Ήταν μια φορά σ ένα χωριό ένας γέρος με την γρια του αλλά ο γέρος δεν μπορούσε να ικανοποιήσει την γρια του και αφού άκουγε για το περιβόητο viаgrа και έτσι αποφάσισε να πάει σε ένα φαρμακείο για να το ζητήσει έτσι λοιπόν πήγε σε ένα φαρμακείο και ζήτησε ένα κουτί από αυτά ο φαρμακοποιός του το έδωσε άλλα και του είπε να το παίρνει ένα ένα .
Πήγε αυτός στο σπίτι το βράδυ και από το ζόρι του πήρε όλο το κουτί μονομιάς πάει λοιπόν στο κρεβάτι και αλλάζει τα Φώτα της γριάς του αλλά δεν πέρασε η επίδραση του και έτσι λοιπόν πήγε και με την γειτόνισσα αλλά ούτε και με αυτήν πέρασε η επίδραση και πήγε και με καμπόσες γυναίκες αλλά δεν περνούσε η δράση του φάρμακου . Ωστόσο το χωριό άρχισε να πανικοβάλλεται και ο παπάς του χωριού αποφάσισε να πάρει κάποια μέτρα ώστε να γλιτώσει το χωριό . Έτσι λοιπόν χτύπησε την καμπάνα και μαζεύτηκε όλο το χωριό στην εκκλησία να δουν τι ήθελε ο παπάς, αφού μαζεύτηκαν τότε ο παπάς πρότεινε την λύση να ανέβουν στο βουνό ώστε να γλιτώσουν από την μανία του συγχωριανού τους και συμφώνησαν όλοι . Πήγαν λοιπόν στο βουνό και κρυβόταν εκεί για μια εβδομάδα μετά ορισμένοι ανησυχούσαν για την τύχη του συγχωριανού τους και αποφάσισαν να βρεθούν τρεις εθελοντές να πάνε στο χωριό να δουν τι κάνει και έτσι και έγινε . Ο γέρος ωστόσο είχε καταλάβει το κακό που είχε κάνει και είχε πάει πάλι στον φαρμακοποιό για να του δώσει μια λύση , ο φαρμακοποιός του είπε ότι η μόνη λύση είναι να βρει ένα τρακτέρ να του βγάλει την μπαταρία να την συνδέσει με το μόριο του ώστε η δύναμη του ρεύματος της μπαταρίας θα τον έκανε καλά και αμέσως πήγε και βρήκε ένα τρακτέρ . Οι τρεις εθελοντές είχαν κατεβεί στο χωριό και πήγαιναν να δουν τι κάνει ο γέρος και είχαν κρυφτεί κάπου και μόλις είδαν τον γερο να συνδέει το μόριο του με την μπαταρία του τρακτέρ έφυγαν τρομοκρατημένοι προς το βουνό και κρύφτηκαν τότε πήγαν οι υπόλοιποι και τους ρωτούσαν για το τι κάνει ο γέρος και τότε αυτοί τους απάντησαν.
Κάποιος εκεί που έκανε βόλτα στην παράλια με το σκυλάκι του βρήκε ένα Λυχνάρι.
Το άνοιξε, το τζίνι είχε τρεις επιθυμίες προς ικανοποίηση .
1η «ένα εκατομμύριο δολάρια».
- «Έγινε» είπε το τζίνι. Και ο λογαριασμός του στην τράπεζα έδειχνε
1.000.000.000 δολ. Πλουσιότερος .
2η «θα ήθελα ένα Μερσεντές επιβατικό αυτοκίνητο»
- «Έγινε» είπε το τζίνι . Και η Μερσεντές έκανε εμφάνιση μπροστά του ,μέσα από σύννεφο ομίχλης.
3η (Χμ σκέφτηκε χρήματα έχω, αυτοκίνητο έχω) «Θέλω να είμαι ακαταμάχητος με τις γυναίκες»
Το τζίνι τον μεταμόρφωσε σε ένα μεγάλο κουτί με σοκολάτες .
Ένας άλλος τύπος βρήκε ένα λυχνάρι το άνοιξε και το τζίνι είχε μια επιθυμία.
Ο τύπος σκέφτηκε , σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε και είπε:
- «Θέλω να είμαι πάντα σκληρός Και να έχω οποίον κώλο μου γουστάρει».
- «¨Όπως επιθυμείς» είπε το τζίνι και . .
Το τζίνι τον μεταμόρφωσε σε κάθισμα τουαλέτας.
- Ένας άντρας παίζοντας γκολφ σε ένα καινούργιο γήπεδο, μπερδευόταν συνέχεια σε ποια τρύπα ήταν να παίξει κάθε φορά. Είδε λοιπόν μια κυρία να παίζει εκεί κοντά, πήγε κοντά της και τη ρώτησε να του πει σε ποια τρύπα έπρεπε να παίξει.
- Εκείνη του απάντησε:
"Είμαι στην 7η τρύπα, και είστε μία τρύπα πίσω, άρα είστε στην 6η τρύπα."
Εκείνος την ευχαρίστησε, και πήγε να συνεχίσει το παιχνίδι του. Το ίδιο όμως συνέβη και αργότερα, και έτσι την ξαναρώτησε, και εκείνη του απάντησε:
"Είμαι στην 14η τρύπα, και εσείς είστε μία τρύπα πίσω, άρα είστε στην 13η τρύπα." -Την ευχαρίστησε ξανά και πήγε να συνεχίσει το παιχνίδι του. Όταν τέλειωσε το παιχνίδι, πήγε στο κυλικείο να τσιμπήσει κάτι, και είδε την γυναίκα. Πήγε, την κέρασε ένα ποτό για να την ευχαριστήσει και πιάσανε κουβέντα.
- Έτσι τη ρώτησε με τι ασχολείται, και εκείνη του είπε ότι είναι πωλήτρια, και με έκπληξη της είπε ότι και αυτός είναι πωλητής:* Και τι εμπορεύεστε;* Αν σας πω θα γελάσετε, του λέει εκείνη.* Όχι μιλήστε ελεύθερα!* Να, πουλάω ταμπόν.-Με το που το ακούει, πέφτει από την καρέκλα του και κυλιέται στο πάτωμαγελώντας σαν υστερικός.* Σας το είπα ότι θα γελάσετε! του λέει εκείνη ενοχλημένη.* Δεν καταλάβατε, της λέει αυτός.
- Εγώ είμαι πωλητής χαρτιών υγείας, οπότε και πάλι είμαι μία τρύπα πίσω από εσάς!
Ήταν ένας παππάς σ ένα χωριό που είχε ως μεταφορικό μέσο ένα ποδήλατο. Κυκλοφορούσε συνεχώς μαυτό. Μια μέρα είναι πεζός ο πάτερ! Τον βλέπει ένας πιτσιρικάς και τον ρωτάει απορημένος.
- Πως και πεζός πάτερ; Που είναι το ποδήλατο;
- Ξέρω γω; Μου το κλέψανε, το έχασα, δεν ξέρω.
- Θα σε βοηθήσω να το βρεις πάτερ λέει ο μικρός, που ήθελε να τα έχει καλά με την εξουσία.
- Την Κυριακή που θα έχει μαζευτεί όλο το χωριό στην εκκλησία, θα διαβάσεις τις 10 εντολές.
Φτάνοντας στην "ου κλέψεις" θα κοιτάξεις κάτω στο πλήθος και αν δεις κάποιον να έχει ύφος
"Κάπως" ή το κεφάλι σκυμμένο, έχεις βρει τον κλέφτη...!
Δευτέρα πρωί και ο παππάς ξανά με το ποδήλατο! Τον βλέπει ο μικρός και όλο χαρά του λέει...
"Είδες πάτερ; Σε βοήθησα να το βρεις".
- Εν μέρη... απαντάει ο άγιος.
- Εν μέρη; Ρωτάει απορημένος ο μικρός. Δηλαδή;
- Να όταν διάβαζα την "ου μοιχεύσεις" θυμήθηκα που το είχα αφήσει..