Θα δοκιμάσω να περπατήσω πάνω στο νερό όπως τότε . Ο Μωυσής τραβάει το καλάμι του , και η θάλασσα επιστρέφει ξανά στη θέση της . Ο Χριστός , πηδάει από τη βάρκα και αρχίζει να περπατάει πάνω στο νερό . Ένα πλατύ χαμόγελο διαγράφεται στα χείλη του Χριστού , όταν διαπιστώνει ότι περπατάει όπως τότε πάνω στο νερό . Σε κάποια στιγμή όμως, αρχίζει σιγά σιγά να βουλιάζει . Τραβάει γρήγορα κουπί ο Μωυσής και τον τραβάει πάλι πάνω στη βάρκα .
- Χριστέ μου , του λέει , μου φαίνεται ότι τότε τα κατάφερνες καλύτερα .
- Ναι όμως , απαντάει θυμωμένος ο Χριστός , τότε δεν είχα αυτές τις καταραμένες τρύπες στα πόδια.
Πάει ένας εικοσάρης για ψάρεμα δίπλα σε έναν παππού ογδοντάρη. Μετά από δύο ώρες το καλάθι του παππού τίγκα στο ψάρι ενώ του εικοσάρη ούτε λέπι!
- Παππού, τον ρωτάει, τι δόλωμα βάζεις;
- Γαρίδα, παιδί μου, απαντάει ο παππούς.
Την άλλη μέρα, νάσου πάλι o εικοσάρης φορτωμένος με γαρίδες, αλλά πάλι ούτε λέπι, ενώ ο παππούς τίγκα στο ψάρι!
- Παππού τι δόλωμα βάζεις; ξαναρωτά ο εικοσάρης.
- Μαρίδα, παιδί μου, απαντά ο παππούς.
- Και πως ξέρεις ποιά μέρα τα ψάρια θα τσιμπήσουν με γαρίδα
Και ποια μέρα με μαρίδα;
- Α, είναι πολύ απλό! Όταν σηκώνομαι το πρωί και η τσουτσού μου γερνει δεξιά, βάζω γαρίδα, άμα γέρνει αριστερά, βάζω μαρίδα. Εσένα άμα ξυπνάς το πρωί, πως είναι η τσουτσού σου;
- Εμένα είναι όρθια, απαντάει ο εικοσάρης.
Κι ο παππούς:
- Καλά μαλάκας είσαι τότε και έρχεσαι για ψάρεμα;